Salonica delenda est?




… Με αφορμή τη συζήτηση για το μέλλον της Θεσσαλονίκης


«Η γκρίνια γιατρεύεται μόνο με το κλάμα», έλεγαν οι γιαγιάδες μας στην προ τηλεόρασης εποχή. Κι είχαν δίκιο. Η γκρίνια είναι η επιθυμία που δεν εκφράζεται, η πρόταση που δεν αρθρώνεται, το «δεν ξέρω τι μου φταίει». Ενα χαστούκι πάνω από το σπασμένο φλιτζάνι, ένα γκρεμοτσάκισμα από το ποδήλατο, η οριστική καταστροφή ενός αγαπημένου παιχνιδιού, το γατάκι που χάθηκε από την αυλή, πόσο μάλλον άλλα χειρότερα, θεράπευαν ως διά μαγείας την γκρίνια. Τη μετέτρεπαν σε κλάμα με λόγο και αιτία. Σε θρήνο για τον αληθινό πόνο που νιώθεις. Σε πένθος για την πραγματική απώλεια. Σε ένα λυτρωτικό κλάμα αναμεμειγμένο με θυμό για το «άδικο» χαστούκι, για το «ελαττωματικό» ποδήλατο και το «αχάριστο» γατί, αλλά και ενοχές για τη ζημιά που κάναμε, για τις παραλείψεις, τις χαμένες ευκαιρίες και τα λάθη μας. Και συντριβή. Για το τελεσίδικο, για το χωρίς επιστροφή, για το οριστικό, γι' αυτό που δεν ξεγίνεται.

Οι γιαγιάδες -εκείνες που είχαν ακόμη σοφία στο κεφάλι τους κι όχι «σαντρέ» ανταύγειες και «μπότοξ» στα μάγουλα- μπορεί να μη μας χαστούκιζαν, ούτε όμως και αντικαθιστούσαν αμέσως την απώλεια. Δεν άδειαζαν τα παιχνιδάδικα για να μας παρηγορήσουν, όπως οι σημερινοί ενοχικοί γονείς. Παρηγορούσαν αλλά δε δωροδοκούσαν. Μας μάθαιναν το Θάνατο «εξ απαλών ονύχων», δεν τον «κουκούλωναν» ανοίγοντας την τηλεόραση. Να ξεσπάσει το κλάμα, να ανοίξει το «πλεμόνι», «να γίνουν όμορφα τα μάτια σου». Το πένθος έπρεπε να ολοκληρωθεί μαζί με τη συνειδητοποίηση του «χαμού». Του όποιου χαμού. Μικρού ή μεγάλου. Χωρίς να έχουν διαβάσει ποτέ τους Αντλερ και Γιουγκ, ήξεραν ότι το πένθος σε διασώζει από τη νεύρωση. Εχοντας ζήσει πολέμους και καταστροφές, ήξεραν ότι, όταν σκάει η βόμβα δίπλα σου, δεν παίρνεις λεξοτανίλ για να συνέλθεις. Λες «ζω» και είναι αρκετό. Πενθείς για εκείνον που χάθηκε και συνεχίζεις. Αποσύρεσαι σε μια άκρη. Δε θέλεις να μιλάς σε κανέναν. Βρίζεις. Χτυπιέσαι. Βουβαίνεσαι. Ψάχνεις για αγκαλιά.
Κι εκεί, μέσα από το πλάνταγμα, τα αναφιλητά, τα δάκρυα και τις μύξες, ο κόσμος γινόταν πιο λαμπερός, η ψυχή μας ησύχαζε. Ο πόνος από το χαστούκι -ο πόνος εντός μας- είχε περάσει. Το αίμα στο γόνατο είχε κιόλας ξεραθεί. Το κατεστραμμένο παιχνίδι γινόταν μια νέα ανακάλυψη και το γατάκι έβρισκε την αγαπημένη του σε κάποια μακρινά κεραμίδια. Ο κόσμος ανασυντάσσεται μέσα από το πραγματικό κλάμα. Αυτός ο ίδιος κόσμος για τον οποίο γκρίνιαζες πριν από λίγο, τώρα αποκτά και πάλι ενδιαφέρον.
Δυστυχώς, στην εποχή μας το κλάμα -και κατά προέκταση το πένθος- αποφεύγεται επιμελώς, συντομεύεται όσο είναι δυνατόν. Το πολύ πολύ να γίνει παράπονο ή μία ακόμη δυσθυμία ανάμεσα στις υπόλοιπες. Κι έτσι απομακρύνεται η συνειδητοποίηση του θανάτου και το ξεπέρασμά του.
Αυτές οι σκέψεις επέστρεφαν ξανά και ξανά όλο αυτό το διάστημα, διαβάζοντας στις σελίδες του «Αγγελιοφόρου» την ενδιαφέρουσα ανοιχτή συζήτηση για «Το Μέλλον της Θεσσαλονίκης», που ολοκληρώθηκε την περασμένη Δευτέρα με την ημερίδα που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου. Ηταν η πρώτη φορά που πέρα από τον (επανα-)εντοπισμό των υπαρκτών μας προβλημάτων παραδεχτήκαμε και δημόσια την γκρίνια μας.
Είναι αυτή η γκρίνια που ακούγεται εδώ και 8 χρόνια, από το 1997 που υπήρξαμε Πολιτιστική Πρωτεύουσα, σε όλες τις γωνίες της πόλης, στα σπίτια, στα γραφεία των επιχειρήσεων, των υπηρεσιών και των κομμάτων, στα λεωφορεία, στα στέκια, στα καφενεία, στα πεζοδρόμια, στις εκκλησίες. Μια διάχυτη γκρίνια των πάντων για τα πάντα και τους πάντες. Για το κυκλοφοριακό, για την καθαριότητα, για τα κτίρια που καταρρέουν, για την έλλειψη δουλειών, πελατών, συνθηκών, χρημάτων, έργων, υποδομών, σχεδίων, πάρκων, δρόμων, πεζοδρόμων, σχολείων, νεκροταφείων, ιδεών, για τους λεωφορειόδρομους, για το Θερμαϊκό «που βρομάει», για το Σέιχ Σου που αυτοκαταστρέφεται, για το δίκτυο ύδρευσης και αποχέτευσης, για το πεσμένο ηθικό μας, για όσους μας αποκαλούν ερωτική πόλη, για όσους δε μας αποκαλούν ερωτική πόλη, για την EXPO που δεν έγινε, για την αυξανόμενη εγκληματικότητα, για τα ρεκόρ της ανεργίας, για τα «κανόνια» της αγοράς, για το ότι δεν έχουμε γίνει ακόμη πρωτεύουσα των Βαλκανίων, για την υγρασία, για την κακιά μητριά Αθήνα, για το κακό το ριζικό μας.
Ακόμη και οι πιο δημιουργικοί άνθρωποι αυτής της πόλης, τα πιο λαμπερά μυαλά -όσα απέμειναν και δεν έχουν απορροφηθεί από την αγορά της Αθήνας- μοιάζουν να διακατέχονται από το σύνδρομο της Σταχτοπούτας που περιμένει τη νεράιδα (βλ. κυβέρνηση) για να μετατρέψει την κολοκύθα μας σε… Βαρκελώνη, σε Αμστερνταμ, σε Κωνσταντινούπολη επί εποχής Ιουστινιανού, σε Κέμπριτζ της νοτιανατολικής Ευρώπης ή Μανχάταν της Μεσογείου- ο καθείς και το όραμά του για την πόλη του.
Και κανείς δε σκέφτεται ότι, και Βαρκελώνη να γινόμασταν, πάλι κάτι θα μας ξίνιζε, κάτι θα βρίσκαμε για να γκρινιάξουμε κι αυτό γιατί η πόλη δεν είναι τα ντουβάρια και η άσφαλτος ούτε τα μουσεία –έχουμε από τα καλύτερα- και η ωραία θέα, δεν είναι τα μετρό και τα αεροδρόμια. Η Νέα Υόρκη δεν είναι το Εμπάιρ Στέιτ και οι Δίδυμοι Πύργοι -υπάρχει και μετά από αυτούς. Το Παρίσι δεν είναι το Πομπούρ και ο Αϊφελ. Το Λονδίνο δεν είναι το Μπιγκ Μπεν και η Τραφάλγκαρ Σκουέρ. Η πόλη είναι οι άνθρωποι. Πρώτα και πάνω απ' όλα τα άλλα. Γι' αυτό και το πρόβλημα της Θεσσαλονίκης είναι «πρόβλημα ανθρώπων και μόνο», όπως σκληρά είπε ο Γιάννης Μπουτάρης στην προχτεσινή ημερίδα.
Πολύ φοβάμαι ότι οι γιαγιάδες μας είχαν δίκιο. «Η γκρίνια γιατρεύεται με κλάμα». Αυτή η διάχυτη μιζέρια και η άκρως μεταδοτική γκρίνια δεν είναι προάγγελοι καλών πραγμάτων. Μας κάνουν αδρανείς και πιο ευάλωτους στα «χαστούκια» και τις «καταστροφές» που θα έρθουν. Τότε, το τελεσίδικο του πράγματος, το ότι δε θα υπάρχει δεύτερη ευκαιρία, το ότι η Θεσσαλονίκη για την οποία γκρινιάζουμε θα είναι και κλινικά νεκρή, ίσως να μας συνεφέρει. Εστω και πάνω από τα ερείπιά της -δηλαδή πάνω στα ερείπια της ίδιας μας της ζωής. Τότε, μέσα από τη λυτρωτική λειτουργία του πραγματικού πένθους, ο κόσμος μας θα ανασυνταχθεί κι εμείς θα αναζητήσουμε μια νέα συντροφικότητα για να χτίσουμε μια νέα πόλη. Δηλαδή, τον ίδιο μας τον εαυτό. Δε θα είναι η πρώτη φορά στην ιστορία αυτής της πόλης και των ανθρώπων της. Και σε πολλές άλλες μεγάλες πόλεις στον κόσμο.
[Μια καλή ευκαιρία για να δούμε όλα όσα οριστικά έχουν χαθεί είναι η έκθεση φωτογραφίας «Ματιές στην πόλη - Η Θεσσαλονίκη στον 20ό αι.», που ανοίγει στις 8 Απριλίου στο Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης. Ισως εκεί να βρούμε την απάντηση για το αν η Θεσσαλονίκη έχει ήδη καταστραφεί (=delenda est)].


Σχόλια

  1. Η Θεσσαλονίκη έχει ακολουθήσει την πορεία της Καρχηδόνας εδώ και πολύ καιρό. Δεν είναι είναι γκρίνια αλλά αλήθεια. Κάπου διάβαζα τις προάλλες ότι η πόλη άρχισε να χαλάει αμέσως μετά την πυρκαγιά του '17 όταν αποφασίσανε να την αλλάξουν ώστε να ταιριάζει στο νεο-ελληνιικό κράτος.
    Όλες οι γκρίνιες, είναι γκρίνιες για υπαρκτά προβλήματα. Αυτό που δεν μας είπε ο κυρ-Γιάννης, είναι τι λύσεις έχουν προτείνει αυτός και όλοι οι πολιτικοί, κοινωνικοί, οικονομικοί, θρησκευτικοί και άλλοι άρχοντες της πόλης.
    Αυτοί οι ίδιοι γκρινιάζουν και αποδίδουν το πρόβλημα στο Αθηνοκεντρικό κράτος. Αυτοί που καίγονται να πάρουν στα χέρια τους μια ομάδα για να κρύψουν μαύρο χρήμα και μετά να ζητήσουν το Αθηνοκεντρικό κράτος να τους χαρίσει τα χρέη. Είναι αυτοί που χωρίς να έχουν βιομηχανία είναι πρόεδροι του συνδέσμου Βιομηχάνων και ζητάνε από τον πρωθυπουργό να κάνει το μετρό γιατί ο λαός της θεσσαλονίκης είναι έτοιμος να πληρώσει το κόστος.
    Ναι, έχει δίκιο ο Μπουτάρης ότι το πρόβλημα είναι οι άνθρωποι, μόνο που και αυτός είχε ευκαιρία να κάνει κάτι.
    Όταν το 50% φέρνει τον λαϊκό τραγουδιστή στην Νομαρχία και το 54% τον τύπο που ήταν γρήγορος το '70 στην Δημαρχία, όταν οι κομματικοί αντίπαλοι βάζουν απέναντί τους να διεκδικήσουν την εξουσία, τον κύριο που πήρε το μικρότερο ποσοστό για την Νομαρχία στο Δήμο που ήταν 16 χρόνια δήμαρχος και τον άλλο τον ανεκδιήγητο που δεν κατάφερε ούτε το ποσοστό του κόμματός του να πάρει στην διεκδίκηση της Δημαρχίας, τότε εσύ που δεν είσαι μ' αυτούς έχεις δυο δυνατότητες:
    α) Να γκρινιάζεις για να κλάψεις μετά
    β) Να τους αντιμετωπίσεις, να τους παρακάμψεις και να καταφέρεις πρώτα σε επίπεδο γειτονιάς και μετά σε επίπεδο πόλης αυτό που θέλεις.

    Αν κατάλαβες καλά κατεβαίνω για Δήμαρχος :-))

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου