Cemberlitas Hamami


Γονατίζω δειλά δίπλα σε μια μικρή μαρμάρινη γούρνα και η Φατμά, φορώντας τώρα μόνο ένα μικρό δαντελένιο κιλοτάκι, μου πιάνει το χέρι και μου χαμογελάει, μιλώντας στα τουρκικά. Δεν την καταλαβαίνω κι αυτή ξαναπροσπαθεί. Χειρονομεί και ανοίγει τις μπρούτζινες βρύσες του ζεστού και του κρύου νερού, η γούρνα γεμίζει και το νερό ξεχειλίζει στο δάπεδο. Η Φατμά επιμένει σε αυτό που λέει, αλλά μάταια, δεν καταλαβαίνω τίποτα. Σκύβω προς το μέρος της και τότε η Φατμά βουτάει το χέρι της στο νερό και με καταβρέχει. Η αίσθηση του νερού στο δέρμα μου με αιφνιδιάζει και βάζω τα γέλια, γελάει και η Φατμά, και καταβρέχουμε η μία την άλλη σαν κοριτσάκια.



Ύστερα, με τρίβει μ' ένα τραχύ λινό γάντι, με ξεπλένει, πλένει τα αυτιά μου, τα δάχτυλα των ποδιών. Στηρίζει το κεφάλι μου πάνω στα μεγάλα στήθη της, που απλώνονται έως τη μέση της, με τις σκούρες θηλές στο χρώμα του καπνού, με σαπουνίζει ολόκληρη και γλιστράει ένα βαμβακερό αφράτο μαξιλαράκι κάτω από την πλάτη μου. Το μασάζ είναι δυνατό, βρίσκομαι σε κατάσταση ευδαιμονίας. Αχτίδες αστραφτερού φωτός διαπερνούν το σκοτεινό εσωτερικό τού χαμάμ και αισθάνομαι ότι επιπλέω στους ατμούς, στη ζέστη και το φως.



Ενώ ξεκουράζομαι, αντιλαμβάνομαι ότι μια ολόκληρη οικογένεια βρίσκεται μέσα στη χαραρέτ μαζί μου. Τρεις γενιές γυναικών μπανιάρονται και συνομιλούν. Τον παλιό καιρό, οι μανάδες συνήθιζαν να πηγαίνουν στο χαμάμ για να έχουν την ευκαιρία να παρατηρήσουν από κοντά τη μέλλουσα νύφη τους, να δουν μήπως έχει καμιάν άλλη παραξενιά, εκτός από το να τους αρέσει ο γιος τους... Μια χοντρή γιαγιά έχει ξαπλώσει λίγο πιο μακριά από την υπόλοιπη οικογένειά της, πάνω στο μάρμαρο, τυλιγμένη σε μια πετσέτα, έχοντας όμως γυμνά τα στήθη και την πλάτη της. Τα μαλλιά και τα μάτια της είναι σκούρα. Οι εγγονές της φοράνε τα μαγιό τους και δύο μικρά αγόρια φοράνε τα σλιπάκια τους και παίζουν προσπαθώντας να ξεφύγουν από τις μανάδες τους που τους σαπουνίζουν το κεφάλι. Τα κορίτσια κοιτάζουν κλεφτά γύρω τους και μετά, τριγυρίζουν τη γιαγιά τους και αρχίζουν να την λούζουν και να την τρίβουν. Έχω μείνει άναυδη και χωρίς να το θέλω καρφώνω το βλέμμα μου σ' αυτήν την παράξενη εικόνα που έχω μπροστά μου. Ποτέ μα ποτέ, εμείς οι Προτεστάντες δεν αγγιζόμαστε στο σπίτι μας. Ποτέ δεν αγγίζουμε το σώμα της μάνας μας ή της γιαγιάς μας, παρ' εκτός και είναι πολύ άρρωστες. Όμως, τα κορίτσια πλένουν τη γιαγιά τους, χωρίς να αισθάνονται την παραμικρή αμηχανία, τη λούζουν και την τρίβουν με σαπούνι αρωματικό που ευωδιάζει μέντα, χαμογελούν και μιλούν μεταξύ τους.



Καθώς εγκαταλείπω την αίθουσα για να πάω να ντυθώ, η Φατμά μού φέρνει ένα ποτήρι ξέχειλο με δροσερό νερό για να πιω και να ξεδιψάσω. Ύστερα ανάβει τσιγάρο, μου μιλάει τουρκικά και σιγοτραγουδάει ένα σκοπό. Λίγο πριν φύγω, της δίνω ένα μικρό φιλοδώρημα. Η Φατμά το σφίγγει στο χέρι της, μου κάνει νόημα να περιμένω και τρέχει πίσω στην κουζίνα σ' ένα ντουλάπι, βγάζει ένα αγγουράκι, το ξεφλουδίζει και μου το φέρνει. Σκύβω και τη φιλάω και στα δύο μάγουλα και λέω τη μόνη φράση που ξέρω στα τουρκικά: «Τεσεκούρ εντερίμ, τσοκ τεσεκούρ», που σημαίνει «ευχαριστώ».



Όταν επιστρέφω στο Μπεμπέκ, όπου βρίσκεται το Πανεπιστήμιο, μπαίνω σ' ένα μαγαζάκι δώρων. Ψάχνοντας στα αναρίθμητα μικροπράγματα, ανακαλύπτω έναν μικρό, μπακιρένιο, σκεπαστό δίσκο του 19ου αιώνα, που χρησίμευε για σαπουνοθήκη. Ονομάζεται χαμάμ σαμπουνλούκ και οι γυναίκες έβαζαν μέσα τα σαπούνια, τις πούδρες και τις ελαφρόπετρες, που χρησιμοποιούσαν στο μπάνιο τους. Είναι το ιδανικό δώρο για τη μητέρα μου, που ζει στο Μίσιγκαν. Όταν θα της διηγηθώ αργότερα την εμπειρία μου από τα τουρκικά χαμάμ, αμέσως θα ρωτήσει: «Είναι ασφαλή; Είναι καθαρά; Οι γυναίκες κυκλοφορούν πράγματι ολόγυμνες;». Οι ίδιες απορίες, οι ίδιες ανασφάλειες με τις «εξωτικές» συνήθειες των άλλων, που εμείς δεν έχουμε βιώσει. Ακόμη...



«Εσκί χαμάμ, εσκί τας» που σημαίνει, το ίδιο παλιό χαμάμ, το ίδιο παλιό φλιτζάνι...




* Το ρεπορτάζ της Αμερικανίδας δημοσιογράφου Νάνσυ Μίλφορντ δημοσιεύτηκε στο «New York Times Magazine»

Σχόλια

  1. ευχαριστώ τον Ανεμο δια την αντιγραφή της ωραίας ιστορίας που μου κράτησε συντροφριά σήμερα το βράδυ και μου θύμισε τα μέρη μας
    Μαρια Α.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου