Μπλοκαρισμένοι στη βροχή


Το απόλυτο σάουντρακ της εποχής μας

Τέλος Μαΐου. Τα μπουρίνια ξεπλένουν το χειμώνα από τα πεζοδρόμια της Θεσσαλονίκης. Είναι φανερό ότι δεν αρκούν για να ξεπλύνουν την εντός μας κακοκαιρία και την έξωθεν ακινησία, η οποία διαταράσσεται από δεκάδες κινητά τηλέφωνα που μοιάζουν να μας εμπαίζουν παιανίζοντας το «My Number One» σε λεωφορεία, μαγαζιά, γραφεία, καφετερίες, παντού. Το απόλυτο soundtrack της εποχής μας.




Μέσα από τα βρεγμένα τζάμια παρατηρείς τις συμπτώσεις, αποφεύγοντας τις ερμηνείες: τριάντα χρόνια πριν, η πρώτη μας συμμετοχή στη Γιουροβίζιον, χωρίς να έχει την ίδια επιτυχία με τη φετινή, γινόταν το σάουντρακ της χρονιάς. Το «Λίγο κρασί, λίγη θάλασσα και τ’ αγόρι μου» μας οδηγούσε χαρωπά στο καλοκαίρι του 1974, για να δώσει τη θέση του στα εμβατήρια και στα τσάμικα των ημερών του Αττίλα.
Οι ζοφερές εποχές της παρακμής έχουν πάντοτε μια επίφαση καλής διάθεσης. Μια χαζοχαρούμενη επένδυση που τις κάνει να μοιάζουν περισσότερο φιλικές μέσα στο γενικό εφιάλτη. Είναι οι εποχές που ανθούν πάσης φύσεως φιέστες και «διαγωνισμοί» ελαφρότητας. Τις έχει ανάγκη ο κόσμος, τις προσφέρει αφειδώς το σύστημα. Ολοι ευχαριστημένοι. Ολοι;
Κι όμως, όλα αυτά είναι πράγματα που έχουν συμβεί και ξανασυμβεί χιλιάδες φορές. Αιώνες πριν η Ρώμη καιγόταν υπό τους φάνκι ήχους του ελαφρολαϊκού αυτοκράτορά της. Τα κρεματόρια του Γ’ Ράιχ δούλευαν επί 24ώρου βάσεως συνοδεία ορχήστρας κρατουμένων για τη διασκέδαση των δεσμοφυλάκων και των αξιωματικών των Ες-Ες. Ο Ψυχρός Πόλεμος «γέννησε» τη Γιουροβίζιον, πριν από 50 χρόνια, για να ακούν οι εκείθεν του «Σιδηρού Παραπετάσματος» και να ζηλεύουν που δεν μπορούσαν να συμμετέχουν και που σήμερα διαγκωνίζονται ως ίσοι μεταξύ ίσων στην παρακμή.
Το έχει συλλάβει και αποτυπώσει στις ταινίες του ο Ταραντίνο, επενδύοντας λουτρά αίματος με υπέροχα, εύθυμα, εκτός τόπου και χρόνου «τρα-λα-λά». Η έντονη δράση, τα κυνηγητά και το πιστολίδι, η φρενίτιδα με υπόκρουση το «δύο φράγκα η βιολέτα - τσιγκολελέτα».
Οχι, το «My Number One» δεν καλύπτει τα ουρλιαχτά της Ιστορίας ούτε τις αγριότητες κάποιας τυραννίας. Η μόνη μας τυραννία -ίσως και η σκληρότερη- είναι αυτή η ακινησία της Τσιμισκή και της Μητροπόλεως. Ακόμη κι όταν έχουν κίνηση. Είναι το ότι δε συμβαίνει τίποτε και γι' αυτό καμωνόμαστε τους πρώτους και τους καλύτερους στα επουσιώδη και στα πανηγύρια, λες και αναμετριόμαστε με τα απωθημένα χρόνων και χρόνων. Η Ελλάδα υποδύεται την Ντίσνεϊλαντ του δυτικού πολιτισμού και προσκαλεί τον κόσμο «να ζήσει το μύθο», προσφέροντάς του το ακριβότερο εμφιαλωμένο νερό της Ευρώπης. (Οι τελευταίοι «Φάκελοι» του Παπαχελά και του Τέλλογλου για το θέμα των τουριστικών υπηρεσιών σε Ελλάδα και Τουρκία έσωσαν για μία ακόμη φορά τη χαμένη αξιοπρέπεια της ελληνικής τηλεοπτικής δημοσιογραφίας, προσφέροντας ένα μάθημα grass-root έρευνας).
Η βροχή συνεχίζει να δέρνει τα τζάμια της εφημερίδας. Τα πάντα μοιάζουν να ακινητοποιούνται σαν το πούλμαν της Ελενας Παπαρίζου στην Αττική οδό. Ο θάνατος του καπετάνιου προσθέτει λίγη γνήσια θλίψη. Τα δελτία παραμερίζουν για λίγο τα τρέχοντα επινίκια για να περάσει ο Χαρίλαος. Το ρινγκ-τόουν με το «My Number One» μας επαναφέρει στην πραγματικότητα. Το ίδιο και η πρόταση για τη διεξαγωγή της επόμενης Γιουροβίζιον στη Θεσσαλονίκη.
Το επόμενο μπουρίνι με βρίσκει στο λεωφορείο. Μπροστά στη ΧΑΝΘ. Το λεωφορείο ξεκινάει και πάλι. Η κατάρα ενός οδηγού ταξί που διεκδικεί τους λεωφορειόδρομους της πόλης το ακινητοποιεί και πάλι στο ύψος της ΕΤ3. Μου έρχεται στο μυαλό η φράση του Πολ Ρικέρ που πέθανε πριν από λίγες μέρες: «Ολα είναι μπλοκαρισμένα από συστήματα που απέτυχαν αλλά δεν μπορούν να νικηθούν».
Ενα κινητό χτυπάει και πάλι. Με τις πρώτες νότες κατεβαίνω από το λεωφορείο και περπατώ ένα χιλιόμετρο μέσα στη βροχή.



Σχόλια