Ημέρα SOUL η χθεσινή


Update:

ΤΟΜΠΟΛΑ!!!: Βρε, βρε, βρε πως μπορεί να μπερδευτεί κανείς μέσα στην ίδια την ανοησία και την αχρωματοψία του! (Και πάλι να ΜΗΝ καταλάβει ΠΩΣ την πάτησε έτσι με ένα τεράστιο ερωτηματικό να αιωρείται μέσα στο κεφάλι του!!).


...

Το είχα αγοράσει εδώ και μέρες αλλά δεν έβρισκα χρόνο ούτε να το ξεφυλλίσω. Με τρομάζει αυτό το περιοδικό γιατί απαιτεί το χρόνο μου. Σαν κακομαθημένο. Όλα τα περιοδικά που κυκλοφορούν μπορείς να τα πιάσεις, να τα αφήσεις, να τα ξαναπιάσεις, να τα παραπετάξεις, να τα χαζέψεις στα γρήγορα και να μη διαβάσεις τίποτα ολόκληρο. Το SOUL σου επιβάλλει να το πάρεις στα χέρια σου και να το στύψεις. Δεν ξέρω αν είναι καλό αυτό. Κάποιους μπορεί και να τους ζορίζει χρονικά. Ασε που δεν μπορείς εύκολα να το πάρεις στο κρεβάτι, έτσι και σε πάρει ο ύπνος και πέσει στη μούρη σου μπορεί να σε βρουν σε δύο εβδομάδες σε αποσύνθεση λόγω κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων. Προσωπικά με τρελαίνει αυτός ο πληθωρισμός ύλης. Και τη μισή να είχε πάλι τα έδινα τα 3 ευρώ. Όταν κάποια στιγμή το είπα στα παιδιά που το βγάζουν, στο Στέφανο και στη Βάγια, με αποστόμωσαν: «Εχουμε πολλά να πούμε!». Και καλά κάνουν. Και τα λένε και τα γράφουν ωραία και αυτοί και οι συνεργάτες τους.

Από το τρέχον τεύχος (#06) πρόλαβα να διαβάσω σχεδόν τα μισά θέματα. Ξεχώρισα τρία (δύο συνεντεύξεις κι ένα «κομμάτι») τα οποία κατά τη γνώμη μου αποτελούν και μικρά case studies για φοιτητές ΜΜΕ (και όχι μόνο) που έχουν την όρεξη να μάθουν να γράφουν χωρίς να αναπαράγουν τον πολτό μέσα στον οποίο βουλιάζουμε εδώ και χρόνια.

Η πρώτη είναι η συνέντευξη της Sofia Coppola στον Ηλία Φραγκούλη. Υποδειγματική. Ολη η ατμόσφαιρα των Κανών αλλά και της συζήτησης που είχαν η σκηνοθέτρια με τον δημοσιογράφο. Ολες οι πληροφορίες για τη νέα ταινία της. Με τρόπο που σε κάνουν να θέλεις να πιάσεις στασίδι έξω από έναν κινηματογράφο και να περιμένεις από τώρα, τέλη Ιουνίου, μέχρι τις αρχές του 2007 για να δεις την «Μαρία Αντουανέτα». Και στρίμωγμα με τις ερωτήσεις. Χωρίς ο δημοσιογράφος να υποκύπτει στη γοητεία, στο μάρκετινγκ και την υποκειμενική του εκτίμηση (είναι φανερό ότι ο Η.Φ. γουστάρει τις δουλειές της) για την Sofia. Χωρίς ανοησίες. Γραμμένη «αμερικάνικα», δηλαδή άριστα! Νομίζεις ότι κάθεσαι δίπλα τους, πίνεις φρέντο, τραγανίζεις κουλουράκια και περιμένεις πότε θα τελειώσουν για να πάτε μαζί για δείπνο. Άλλες τρεις (και δεκατρείς) σελίδες να ήταν δεν θα βαριόμουν…

Η δεύτερη συνέντευξη είναι αυτή του συγγραφέα Niall Griffiths στον Δημήτρη Καραθάνο. Εχοντας πρόσφατα διαβάσει το αριστουργηματικό Κέλι+Βίκτορ, ήθελα πάρα πολύ να γνωρίσω αυτόν τον τυπάκο από το Λίβερπουλ. Τα ανακλαστικά του δημοσιογράφου λειτούργησαν άψογα, το timing της συνέντευξης λίγες εβδομάδες μετά την έκδοση του βιβλίου ήταν το σωστό, οι ερωτήσεις «διαβασμένες» όμως η συνταγή δεν πέτυχε. Και δεν πέτυχε γιατί ο Griffiths είναι καλύτερα να γράφει παρά να μιλάει. Είναι να μην σου τύχει κάτι τέτοιο. Το κεφάλι κάτω να του πατάς του συνεντευξιαζόμενου αν δεν έχει κάτι να πει δεν θα το πει! Είναι από τις περιπτώσεις που συμβαίνουν και στα καλύτερα σπίτια χωρίς τα σπίτια να έχουν ευθύνη…

Το τρίτο κομμάτι είναι η «ακτινογραφία» των Πανεπιστημίων της Θεσσαλονίκης και μάλιστα ανά σχολή. Απολαυστικό αν και νομίζω ότι οι άμεσα ενδιαφερόμενοι και γνωρίζοντες πράγματα και καταστάσεις θα κρατούν την κοιλιά τους απ’ τα γέλια. Από τα θέματα που θα μπορούσαν να επαναλαμβάνονται κάθε χρόνο και κάθε χρόνο να είναι φρέσκα.

Επίσης, από όσα θυμάμαι –δεν έχω και το περιοδικό εδώ- ξεχώρισα τα «Χρώματα των υποψηφίων δημάρχων και νομαρχών της Θεσσαλονίκης». Πολιτική ανάλυση για τα χάλια μας τα μαύρα που αν δεν είχε τόσο χιουμοριστική διάθεση σε έστελνε για φούντο από το Λευκό Πύργο με τις φλέβες ξυραφιασμένες και εφτά κουτιά ηρεμιστικά στο στομάχι για να μην υπάρχει περίπτωση να γλιτώσεις.

Η δε ατάκα του μήνα (και του τεύχους) ανήκει στον Γιώργο Σκαμπαρδώνη που στην ερώτηση «ποιο θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα κάνατε αν εκλεγόσασταν δήμαρχος Θεσσαλονίκης» απαντά: «Θα ανατίναζα τον Λευκό Πύργο και τον πύργο του ΟΤΕ». Μαζί σου!!!

Σχόλια

  1. kelly+victor
    νόμιζα πως θα άντεχα, άλλωστε δεν ήξερα τι με περίμενε. Ξεκίνησα το βιβλίο ρουφόντας κάθε λέξη και όσο προχωρούσε αναρωτιόμουν: "ρε, πάμε καλά;" και συνέχιζα το διάβασμα.Αφου διάβασα τον βίκτωρ έκανα μια παύση μερικών ημερών.Τρόμαξα γιατί βρήκα δικά μου κομμάτια μέσα εκεί, και η ερώτησή μου άλλαξε: "ρε κορίτσι μου, πας καλά; Οκ αυτός ο τύπος ότι θέλει γράφει, εσύ που τα διαβάζεις όλο περιέργια; και την βρίσκεις κιόλλας!..."

    Τελικά το βιβλίο όσο με τρόμαξε τόσο μ άρεσε.

    ένα πλέξιγκλας αλεξίσφαιρο μας χωρίζει...


    trapped

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Soul
    Πως είναι ο φλώρος στα Ξανθο σαλονικιότικα;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Soul
    Πως είναι ο φλώρος στα Ξανθο σαλονικιότικα;

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου