Η άλλη μισή Ιστορία


Γκρίνια για τα σκουπίδια στους δρόμους, για την ακρίβεια, την απουσία του κράτους, τις ουρές στις δημόσιες υπηρεσίες, τσακωμοί μεταξύ επιβατών και οδηγού στο τραμ, παράξενοι τύποι που πεθαίνουν από …μικροβιοφοβία, ένα αυτοσχέδιο τσιμπούσι με κατσικάκι στο φούρνο και τόνους κρασί, οδοντίατροι χωρίς πτυχίο και άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος, ξεχαρβαλωμένα πεζοδρόμια, ερωτικά καβγαδάκια, μάταιες προσπάθειες των παιδιών της πόλης να καλλιεργήσουν ντομάτες στα μπαλκόνια τους, προβλήματα πάχους, ύπνου, σχέσεων, προβλήματα τριχοφυΐας και δυσκοιλιότητας, κουτσομπολιά και σκάνδαλα, βόλτες στο Ζάππειο και τροχαία ατυχήματα στη Μεσογείων, δυσφορία για τους καύσωνες τα καλοκαίρια, δυσκολίες από τις παγωνιές του χειμώνα… Ο κόσμος αναπολεί τις «παλιές καλές εποχές», βρίσκει όμως και τις καβάτζες του στο σήμερα, αγχώνεται για το μέλλον, για τις σπουδές των παιδιών για την απόκτηση ενός σπιτιού… Δυσανασχετεί με την πραγματικότητα και ταυτόχρονα προσαρμόζεται ανακαλύπτοντας τρόπους επιβίωσης στις νέες συνθήκες. Μικροπροβλήματα. Γεννήσεις, αρρώστιες, παντρολογήματα, διαζύγια, θάνατοι. Παρέες που διαλύονται και ξανασμίγουν. Καθημερινότητα. «Μέσα σε ακτίνα δέκα μέτρων ολάκερος κόσμος!». Το ατομικό σύμπαν που δημιουργείται και διαστέλλεται μέσα στο σύμπαν της γειτονιάς, μέσα στο σύμπαν της πόλης, της χώρας, της ηπείρου, του κόσμου.

Μονάχα η επίσημη ιστορία δείχνει να αγνοεί τους πόνους της περιόδου, τα σπυράκια της εφηβείας, τον πονόδοντο μέσα στη μέση της νύχτας, το σπασμένο τζάμι της μπαλκονόπορτας, το μπέρδεμα του αλατιού με τη σόδα που προκάλεσε ευκοιλιότητα, τον θρήνο για τη γάτα που ψόφησε. Αυτή η «ακτίνα των δέκα μέτρων», η τόσο σημαντική για κάποιον που πέρασε τη μισή του ζωή μέσα της, απλά δεν υπάρχει για τους ιστορικούς και τους καθηγητάδες. Πουθενά δεν περιγράφεται το πιτσιρίκι που «κάθεται πάνω στο χαλάκι βαστώντας στο ένα χέρι μια φετίτσα ψωμί και στο άλλο ένα αχλάδι». Ούτε αράδα για τη μεγαλύτερη συφορά: το καλοκαιριάτικο συνάχι.

Οσο για τις καθημερινές σκέψεις και τις αγωνίες του ανθρώπου; Λέξη! Κουβέντα!

Η επίσημη ιστορία δεν θα μας πει ποτέ τι προβλήματα είχαν οι δημότες της Θεσσαλονίκης, της Αθήνας, της Σμύρνης και της Κωνσταντινούπολης με τους δρόμους, τα πεζοδρόμια και την αποχέτευση τον καιρό της Μικρασιατικής καταστροφής. Ούτε αν είχαν τεράστιο πρόβλημα με τα κουνούπια στον Ιούλιο του 1922 (δύο μήνες πριν καεί η Σμύρνη) στο Εσκί Σεχίρ και πως το αντιμετώπισαν οι νοικοκυραίοι.

Ο παππούς και η γιαγιά, ο επιζών μια δύσκολης ιστορικής περιόδου, θα μας πει –ή θα τα πει στην κάμερα- για τον τρόμο από του Ιταλούς, για τις εκτελέσεις συγγενών και φίλων, για την έλλειψη τροφής, τις λαχανίδες, τα μπρόκολα και την μπομπότα, τα συσσίτια, τους βομβαρδισμούς και τους μαυραγορίτες κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Ιστορίες γεμάτες φόβο, ηρωικές πράξεις, θυσίες αγωνιστών, στερήσεις, θανάτους και μια διαρκή σκέψη αν όχι για αντίσταση, πάντως για απαλλαγή από το «καθεστώς του τρόμου». Αληθινά όλα αυτά. Αλλά μισά. Κι όσο πιο μαρτυρική η περιοχή, τόσο λιγότερες οι εξιστορήσεις για τον καθημερινό βίο.

Η επίσημη ιστορία, η ιστορία γενικά, γραπτή και προφορική, μέσα από βιβλία ή ντοκιμαντέρ, μέσα από συνέδρια ή κινηματογραφικές ταινίες, μέσα από dvd ή σε εικονογραφημένα, η ιστορία όπως την μαθαίνουμε στο σχολείο αλλά και αυτή που διαβάζουμε μόνοι μας, όσοι ενδιαφερόμαστε για το παρελθόν και το μέλλον, ακόμη και η ιστορία που μας παραδίδεται από στόμα σε στόμα για τον τόπο μας, τον μικρό ή και τον ευρύτερο, δεν έχει χώρο για τα «μικρά». Κι έτσι την μαθαίνουμε μισή και αυτό το «μισό» που μαθαίνουμε δεν έχει χώρο για τα ανθρώπινα. Αρα και για ένα μεγάλο κομμάτι της αλήθειας. Ένα κομμάτι που θα μας αποκάλυπτε πως οι άνθρωποι προσαρμόζονται και θα μας υπενθύμιζε ότι τα «μικρά» της ζωής καταλαμβάνουν απείρως μεγαλύτερο χώρο από ότι τα «μεγάλα». Ότι π.χ. την περίοδο 41-44 της γερμανικής Κατοχής ο Ελληνας ουδεμία σχέση είχε με τον «Μικρό Ηρωα, Γιώργο Θαλάσση». Δηλαδή με έναν ήρωα-καρτούν που από το πρωί της μίας ημέρας μέχρι τα ξημερώματα της επόμενης μόνη του σκέψη ήταν πως θα εξοντώσει τον «Καταχτητή» και τον Αδόλφο Χίτλερ προσωπικά. Και από την τουαλέτα μέχρι τη λαϊκή αγορά σκεφτόταν με εμμονή «ελευθερία ή θάνατος». Και ότι ακριβώς αυτό ήταν που έκανε συγκλονιστική τη θυσία του όταν εκεί που πήγαινε στη δουλειά του έχοντας κατά νου να βρει κανά τσιγάρο ή μισό κιλό λάδι, τον φόρτωναν σε ένα καμιόνι για να τον πάνε στο Χαϊδάρι και την Καισαριανή. Όταν ενώ είχε κλεισμένο ραντεβού με τη Μαρίκα, την ερχόμενη Πέμπτη, Τετάρτη ξημερώματα τον εκτελούσαν πίσω από το νοσοκομείο «Σωτηρία».

Ετσι, δεν μαθαίνουμε ποτέ πως χιλιάδες άλλοι, σχεδόν δεν πήραν χαμπάρι, με την έννοια ότι η ζωή τους λίγο έως ελάχιστα επηρεάστηκε, την δύσκολη, ιστορικά, περίοδο που ζούσαν. Τους εκατοντάδες που έζησαν αυτοί καλά και οι οικογένειές τους καλύτερα κατά τη διάρκεια της Κατοχής αυγατίζοντας μάλιστα την περιουσία τους. Το υποψιαζόμαστε. Αλλά κανείς δεν το αφηγείται και μάλλον κανείς δεν θέλει και να το ακούσει. Κι ας ανήκει κι αυτή η στάση, αυτή η εκδοχή στα ανθρώπινα…

Η ιστορία αποκρύπτει. Για δύο λόγους: ο πρώτος, για να ενισχύει την αντοχή και την επιρροή της μέσω του μύθου, της μισής αλήθεια. Και ο δεύτερος για να μπορεί να γίνεται εργαλείο στα χέρια του νέου καθεστώτος. Να χειραγωγεί. Η νέα τάξη λειαίνει όσα μπορούν να κρατήσουν ζωντανή τη μνήμη και υπερτονίζει εκείνα που τη συμφέρουν κι εκείνα που την διαφοροποιούν από τα προηγούμενα καθεστώτα. Γι’ αυτό και τα ανθρώπινα, τα καθημερινά, δεν την αφορούν καθόλου. Μάλλον όχι, επειδή ακριβώς τα φοβάται γι’ αυτό και τα αποσιωπά.

Τι φοβάται;

Φοβάται πως η αποκάλυψη μια «φυσιολογικής» ζωής σε καιρούς δίσεκτους μπορεί να γεννήσει την υποψία για το παρόν. Την υποψία ΜΗΠΩΣ και τώρα ζούμε μέσα σε ένα αποτρόπαιο καθεστώς, μια στυγνή δικτατορία, που όμως δεν είναι ορατή σε όλους. Μήπως δηλαδή μια ιστορία που θα χωρούσε και την καθημερινότητα γινόταν αφορμή να αμφισβητηθεί η πραγματικότητα.

Η κοινωνία «του καναπέ» υπήρχε πάντοτε, δεν είναι σημερινό σύμπτωμα. Δεν υπήρχαν ποτέ περίοδοι που σύμπασα η κοινωνία να εξεγέρθηκε ενάντια σε ένα καθεστώς. Όμως, δεν υπήρχε και περίοδος που κάποιοι να μην έχουν σηκωθεί από τον καναπέ και να μην έχουν πάρει στα χέρια τους τη μνήμη και το ριζικό τους. Με τον ίδιο τρόπο που δεν έχει υπάρξει ούτε ένας ήρωας –αληθινός, όχι μυθικός ή κινηματογραφικός- που να μην ένιωσε την ανάγκη να τρέξει στην τουαλέτα την ώρα της δράσης. Ούτε ένας που να μην είπε ότι θα προτιμούσε να φάει έναν ωραίο μπακαλιάρο σκορδαλιά αντί να πάει να πεθάνει υπέρ βωμών και εστιών.

Ιστορία χωρίς ανθρώπινες αδυναμίες, μικρότητες, φοβίες, χωρίς την ανθρώπινη προσαρμοστικότητα δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Κι αυτά όλα είναι καλό να τα μαθαίνουμε… Αλλιώς δεν πρόκειται ποτέ μας να καταλάβουμε τι μας γίνεται!

Αφορμή για όλες αυτές τις σκέψεις ήσαν δύο πράγματα:

Το βιβλίο «Φέϊγ Βολάν της Κατοχής» με μια επιλογή από τα καθημερινά χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη στην εφημερίδα Πρωία, την περίοδο 1941-44…

Και το ταξίδι της Μάγιας Τσόκλη στη Βόρειο Αφγανιστάν που προβλήθηκε πριν λίγες ημέρες στην ελληνική τηλεόραση με σκηνές από την καθημερινότητα των Αφγανών εκτός της εμπόλεμης ζώνης.

Στα χρονογραφήματα του Βάρναλη περιέχονται «εντυπώσεις, παρατηρήσεις, κρίσεις, αφηγήσεις ανεκδότων, περιγραφές παντοίας, αναπαραστάσεις σκηνών και εικόνων εκ της σύγχρονης κοινωνικής ζωής, κατά κανόνα εις ύφος εύθυμον και χαρίεν, παιγνιώδες, το οποίον όμως δεν αποκλείει στοιχειώδη τινα φιλοσοφικήν σκέψιν… Δύναται να θεωρηθή ως ενδιάμεσον μεταξύ ομιλίας και εντέχνου γραπτού λόγου…» (Γ. Σερούιος). Κάτι σαν ένα μπλογκ δηλαδή της εποχής!!!

Μέσα από αυτά παρακολουθούμε «νοερώς τον συγγραφέα στις καθημερινές του διαδρομές και ασχολίες: σπίτι-γραφείο, δρόμοι, δημόσιοι χώροι, αγορά, ταβέρνες, εκδρομές, διαβάσματα».

Ο απελπισμένος αγώνας για επιβίωση υπονοείται μέσα από τη διαρκή φροντίδα για την εξεύρεση τροφής άλλοτε με καθαρά τραγικό και άλλοτε με κωμικοτραγικό τρόπο. Ο Βάρναλης δεν γράφει ιστορία. Την ζει. Μέσα σε έναν κλειστό κοινωνικό ορίζοντα και δίχως την ορατότητα του μέλλοντος. Παρά την ιδεολογική του ταυτότητα, καταλαβαίνεις ότι έχει την αίσθηση ότι ίσως τίποτα να μην μπορεί να αλλάξει. Όπως οι περισσότεροι άνθρωποι σε περιόδους που η ανάγκη παραμερίζει τις ιδεολογίες. Οι υπόλοιποι είτε έχουν φυγαδευτεί στο εξωτερικό είτε έχουν πάρει τα βουνά. Εμείς παρακολουθούμε εκείνους που έμειναν. Πως ζουν, τι κάνουν, πως σκέφτονται, τι λένε, τι διαβάζουν;

Να, ας πούμε, στο φύλλο της Πρωίας, της 12ης Ιανουαρίου 1943 διαβάζουν:

-Απώθησης των Ρώσων εκ πολλών κατωκημένων μερών. Νέαι σοβαραί Σοβιετικαί απώλεια εις άνδρας και τανκς.

-Κατηγορηματική διάψευσης των φημών περί δήθεν πολιτικής επιστρατεύσεως.

-Φιλολογικαί συζητήσεις: Η κριτική της κωμωδίας και η κωμωδία της κριτικής, του κ. Αγγελου Τερζάκη

- Ένα βιβλίον μυστηρίων και θαυμάτων: Ανάμεσα στους μάγους του Θιβέτ, της κ. Αλεξάνδρας Ντελαβινέντ (115ον)

- Αι επιφυλλίδες της Πρωίας: Τοπία και Ανθρωποι του κ. Πέτρου Χάρη.

- Οι Ιάπωνες ετοιμάζουν δράσιν εις Αυστραλίαν.

- Η τιμή των σιγαρέττων – νέα προθεσμία για τα δελτία

- Δριμύτατον ψύχος εις την Μακεδονίαν

- Ο στρατηγός Πάγκαλος δια τα σχέδια του Στάλιν

- Τα γενέθλια του στρατάρχου Γκαίρινγκ

- Οι περιορισμοί της καταναλώσεως ρεύματος

- Εκλογαί θα διεξαχθούν εις την Τουρκίαν

- Ραδιόφωνον: το πρόγραμμα

- Θεάματα, Κοινωνικά, Πένθη, Διαφημίσεις

Ετσι τότε…

Ετσι και τώρα…

Ή μήπως όχι;

Σχόλια

  1. Στρατηγε μου (απο το αμιμητο "στρατηγος Ανεμος" του μεγιστου) εχω βαρεθει να καταχωρω τα κειμενα σας στις επιλογες μου στο buzz και στον καταλογο που φυλαω με κειμενα-διαμαντια απο τη μπλογκοσφαιρα. Τι θα γινει με την παρτη σας τελοσπαντων?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Υπέροχο κείμενο!
    Η επίσημη ιστορία που μαθαίνουμε στην Ελλάδα αγνοεί παντελώς την βιωματική πλευρά. Κι όμως η ιστοριογραφία σαν επιστήμη, έχει σκύψει πάνω στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων και έχουν γραφτεί πολλοί τόμοι για τις συνήθεις και τις ζωές των καθημερινών ανθρώπων σε όλες τις ιστορικές εποχές. Στη χώρα μας, μια τέτοια θεώρηση έχει τους κινδύνους που αναφέρεις, συν επιπλέον τον κίνδυνο να χαλάσει η σούπα ορισμένων ιδεολογικών μορφωμάτων που λειτουργούν απερίσπαστα μέχρι σήμερα.

    Σ' αυτά που γράφεις περί κατοχής, θα ήθελα να προσθέσω και για τα πάρτι των νέων που γίνονταν την ώρα της συσκότισης. Οταν το πρωτοάκουσα είχα μείνει άναυδη. Καλά δεν φοβόντουσαν, σκεφτηκα. Κι όμως, οι πλάκες και οι χοροί καθόλου δεν έλειπαν, ακόμη κι όταν ακουγόνταν οι σειρήνες έξω από την πόρτα τους. Αυτού του είδους την ιστορία δεν προβλέπω να τη δούμε γραμμένη όσο κυκλοφορεί ελεύθερος ο Ανθιμος και ο Παπαθεμελής (να μην ξεχνιόμαστε..
    :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Μου θύμισες τη Γώγου:

    Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
    που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών
    Εξάρχεια Πατήσια Μεταξουργείο Μέτς.
    Κάνουν ότι λάχει.
    Πλασιέ τσελεμεντέδων και εγκυκλοπαιδειών
    φτιάχνουν δρόμους και ενώνουν έρημους
    Διερμηνείς σε καμπαρέ της Ζήνωνος
    επαγγελματίες επαναστάτες
    παλιά τους στρίμωξαν και τα κατέβασαν
    τώρα παίρνουν χάπια
    και οινόπνευμα για να κοιμηθούν
    αλλά βλέπουν όνειρα και δεν κοιμούνται.
    Εμένα οι φίλοι μου είναι σύρματα τεντωμένα
    στις ταράτσες παλιών σπιτιών
    Εξάρχεια Βικτόρια Κουκάκι Γκύζη.
    Πάνω τους έχετε καρφώσει εκατομμύρια σιδερένια μανταλάκια
    Τις ενοχές σας αποφάσεις συνεδρίων
    δανεικά φουστάνια
    σημάδια από καύτρες περίεργες ημικρανίες
    απειλητικές σιωπές κολπίτιδες
    ερωτεύονται ομοφυλόφιλους
    τριχομονάδες καθυστέρηση
    το τηλέφωνο το τηλέφωνο το τηλέφωνο
    σπασμένα γυαλιά το ασθενοφόρο κανείς.
    Κάνουν ότι λάχει.
    Όλο ταξιδεύουν οι φίλοι μου
    γιατί δεν τους αφήσατε σπιθαμή για σπιθαμή
    Όλοι οι φίλοι μου ζωγραφίζουνε με μαύρο χρώμα
    γιατί τους ρημάξατε το κόκκινο
    γράφουνε σε συνθηματική γλώσσα
    γιατί η δικιά σας μόνο για γλείψιμο κάνει.
    Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά και σύρματα
    στα χέρια σας. Στο λαιμό σας.
    Οι φίλοι μου.


    Να 'σαι καλά Άνεμε...

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου