Θα δούμε πολύ χειρότερα…

Ν' ΑΛΛΑΞΟΥΜΕ ΚΟΛΑΣΗ



Όταν αποφάσισα να πολεμήσω με την Άνοιξη

(έτσι κι αλλιώς δεν ήταν πιά της φαντασίας μου)

οι κάλπηδες κριτές μού πρόσφεραν μια θέση δίπλα στην αγχόνη.



Θέλω ν' αλλάξω δέρμα. Πρέπει ν' αλλάξω κόλαση.

Ν' αλλάξουμε αέρα. Πρέπει ν' αλλάξουμε κόλαση.









Μάνος Ελευθερίου



---




ΚΑΠΟΙΟ ανοιξιάτικο βράδυ της δεκαετίας του 1980 ο Μάνος Ελευθερίου βρέθηκε μ’ ένα φίλο του κάπου στην Πλάκα, που ακόμη διατηρούσε -έστω ξεθωριασμένο- το χρώμα της. Οι δύο άνδρες έφαγαν, ήπιαν και κάτι παραπάνω και τότε -εντελώς ξαφνικά- ο ένας αποκάλυψε στον άλλον ένα τρομακτικό μυστικό δεκαετιών. Σε μια διήγηση, που έμοιαζε περισσότερο με εξομολόγηση, ο φίλος του Μάνου Ελευθερίου του είπε ότι ο ίδιος με ένα φίλο του, όταν ήταν μικρά παιδιά στη Θεσσαλία στα πρώτα χρόνια του εμφυλίου στα μέσα της δεκαετίας του 1940, έθαψαν ζωντανό ένα συνομήλικό τους σε ένα λάκκο που είχε ανοίξει μια οβίδα. Η υπόθεση δεν έγινε ποτέ γνωστή και η εξαφάνιση του θύματος παρέμεινε ανεξιχνίαστη…



«Δώρα των ημερών»





Ηταν λίγο μετά τον πόλεμο και τα ερείπια είχαν γίνει η χαρά των παιδιών. Αργησε πολύ να ξαναχτιστούν τα σπίτια σ’ εκείνη την περιοχή. Ένα απόγευμα καλοκαιριού, που η θάλασσα στο βάθος άχνιζε, κάποιο οχτάχρονο παιδί, την ώρα που έπαιζε παραπάτησε κι έπεσε μέσα σ’ εκείνα τα πηγάδια που είχαν ανοίξει οι οβίδες και οι βόμβες. Όχι λάκκους, πηγάδια. Δύο φίλοι του πλησίασαν τρομαγμένοι ξαπλώνοντας μπρούμυτα τον κοίταζαν και τον παρηγορούσαν. Ο μικρός έκλαιγε σπαρακτικά και ζητούσε τη μάνα του. Οι φίλοι του υπόσχονταν γρήγορα βοήθεια, αρκεί να σταματούσε το κλάμα, να φανεί σαν κι εκείνους άντρας και να κάνει υπομονή. Ωστόσο μια ανεξήγητη αδράνεια τους είχε κοκαλώσει. Αρχισαν να του λένε αστεία. Καθώς τα ‘λεγαν και γελούσαν, ο μικρός ξεθάρρεψε. Πήρε μια πέτρα και την πέταξε προς τα επάνω. Ενας από τους φίλους του θύμωσε. Ηταν μεγαλύτερος και το θεώρησε προσβολή για τον ανδρισμό του. Πήρε μια πέτρα κι εκείνος και τον σημάδεψε στο κούτελο. Ο δεύτερος τον μιμήθηκε κι έτσι σε λίγο γινόταν κανονικός πετροπόλεμος. Μόνο που ο μικρός, κάτω, άρχισε να νιώθει πολύ άσχημα, καθώς είχε πέσει σε βάθος πέντε μέτρων τουλάχιστον και τώρα φαινόταν πως πήγαινε στον πάτο της Γης. Αρχισε να τον πονάει πολύ το σπασμένο πόδι του, έτσι νόμισε, κι άρχισε να φωνάζει υστερικά. Μόλις, μάλιστα, ένιωσε τα αίματα να τρέχουν στο πρόσωπό του, το κακό χειροτέρεψε.


Οι φίλοι του τρόμαξαν. Δεν περίμεναν τέτοια αντίδραση. Χωρίς να το καταλάβουν άρχισαν να πετούν ξύλα, κλαδιά, πέτρες και σπασμένα τζάμια. Ο μικρός ξεφώνιζε περισσότερο. Απειλούσε ότι εκείνοι έφταιγαν που έπεσε στο πηγάδι, ότι εκείνοι τον έριξαν επίτηδες (αυτό ήταν ψέμα) και ότι όταν θα βγει θα πάρει τη μάνα του και θα πάνε στην αστυνομία. Οι άλλοι αγρίεψαν.

-Δεν θα πας πουθενά.

-Όχι, θα πάω.

-Δεν θα πας πουθενά, ρε!

-Θα σας δείξω εγώ. Εχω και θείο χωροφύλακα στην Αθήνα!

-Να!

Και του πετούσαν. Αυτό κράτησε κάμποση ώρα. Ο μικρός, από κάτω, είχε σκεπαστεί ολόκληρος από χώμα, αλλά οι φίλοι του μανιασμένοι εξακολουθούσαν να του πετούν ό,τι έβρισκαν.

Μόλις σκοτείνιασε, βγήκε η μάνα του στην πόρτα και φώναξε. Αυτό γινόταν κάθε μέρα. Εκείνο το απόγευμα όμως το παιδί δεν εμφανίστηκε. Ανήσυχη η μάνα ρώτησε τους φίλους του αν τον είδαν κι εκείνοι, ένοχοι και σιωπηλοί, σήκωσαν τους ώμους. Προς το βράδυ κι αφού είχε πάρει αλαλόφωνη σπίτι-σπίτι όλη τη γειτονιά της φωνάζοντας και ζητώντας το, πήγε φαρμακωμένη να το καταγγείλει στην αστυνομία. Της είπα να ησυχάσει και πως θα κάνουν έρευνες. Δεν έγινε τίποτα. Είχαν πολλές δύσκολες δουλειές εκείνες τις μέρες, δεν είχαν καιρό για τέτοια.

Την άλλη μέρα πρωί πρωί η οικογένειά του ενός φίλου του χαμένου παιδιού μετακόμιζε στην Αθήνα. Ούτε έμαθαν ποτέ ότι ο γιός τους ήταν ανακατεμένος σε μια τέτοια υπόθεση. Ηταν οι ώρες που κάμποσοι πονετικοί γείτονες προσφέρθηκαν να βοηθήσουν, ψάχνοντας γωνιά-γωνιά ακόμη και μέσα στα επικίνδυνα ερειπωμένα σπίτια. Κάποιος, μάλιστα, πήγε στα γραφεία της τοπικής εφημερίδας και παρακάλεσε να βάλουν μια αγγελία, μήπως και ρίξουν λίγο φως στην τραγωδία. Προς το βραδάκι, κουρασμένοι, όλοι πήγαν στα σπίτια τους άπρακτοι. Μόνο η μάνα συνέχιζε μόνη της, παίρνοντας τα βουνά.και τις ρεματιές φωνάζοντας. Πάνω στο εξάμηνο, οι γονείς του άλλου παιδιού έφευγαν μετανάστες στην Αυστραλία. Πήραν μαζί και το γιο τους κι έτσι χάθηκε και ο τελευταίος μάρτυρας του επεισοδίου. Το πράγμα ξεχάστηκε. Αν καμιά φορά ερχόταν η συζήτηση, στα καφενεία, ο καθένας είχε τη δική του ερμηνεία για την εξαφάνιση του παιδιού. Αλλοι έλεγαν ότι το πήραν οι γύφτοι, άλλοι κάποιοι περαστικοί καλόγεροι, που μάζευαν έμψυχο υλικό για τα άδεια μοναστήρια τους, άλλοι ότι το πήραν οι αντάρτες και το έστειλαν στη Ρωσία για να το κάνουν γενίτσαρο.

Τα χρόνια πέρασαν δύσκολα, όπως μόνο τα δύσκολα χρόνια ξέρουν να περνούν στην Ελλάδα. Ένα πρωί ο φίλος του παιδιού που έμενε στην Αθήνα είδε εκείνη την εφιαλτική σκηνή στον ύπνο του. Ιδρωσε, στεναχωρήθηκε, τρόμαξε λίγο, αλλά γρήγορα το ξέχασε. Η διαβολική σύμπτωση είναι ότι ακριβώς την ώρα του ονείρου, στην άλλη άκρη της Ελλάδας, μια μπουλντόζα ξέθαβε τα κόκαλα του χαμένου παιδιού. Ολοι υπέθεσαν ότι ήταν το αργοπορημένο δώρο των σκοτεινών ημερών της πατρίδας. Κανείς δεν θυμόταν, άλλωστε, τίποτα. Η τραγική χήρα μάνα του παιδιού είχε πεθάνει. Τα’ αδέρφια του, μεγάλα πια, ζούσαν και δούλευαν αλλού. Μετά τις τυπικές διαδικασίες και τις ψιλοανακρίσεις, δόθηκε η άδεια στον χειριστή της μπουλντόζας να συνεχίσει.





ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ, ΤΕΥΧΟΣ 20, ΣΕΠΤ. 1992






Δημοσιεύτηκε στο «Εντευκτήριο»


Η πραγματική αυτή ιστορία συγκλόνισε το γνωστό ποιητή, στιχουργό και πεζογράφο, ο οποίος την αποτύπωσε σε ένα διήγημα, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Εντευκτήριο», στο τεύχος του Σεπτεμβρίου 1992 και αναδημοσιεύει σήμερα ο «Α». Το συγκεκριμένο κείμενο εμπλουτισμένο με περισσότερα στοιχεία θα δημοσιευτεί τον ερχόμενο Νοέμβριο στη «Λέξη». Το κείμενο αυτό, που έχει τίτλο «Δώρα των ημερών», έρχεται στην επικαιρότητα μετά τα τραγικά γεγονότα της Βέροιας. «Το δούλεψα πολύ, ώστε να είναι γραμμένο “στεγνά”, κατά κάποιον τρόπο δημοσιογραφικά», λέει στον «Α» ο Μάνος Ελευθερίου, ο οποίος θυμήθηκε το διήγημα, μόλις έμαθε την ιστορία του Αλεξ. Ο ίδιος φαίνεται πως «είδε την Αμερική» αρκετά νωρίς και πάντως πολύ νωρίτερα από την υπόλοιπη ελληνική κοινωνία, ενώ δηλώνει απαισιόδοξος. «Θα γίνουν πολύ χειρότερα πράγματα αργότερα», λέει χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι στα παιδιά πάντα διακρίνει κανείς αγριότητα, αφού τα περισσότερα είναι εκδικητικά. «Τα παιδιά είναι εν δυνάμει δολοφόνοι, υπό την έννοια ότι δεν είναι τόσο αθώα όσο νομίζουμε ή ίσως η υπερβολική αθωότητα τα οδηγεί σε τρομακτικές πράξεις, τις συνέπειες των οποίων δεν είναι σε θέση να συνειδητοποιήσουν», υπογραμμίζει, εκφράζοντας μια άποψη που ίσως δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στους περισσότερους γύρω μας.



Αγγελιοφόρος 6/6/2006

Σχόλια