Μεγάλη Δευτέρα

Με τον γιο μου, τον μεγάλο, στην εκκλησία.
Το βρήκα εκεί. Μια σταλίτσα, με το μπουφανάκι του και τα Ευαγγέλια στα χέρια. Να κάνει ότι διαβάζει. Στάθηκα μακριά του και τον παρατηρούσα. Σαν να έβλεπα εμένα, 4 χρονών, στην εκκλησία του «δικού μου» χωριού. Ημουν εκεί και δεν ήμουν. Ημουν τότε και δεν ήμουν. Ημουν κάποτε. Γύρισε και με κοίταξε. Δεν ήλθε κοντά μου από έναν σεβασμό περίεργο (που τον έμαθε;).
Βυθίστηκα και πάλι στην δική μου αναδρομή.

Σκέψεις που διακόπτονται για να έλθουν άλλες…

Ο κυβερνήτης των Αριθμών. Ο δαμαστής των Σημείων.

Πότε θα μιλήσουμε γι αυτά;

Ο γεωμέτρης του αχανούς. Ο ποιμήν των αστέρων.

Το κεφάλι μου αδειάζει από σκέψεις. Ο θόρυβος σταματάει. Ο έσω θόρυβος των υπολοίπων ημερών, αν με εννοείς…

Γυρίζω και τον βρίσκω να κάθεται στο διπλανό στασίδι.

«Θέλω να γυρίσουμε σπίτι…»

«Πάμε…»

Φεύγοντας σηκώνεται στις μύτες των ποδιών του και φιλάει τα δεμένα χέρια του Πρωταγωνιστή.

«Του βάλαν αγκάθινο στεφάνι. Είδες μπαμπά;»

«Είδα»

Ποιος Βαβύλης και ποιος Χριστόδουλος και ποιος Ειρηναίος; Ο θόρυβος επέστρεψε εκ των έσω…

Το έπιασα από το χέρι και βγήκαμε έξω στην αυλή της εκκλησίας.

Εγγύς. Εγγύτατος ο καιρός. Ο ων και ο ην και ο ερχόμενος.

Πολλά τόλμησα να γράψω για τα ανείπωτα και τα άχτιστα. Πολλά…

Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου