Ουδένα προ του τέλους…



Το Sunset Boulevard της ελληνικής τηλεόρασης


Μια φθινοπωρινή αδιαθεσία με κράτησε στο σπίτι το πρωινό της περασμένης Δευτέρας, με τα υπόλοιπα αδιάβαστα των κυριακάτικων εφημερίδων και την τηλεόραση ανοιχτή αξημέρωτα από το μικρό μου γιο, πριν φύγει για το σχολείο. Εμεινα έτσι όλη τη μέρα, να χαζεύω το νέο πρόγραμμα των καναλιών, από τα πρωινά «ενημερωτικά» μέχρι αργά το βράδυ, όσο μου το επέτρεπαν τα κύματα βήχα και πυρετού που με βύθιζαν στον καναπέ και τις κοτόσουπες.
Αυτή η κατατονική διάθεση, η έλλειψη ενέργειας, η αναγκαστική καθήλωση, όχι απλώς έσωσαν εμένα από αλλεπάλληλα ξεσπάσματα οργής και τη συσκευή της τηλεόρασης από την ολική καταστροφή, αλλά αντίθετα λειτούργησαν ως φίλτρα μέσα από τα οποία μπορούσα να δω την τηλεοπτική μας πραγματικότητα πίσω από την οθόνη.
Η πρώτη γενική διαπίστωση από τη σχεδόν ολοήμερη παρακολούθηση ήταν ότι η τηλεόραση έχει ολοκληρωτικά πλέον στραφεί στον εαυτό της. Τα προγράμματά της, οι παρουσιαστές της, η εικόνα και ο λόγος της δεν απευθύνονται σε κανέναν άλλον πλην του ίδιου της του εαυτού και των μηχανών μέτρησης θεαματικότητας. Οι υπόλοιποι λόγοι ύπαρξής της -η ενημέρωση και η ψυχαγωγία των τηλεθεατών- είναι πλέον εντελώς προσχηματικοί. Τα κριτήρια επιλογής αυτής ή εκείνης της είδησης, αυτού ή του άλλου θέματος, φιλοξενούμενου, γεγονότος έχουν συρρικνωθεί σε ένα: το τι παίζει ο... Αλλος τηλεοπτικός σταθμός!
Είναι τέτοιο το μέγεθος της εσωστρέφειας των ανθρώπων της τηλεόρασης αλλά και του ίδιου του μηχανισμού, που θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει ότι, αν για κάποιο λόγο είχαν βραχυκυκλώσει όλοι οι τηλεοπτικοί δέκτες σε όλα τα ελληνικά σπίτια από κάποια μυστηριώδη ηλεκτρονική επιδημία, τα κανάλια θα συνέχιζαν να εκπέμπουν κανονικά το πρόγραμμά τους και οι έχοντες τα μηχανάκια της AGB θα συνέχιζαν να πατούν μηχανικά κουμπιά χωρίς να βλέπουν τίποτα, σαν να μην τρέχει τίποτα.
Αν κάτι διαταράσσει τον τηλεοπτικό αυτισμό, είναι ο σαρκοβόρος ανταγωνισμός με τις αντίστοιχες ζώνες. Ενας ανταγωνισμός που «γράφει» ως πανικός στο μάτι, ως λοξό βλέμμα σε κάποια αόρατα για τον τηλεθεατή μόνιτορ, όπου απεικονίζονται λεπτό προς λεπτό τα σκορ της αέναης και αμείλικτης (ανα)μέτρησης. Η νέα άνοδος της τιμής του πετρελαίου «τσάκισε» τις τιμές των ζαρζαβατικών, ο θάνατος 12χρονου, επειδή δεν υπήρχε νοσοκομείο να τον δεχτεί, διέλυσε το δράμα του 50χρονου ανέργου με τα επτά παιδιά, η «χοντράδα» πρώην υπουργού για νυν συνάδελφό του εκμηδένισε την πολύνεκρη έκρηξη στο Μπαλί, που όμως πριν από δυόμισι λεπτά είχε στείλει στα αποδυτήρια την είδηση για τα τελωνεία.
Το αυτό συμβαίνει όχι μόνο στις «ενημερωτικές» αλλά και με μεγαλύτερη ακόμη σφοδρότητα στις κάθε λογής «Καλημέρες» -όπου τα γιουβαρλάκια-κανταΐφι ανταγωνίζονται τον Κρόνο στους Διδύμους και το κλάμα της Τουρκάλας πρωταγωνίστριας, όταν ακούει το «Στο ‘πα και στο ξαναλέω» υπερτερεί 11 μονάδων της χειμερινής κολεξιόν για καλτσοσόβρακα- στα «μεσημεριανά» ξεκατινιάσματα, στις απογευματινές σαπουνόπερες, στα βραδινά δελτία ειδήσεων, στις «ψυχαγωγικές» σειρές, στα νυχτερινά «talk show» και πάει λέγοντας, μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες σε όλα τα κανάλια, δημόσια και ιδιωτικά. Ολοι εναντίον όλων.
Ο τηλεθεατής παρακολουθεί μια αρένα όπου οι άλλοτε Καίσαρες, οι βασίλισσες, οι πατρίκιοι και οι λοιποί αστέρες της κερκίδας των επισήμων έχουν ριχτεί οι ίδιοι στο στίβο και σφαγιάζονται μαζί με τους λαμπρούς μονομάχους της παλιάς καλής (;) εποχής. Προσωρινός νικητής ο μηχανισμός, το κανάλι, που δείχνει να επικρατεί των προσώπων.
Οι πρώτοι έσονται δεύτεροι ή τρίτοι -έσχατοι δηλαδή, αφού, αν δεν είσαι πρώτος, δεν είσαι τίποτα- μετά την απομάκρυνση /μεταγραφή /μεταπήδησή τους στο διπλανό κανάλι. Ο μηχανισμός λειτουργεί εξίσου καλά με άλλα πρόσωπα μικρότερης ή και ασήμαντης λάμψης. Οι τηλεοπτικοί πρωταγωνιστές και οι πρωταγωνίστριες μιας ολόκληρης εποχής αποκτούν την ψυχοσύνθεση μελλοθάνατων που δεν ξέρουν τι να συμμαζέψουν και τι να διασώσουν: τα κεκτημένα προνόμιά τους ή την ίδια τους την ύπαρξη.
Αργά και βασανιστικά, αυτοί οι «ημίθεοι» των 90s συνειδητοποιούν ότι ουδείς αναντικατάστατος και τρομοκρατούνται από τη θνητότητά τους, από την ίδια την πραγματικότητα που είχαν λησμονήσει την εποχή που οι αγελάδες ήσαν παχιές και πλούσια τα ελέη. Κι έτσι βλέπουν «την τύχη τους που ενδίδει πια» και υπεισέρχονται στο χώρο του τραγικού. Οπως η Νόρμα στο μιούζικαλ «Sunset Boulevard», στο ηλιοβασίλεμα της καριέρας της…
Οι «γλάστρες» που κάποτε πλαισίωναν τα καθημερινά, θριαμβικά σκηνικά τους, έχουν μεταβληθεί σε αχόρταγα πιράνχας που κατατρώγουν τα κάποτε λεόντεια ποσοστά τηλεθέασης που απολάμβαναν οι ντίβες και οι σόουμαν.
Οι πρώην «αναλώσιμοι» κομπάρσοι αναλαμβάνουν τα ηνία, εκπαραθυρώνοντας την παλαιά φρουρά των υπερεκτιμημένων σταρ, κάνοντας πάρτι με τη συνταγή των πρώτων διδασκόντων και επιδόρπιο του ίδιους. Μέχρι βέβαια να έλθει και η σειρά των πιράνχας, την επόμενη σεζόν, να γίνουν… τσιροσαλάτα.
Ενδεικτικό παράδειγμα η εξαφάνιση μέσα στις μυλόπετρες του μηχανισμού της θρυλικής κάποτε Ρούλας Κορομηλά. Ενδεικτικότερο όμως, φέτος, εκείνο της διαδόχου της, Ελένης Μενεγάκη, που είχε εκθρονίσει την πρώτη εδώ και αρκετά χρόνια. Στα μεγάλα, όμορφα μάτια της εγγράφεται συμπυκνωμένη η κατάσταση της ελληνικής τηλεόρασης και των πρωταγωνιστών της. Σαν να διαισθάνεται εν τη αθωότητί της την επερχόμενη πρόσκρουση του «Τιτανικού» στο παγόβουνο, την πτώση, τη διαδοχή από την επόμενη πρασινομάτα, ξανθή παρουσιάστρια.
Αν η ίδια και οι συνάδελφοί της είχαν δει το «Sunset Boulevard» ίσως να ήσαν περισσότερο προετοιμασμένοι και λιγότερο πανικόβλητοι. Ισως να καταλάβαιναν ότι όλα αυτά είναι ρόλοι που έχουν παιχτεί και ξαναπαιχτεί χιλιάδες φορές από τους «Ριχάρδους» του Σέξπιρ μέχρι τις ημέρες μας. Ισως ακόμη να γίνονταν περισσότερο συμπαθείς. Οπως η «Νόρμα» - Gloria Swanson, όταν τραγουδούσε το υπέροχο «Αs if we never said goodbye», στην προτελευταία σκηνή:

Δεν ξέρω γιατί φοβάμαι τόσο/ ενώ όλα μου είναι τόσο γνώριμα/ τα χαρτονένια δέντρα, οι ζωγραφισμένες θάλασσες, οι ήχοι/ ένας κόσμος που θα ήθελα να ανακαλύψω και πάλι/ όμως δε βιάζομαι/ θέλω μια στιγμή ακόμη…

… Πέρασα τόσα πρωινά προσπαθώντας να σε γοητεύσω/Τρέμω τώρα και ήδη μου λείπεις/ Μου λείπει το παραμύθι που ζήσαμε μέσα σ’ αυτήν την αρένα/ Οταν ήμασταν νέοι…

… Δε θέλω να μείνω μόνη/ Τώρα όλα ανήκουν στο παρελθόν/ Ο κόσμος περίμενε καιρό αυτήν τη στιγμή / Κι εγώ γυρίζω σπίτι…


Με βρήκε η νύχτα κοιτάζοντας την εκπομπή - παρωδία της τηλεόρασης του Θέμου Αναστασιάδη. Αναζήτησα το τηλεκοντρόλ και την έσβησα, όπως είχαν σβήσει οι τελευταίες μου αντοχές. Στη μαύρη οθόνη έμειναν αποτυπωμένα τα έκπληκτα μάτια της Μενεγάκη (ή μήπως ήταν της Swanson;). Μου φάνηκαν βουρκωμένα. Μέχρι που έσβησαν κι αυτά σαν τα ασπρόμαυρα μάτια μιας σταρ του βωβού κινηματογράφου, κοντά εκατό χρόνια πριν.
Περαστικά μας!

Σχόλια

  1. Βλέπω η γρίππη και η τηλεόραση κάνανε θραύση στους bloggers τον τελευταίο καιρό. Περαστικά στους αναξιοπαθούντες, κι από τα δύο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αγαπητέ μου, δεν φταίνε τα κανάλια για την ποιότητα των προγραμμάτων που προσφέρουν. Φταίει απλά το επίπεδο των τηλεθεατών, αφού τέτοιου είδους προγράμματα προτιμούν. Τα μηχανάκια της AGP καταγράφουν ότι βλέπουμε.
    Το ερώτημα είναι σε ποια σπίτια έχουν τοποθετηθεί τα περιβόητα αυτά μηχανάκια; Με ποια κριτήρια επιλέγονται; Είμαι συνέχεια στα ίδια νοικοκυριά, ή αλλάζου; Και κάθε πότε;
    Ποτέ δεν πήραμε απάντηση σ' αυτά τα ερωτήματα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. "Η Μουσική που αγαπάμε και η μουσική που μισούμε μας ενώνει"
    Human Traffic

    Πρέπει να είχες πολύ πυρετό ρε Ναφ για να κάτσεις να δείς τηλεόραση...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Oneire: Και πάλι περαστικά μας!

    Ηνιοχε: Εχεις δίκιο μας όπως έχει πει κάποιος: πρώτα μας έκανα ηλίθιους και τώρα μας προσφέρουν τα ηλίθια προγράμματα που προτιμούν οι ηλίθιοι

    Dark Angel: Επρεπε να συμβεί κι αυτό!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου