The Show must go on

Οι «νεκραναστημένοι» και τα «ζόμπι» στην υπηρεσία του θεάματος

«Κι αν δεις να μην έρχομαι αύριο / Συνέχισε, συνέχισε σα να μη τρέχει τίποτα »

Δύσκολα συμβιβαζόμαστε με τον θάνατο και την απουσία του άλλου, του δικού μας, του αγαπημένου αλλά και του πιο μακρινού, εκείνου που έχει με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο αφήσει τα ίχνη του στη ζωή μας. Δεν είμαστε το μόνο είδος που δυσκολεύεται να αποδεχτεί το θάνατο. Λένε πως και τα δελφίνια θρηνούν και οι φάλαινες αυτοκτονούν για το χαμένο ταίρι τους, κι έχω πολλές φορές δει σκυλιά να κάθονται κουλουριασμένα στη μέση του δρόμου, πάνω στο αποτύπωμα ενός κουταβιού που το ‘χε λιώσει μέρες ή και εβδομάδες πριν το «ωφέλιμο βάρος» μιας νταλίκας.



Είμαστε όμως –ή τουλάχιστον ήμασταν μέχρι πριν λίγο καιρό- το μόνο είδος που συνειδητά φοβάται το θάνατο και υποσυνείδητα ελπίζει στην επιστροφή εκείνου που χάθηκε. Ότι ξάφνου θα ανοίξει η πόρτα κι εκείνος που έφυγε θα ανέβει ξανά στη σκηνή της ζωής, θα κρεμάσει το παλτό του και θα μας πει χαμογελαστά «γύρισα!». Και με αυτό το «γύρισα!» θέλουμε να πιστεύουμε ότι θα ενωθεί και πάλι το κομμένο νήμα της ζωής μας. Μια ελπίδα που ειδικά τον πρώτο καιρό μοιάζει με ακλόνητη βεβαιότητα όταν ακούγεται ένα αυτοκίνητο να παρκάρει έξω από το σπίτι, ένα ασανσέρ να ανεβαίνει, ο ήχος κάποιων κλειδιών που βγαίνουν από την τσέπη.
Αν κάτι μας σώζει από την οδύνη αυτής της ανεκπλήρωτης, βαθιάς επιθυμίας για την επιστροφή είναι ο Χρόνος και η Δημιουργία.
Ο πρώτος διότι η καθυστέρηση της επιστροφής μετράει σε βάρος της πιθανότητάς της. Οι απουσίες γίνονται πιο υποφερτές, αντέχονται. Μερικές φορές νιώθουμε ενοχές γι αυτό, σιγά σιγά όμως το κομμένο νήμα συνυφαίνεται με το δικό μας. Ενσωματώνουμε μέσα μας τους νεκρούς μας. Γινόμαστε ένα μ’ αυτούς, με τις σκέψεις και τις πράξεις τους. Κι αυτοί με τη σειρά τους γίνονται ορόσημα της δικής μας ζωής. Οι μνήμες τους ανακατεύονται με τις δικές μας και συνιστούν τη δική μας μοναδική ιστορία. Κάποια στιγμή συνειδητοποιούμε πως το νήμα δεν θα μπορούσε ποτέ να ενωθεί ακόμη κι αν η επιστροφή μπορούσε να επιτευχθεί. Τι να πεις, τι να μην πεις, από πού να αρχίσεις και που να τελειώσεις για όσα είχαν να μείνει στη μέση και για όσα συνέβησαν καθώς η ζωή, η δική μας ζωή, συνεχίστηκε. Αλλωστε δεν θα ήμασταν μόνο εμείς που μεγαλώσαμε. Θα ήσαν κι εκείνοι τόσα χρόνια μεγαλύτεροι όσα κι εμείς τώρα. Σίγουρα πολύ πιο διαφορετικοί από όσο τους θυμόμαστε όταν έφευγαν. Κι επειδή δεν μπορούμε να έχουμε κοινές αναφορές για τα αγαπημένα μας πρόσωπα που έφυγαν για να τα χρησιμοποιήσουμε ως παράδειγμα, φαντάζεστε πως θα ήταν σήμερα, αν ζούσαν, ο Τσε Γκεβάρα, ο Τζέιμς Ντιν, η Μέριλιν Μονρόε, ο Τζιμ Μόρισον, κι ένα σωρό άλλα πρόσωπα που «έφυγαν» στην πρώτη τους νιότη ή έστω στην ακμή τους; Κάπως σαν τον Ερικ Μπάρτον και πάντως όχι με τη λάμψη με την οποία τους θυμόμαστε.
Η Δημιουργία είναι αυτή που συμπληρώνει τα κενά. Αυτό που μας κάνει δημιουργικούς δεν είναι άλλο από την ανάγκη να εξορκίσουμε τόσο τον δικό μας το Θάνατο όσο και την Απουσία του άλλου. Ο άνθρωπος ξεκίνησε να χτίζει, να ανακαλύπτει, να εφευρίσκει, να κατακτά, με άλλα λόγια να «γράφει» την Ιστορία του γένους του για να εξασφαλίσει την αθανασία του ή έστω, με ένα μικρό, κατά το δυνατόν, διάλειμμα ανυπαρξίας, την επιστροφή του. Εάν δεν είχε τον φόβο αλλά και την βεβαιότητα του θανάτου και την ελπίδα για μετά, γιατί να τα κάνει όλα αυτά. Γιατί να χτίζει ναούς και πυραμίδες;
Λένε –οι ίδιοι που βλέπουν τα δελφίνια να θρηνούν τις αγάπες τους- πως από αυτή την παράλογη ελπίδα γεννήθηκε η Ποίηση. Η τέχνη της ανεκπλήρωτης επιθυμίας. Δίκιο έχουν. Όπως δίκιο έχουν όσοι λένε πως πάνω στο φόβο του θανάτου και την ελπίδα της επιστροφής πάτησαν όλες σχεδόν οι θρησκείες, όλοι οι μηχανισμοί εξουσίας, όλες οι επιστήμες και οι τέχνες και μαζί τους όλοι οι Μεσαίωνες και οι Αναγεννήσεις της ιστορίας.
Με πρώτα τα ιερατεία που ξεριζώνοντας τις λατρείες της γης –δηλαδή της ζωής της ίδιας- έστησαν τις θανατολάγνες θρησκείες του τρόμου και της υποταγής που στηρίχτηκαν, ως επί το πλείστον, όχι στην εν ζωή δημιουργία αλλά στην προσδοκία μιας μετά θάνατον ζωής και μιας Τελικής Κρίσης. Κι επειδή όλο αυτό θα έπεφτε λίγο αχώνευτο, προανήγγειλαν και μια Δεύτερη Παρουσία με την επανένωση ζώντων και νεκρών, πουλώντας αυτή τη φορά την ελπίδα ως προϊόν. Η λήθη, η ενοχή για την «αμαρτία της γνώσης» και η τυφλή πίστη πήραν τη θέση της ελπίδας και της μνήμης και έγιναν εργαλεία ελέγχου ου μην αλλά και βιομηχανία προϊόντων.
Την επιτυχημένη λογική τους ακολούθησαν μετέπειτα και άλλες, πιο σύγχρονες βιομηχανίες παραγωγής ελπίδων όχι πλέον για επιστροφή αλλά για νίκη επί της φθοράς και του ίδιου του θανάτου. Η αδυναμία της λογικής να δεχτεί το οριστικό και αμετάκλητο του θανάτου, κρύβεται πίσω από την ανάπτυξη, για παράδειγμα, των μεθόδων αισθητικής. Της εν ζωή ταρίχευσής μας. Με αποκορύφωμα τις έρευνες για την περίφημη κλωνοποίηση. Κι ας λένε κάποιοι ότι αυτή έχει ως βασικό της σκοπό τη δημιουργία συμβατών για τον λήπτη, μοσχευμάτων. Οι λίστες αναμονής και παραγγελίας κλωνοποιημένων τεθνεόντων είναι γεμάτες εδώ και χρόνια ενώ ήδη έχουν παρασκευαστεί και τα πρώτα κατοικίδια-αντίγραφα για παρηγοριά των τεθλιμμένων κατόχων τους.
Μα πάνω και πέρα και πιο μαζικά από όλα –ακόμη κι από τις θρησκείες- την λογική της πώλησης ελπίδων ενστερνίστηκε η βιομηχανία του θεάματος και της κατανάλωσης πατώντας πάνω στη δίψα για την επιστροφή, τη δίψα του ανθρώπου να δει εκείνο που απουσιάζει ή διαφεύγει της καθημερινής μας αντίληψης.
Από τους πρώτους χορούς των πολεμιστών γύρω από τη φωτιά και τα ταυροκαθάψια μέχρι τα show του Broadway, τις συναυλίες των Stones και τον Τελικό του Τσάμπιονς Λινγκ, το θέαμα αποτελούσε γέννημα θανάτου. Από τα βάθη των αιώνων μέχρι και σήμερα. Όλα τους τελετές Θανάτου με συμβολισμούς θυσίας, πτώσης, συντριβής αλλά και εξορκισμού, κάθαρσης και ανάστασης.
Μόνο που σήμερα η βιομηχανία δεν αρκείται στις τελετές. Εχει φτάσει να πουλάει τον ίδιο το θάνατο. Μαζί με τους πεθαμένους. Οι φωτογραφίες από το τούνελ που σκοτώθηκε η Νταϊάνα. Η εκτέλεση Τσαουσέσκου. Ο βομβαρδισμός της Βαγδάτης σε ζωντανή κάλυψη. Οι αποκεφαλισμοί ομήρων. Το παιδί που μένει μόνο του γιατί η μάνα του δουλεύει επειδή ο μακαρίτης πατέρας δεν φρόντισε να κάνει ασφάλεια ζωής, σε πρόσφατη, οικτρή διαφήμιση. Ο θάνατος πλέον πουλιέται ατόφιος ως προϊόν συνοδευτικό άλλων προϊόντων. Το απόλυτο show στις LCD αρένες μας.
Τα show όμως χρειάζονται τους showman. Ανθρώπους που όσο πουλάνε τους κρατάμε και μόλις ξεθωριάσει η μπογιά τους πετάμε στο καλάθι των αχρήστων. Κάποτε οι γηραλέοι καλλιτέχνες τέλειωναν θλιβερά την καριέρα τους στα καζίνο του Λας Βέγκας, σήμερα τους ανακυκλώνουμε σε άλλα πιο ανθρωποφαγικά show, βγάζοντας κι ένα έξτρα κέρδος από τον απόλυτο εξευτελισμό τους.
Τα τελευταία χρόνια βρέθηκε ένας ακόμη τρόπος εκμετάλλευσής τους. Η νεκρανάσταση. Η απόλυτη διαστροφή της μουσικής, μέχρι στιγμής μόνο, βιομηχανίας. Ξεκίνησε με την ανασύσταση «νεκρών» συγκροτημάτων των οποίων τα μέλη έχουν περάσει τα «-ήντα». Πρώην ροκ και ποπ σταρς με διαλυμένες φωνητικές χορδές και κατεστραμμένες φλέβες που θα έπρεπε να έχουν αποσυρθεί σε κάποιο ΚΑΠΗ, περιοδεύουν τον κόσμο υποδυόμενοι τους εαυτούς τους πριν από …30, 40 χρόνια. Αλλά κι αν κάποιος ή κάποια από τα μέλη τους εγκατέλειψαν τον μάταιο τούτο κόσμο, η λύση έχει βρεθεί. Κι επειδή η επιστήμη δεν έφτασε ακόμη –ευτυχώς- στο επίπεδο του να μπορεί να τους κλωνοποιήσει αλλά και οι προσευχές των πιστών να τους επαναφέρουν στη ζωή, το διαστροφικό έργο το επιτελείται απο αντικαταστάτες, μίμους, σωσίες και μουσικούς-κασκαντέρ, άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο επιτυχημένους φωνητικά και εμφανισιακά σε σχέση με τους απόντες.
Αυτό που κάποτε περιοριζόταν στα όρια μιας –ακόμη- αμερικανιάς με τα γελοία αντίγραφα του Βασιλιά Ελβις τώρα γίνονται μόδα καθώς μετά τους Doors και τους Deep Purple που προηγήθηκαν, οι Queen ξεκινούν -16 χρόνια μετά το θάνατο του Φρέντι Μέρκιουρι- περιοδεία. Και έπονται οι Who και Κύριος οίδε ποιοι άλλοι «νεκραναστημένοι» από τις δεκαετίας του 60 και του 70.
Οι στίχοι της αρχής από το Bohemian Rhapsody, το αριστούργημα των Queen, φαίνεται να επαληθεύεται και μαζί τους το επίσης δικό τους τραγούδι The Show Must Go On («το show πρέπει να συνεχιστεί»). Ο Πολ Ρότζερς των Free δεν πρόκειται να τραγουδήσει καλύτερα από τον Φρέντι Μέρκιουρι. Όμως τι σημασία έχει; Τα εισιτήρια για τις συναυλίες τους έχουν εξαντληθεί. Και το show του θανάτου θα συνεχιστεί έτσι κι αλλιώς. Μέχρι να γεννηθεί το καινούργιο και να μπούμε και ουσιαστικά στη Νέα Χιλιετία.





Σχόλια

  1. "Ο θάνατος πλέον πουλιέται ατόφιος ως προϊόν συνοδευτικό άλλων προϊόντων. Το απόλυτο show στις LCD αρένες μας."

    Σας διαβάσαμε κύριέ μου την Κυριακή, και χειροκροτούμε πανηγυρικά.

    Χαλάλι το χαμένο ουζάκι ;)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Το post αυτό με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Προσωπικά τον τελευταίο καιρό ασχολούμαι με την νεκρανάσταση παλαιών, αρχειακών φιλμ και εκεί τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά δεδομένου ότι τα νοήματα μετασχήματίζονται frame by frame

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου