Τι Βατερλό, τι Leipzig!!!


18 Ιουνίου τότε και τώρα (που η Γαλλία σχεδόν κατέρρευσε μπροστά στους δαιμόνια γρήγορους και αποφασισμένους Κορεάτες σε έναν αγώνα που μόλις τελείωσε εκατομμύρια φίλαθλοι φώναξαν ένα μυριόστομο «Σκατά!»)

Πριν το αγώνα διάβασα το … «Προφητικό» κείμενο του Πάνου Θεοδωρίδη στον Αγγελιοφόρο της Κυριακής. Στο γήπεδο είδα μια ακόμη από τις «βαριάδες» που αναφέρει ο Πάνος. Για δες πως δένει ποδόσφαιρο και ιστορία!!!

Βατερλό, 18 Ιουνίου 1815.


O Ναπολέων έχει νικήσει τον Μπλίχερ στο Λινί, έχει βάλει τον Γκρουσί με 30.000 πολύτιμους φαντάρους του να κυνηγήσει τον Πρώσο και με 70.000 βιαστικά στρατολογημένους πιτσιρικάδες και παλαίμαχους φτάνει έξω από τις Βρυξέλλες, όπου τον περιμένει ο Oυέλινγκτον με άλλους τόσους, οχυρωμένος σε κάτι λοφάκια.


Πρέπει να δειπνήσει στην πόλη με τα αποφάγια του εχθρού, αν θέλει να παραμείνει στο παιχνίδι.


Αποβραδίς ρίχνει καρεκλοπόδαρα, το ιππικό βαλτώνει, τα κανόνια κολλάνε.


O σαρανταπεντάρης Κορσικανός, υπέρβαρος και κακιασμένος (αμφότερα θανάσιμα μειονεκτήματα για ένα στρατηγό) κανονικά με το ξημέρωμα θα έστελνε τον Νέι και τη φρουρά σφήνα στα βορειοδυτικά, θα ανάγκαζε τους Εγγλέζους να αλλάξουν μέτωπο οι μισοί και θα κέρδιζε το αγρόκτημα ανάμεσα στις στρατιές έως το μεσημέρι, για να κοπανίσει με το πυροβολικό του κάθε έννοια άμυνας, με το μάτι πάντοτε προς την ανατολή, μήπως και ο Μπλίχερ, φανατικός και πεισματάρης, ξέφευγε από το γραφειοκρατημένο Γκρουσί.


Oι Αγγλοι δεν ήταν τρελοί να μείνουν στις Βρυξέλλες, θα έπαιρναν το δρόμο για τις παραλίες της Φλάνδρας.


Oι Πρώσοι θα έχαναν τ’ αβγά και τα καλάθια, ο Ναπολέων θα κέρδιζε μια χρονιά ακόμη, κι είχε ο Θεός.


Αλλά από την εποχή της Ιταλίας και του Αούστερλιτς είχαν περάσει πολλά χρόνια.


Κaθε φορά που παίζω το Βατερλό στον υπολογιστή, σε καθεμιά από τις βαριάντες που διαθέτω, διαλέγω τους Γάλλους και έως το βράδυ της 18ης Ιουνίου προλαβαίνω να παρελάσω με την αυτοκρατορική φρουρά στην Γκραν Πλας των Βρυξελλών.


Δυο τρεις φορές έπαιξα τον Oυέλινγκτον και ίδρωσα να γλιτώσω καμιά μυριάδα ξεροκέφαλων πεζικάριων, που ευτυχώς «έχουν» επαναληπτικά τουφέκια.


Κι όμως, στην πραγματικότητα, ο Γκρουσί έκανε μια ευχάριστη βόλτα στο πουθενά με τα φαντάρια του, οι Πρώσοι γύρισαν και αντεπιτέθηκαν, ο Oυέλινγκτον άντεξε την καβαλαρία και διέλυσε τη Φρουρά.


Βλeπετε, ο Ναπολέων άργησε να ξυπνήσει, ξεκίνησε τη μάχη αργά το μεσημέρι, οι στρατηγοί του εφάρμοσαν το ρητό «άλλα λέει η θεια μου, άλλα ακούν τ' αφτιά μου».


Στην ουσία, ο άνθρωπος έπαιζε τη μάχη του σε έναν ανύπαρκτο υπολογιστή, που μάλιστα δεν είχε ακόμη εφευρεθεί.


Αλλά οι άνθρωποι, παρά τις αισιόδοξες διαδόσεις, είναι πολύ πιο απλά όντα από τις μηχανές.


Συχνά εμπιστεύονται το «τρεχάτε, ποδαράκια μου» περισσότερο από την επίνοια του στρατηγού τους.


Oποτε τους μυρίζει ολική καταστροφή, αποκτούν απόψεις, στρίβουν διά του αρρεβώνος, αποκτούν επιχειρήματα.


Νομίζω ότι μπορούσαν να κάνουν δώρο στον αυτοκράτορά τους τις Βρυξέλλες, εκείνη τη νύχτα.


Αλλά μπροστά τους θα είχαν κι άλλες εκστρατείες, μπόλικη πείνα και ποδαρόδρομο, μακριά από τα σπίτια τους, με τελικό αποτέλεσμα, αντί για Βατερλό του 1815, να μιλούσαμε σήμερα για τη «σφαγή του Αράς» του 1816, ή έστω για τη «συμφορά του Μετς», πάλι την ίδια χρονιά.


Με μόνη επίπτωση στους «ΑΒΒΑ»: δε θα κέρδιζαν με το «Waterloo» τη Γιουροβίζιον, αφού το «Αράς» κάνει ρίμα μόνο με το «ψαράς» και το «Μετς», δύσκολα, πολύ δύσκολα, με το «Μπογκομόλετς»

18/6/2006

Σχόλια