Κανείς δεν τους θυμάται. Δικαιοσύνη

Ερχεται ένας «του χώρου» και τηλεοπτικώς τα βάζει με τα παιδάκια των realities και τους ολετήρες του καλού γούστου.




Πρώτη φορά που θέλησα να μετρήσω με μια φουρκέτα το περιεχόμενο της κεφαλής του.



Oταν τα στερεότυπα συγκρούονται με άλλα στερεότυπα, το αποτέλεσμα είναι ο θρίαμβος της Γκάνας στο εμβρόντητο τσέχικο πεδίο βολής.



Κι άρχισα το λογαριασμό, για να μην αποτρελαθώ.



Πρωτα ήταν η αθηναϊκή σχολή, με τις παρτιτούρες από ιταλικές οπερέτες και τα «εθνικά» άσματα, οι διαγωνισμοί του «Παρνασσού», οι καθαρευουσιάνοι βάρδοι δίπλα στον Ροΐδη και στον Βιζυηνό, ο Σουρής και η καθημερινή του παστιτσάδα, η διώρυγα της Κορίνθου.



Και ήρθε μια γενιά αμετροεπής και επιθετική, που έγραφε μια δυσνόητη πλην μοντέρνα δημοτική, οπότε οι Παλαμάδες έστειλαν τους καθαρευουσιάνους στο καθαρτήριο, τους φλύαρους μαζί με τον Κατασούτσα και τον Γιαννόπουλο.



Κυβέρνησαν ώς το Μεσοπόλεμο υπό τους ήχους του Σακελλαρίδη, ώσπου η γενιά του τριάντα, αλλά και των καθημερινών περιοδικών, οι Θεόφιλοι και οι Βαμβακάρηδες, ροκάνισαν τους θρόνους αυτών που ανέδειξαν σε ακαδημαϊκό τον Σωτήρη Σκίπη.



Κι επειδή οι δεξιοί νίκησαν τους αριστερούς, ακούστηκε μπόλικο μπίμποπ και τσάρλεστον αντάμα με πολλά δημοτικά.



Μεταπολεμικώς, η γενιά της δραπέτευσης υπό τον Αττίκ, τον Σουγιούλ, τον Μουζάκη, κράτησαν τα πρώτα χαρακώματα του σινεμά και τους θρήνους της πρώτης και δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, ενώ στα οικογενειακά κέντρα έριχναν και κανέναν καλαματιανό.



Κι έπειτα, οι λειασμένοι μοντερνιστές έφεραν μαζί με τα Ξενία και τη μετανάστευση, τον Χατζιδάκι και την αποθέωση του Τσιτσάνη, στέλνοντας τον Καπνίση, τον Γιαννίδη, τον Μωράκη σε ρόλους συνοριοφυλάκων, κι απίκου ξεφύτρωσε το νέο κύμα, σύγχρονο της γιγάντιας μουσικοκλοπής ινδικών ασμάτων κι ενώ η νεολαία σήκωνε τη γροθιά, τραγουδώντας Θεοδωράκη, έριχνε και μια πρέζα μπιτλομανίας στα κόκαλα της ποπ.




Επειτα, ήρθε η γενιά των μεγάλων έργων, των εθνικών θεμάτων, Λόρκα στο μαγγανοπήγαδο του Μπρεχτ, μεγαλεπήβολοι τίτλοι και ορατόρια, οπότε το πλήθος βολεύτηκε με Τζον Τίκης, Κοινούση, Καφάση και Φλωρινιώτη.



Αλλα όσο κρατούσε το ραδιοφωνικό μονοπώλιο και οι παραγγελίες από τους δήμους, δεν έτρεχε τίποτε.



Ερχόμαστε τώρα στην τελευταία δεκαετία, όπου οι εταιρίες αναλαμβάνουν όλη τη χαμαλοδουλειά και εφευρίσκουν το κοινό τους, αντί να το ψάχνουν με το βουλοκέρι.



Δίνουν Καρβέλα στα μωρά, απόλυτες Βανδές και Βισσικές θεότητες, μαζί με μπόλικη δημοσιογραφική λογοτεχνία και στον ορίζοντα η εκάστοτε Βέρα Λάμπρου βολεύει το κοινό των πλακατζήδων, των μανιακών με τα στοιχήματα και των κυνηγών αλλοδαπών υπάρξεων.



Oι εταιρίες σε συνεργασία με την τηλεόραση έχουν κερδίσει προσώρας την αγορά, μειώνοντάς την: ένας στους οκτώ είναι μόνιμος χρήστης τους.



Oι υπόλοιποι διαλέγουν το φάρμακό τους από όποιο φαρμάκι μπορούν, ανοργάνωτοι, διαλυμένοι και σκυθρωποί.



O ποιητής το έχει γράψει: «Κανείς δεν τους θυμάται. Δικαιοσύνη».



Δε θα σταματήσει ο Γλέζος τη μυλόπετρα που έλιωσε τον Σουγιούλ, τον Κοφινιώτη, τον Λαπαθιώτη και τον Βασιλειάδη.




Χωρίς να αποκλείω κάπου μεταξύ 2040 και 2060 κάποιοι να ανακαλύπτουν τι έπρατταν οι πρόγονοί τους μουσικώς και λογοτεχνικώς, προτείνω σιγή ασυρμάτου για να περάσει κι αυτή η γενιά, που θα εξανδραποδιστεί μόνον από τη διάδοχό της, όχι από τους γκρινιάρηδες περιθωριακούς του αξέχαστου χτες
.


Πάνος Θεοδωρίδης


19/6/2006

Σχόλια