Η γυάλα, τα χρυσόψαρα και η ρωγμή




Με αφορμή την παράσταση «Ωραίες Μέρες» του Πίντερ


«Υπάρχουν κάποια πράγματα που θυμόμαστε ακόμη κι αν δεν έχουν συμβεί ποτέ. Υπάρχουν πράγματα που θυμάμαι τα οποία μπορεί να μη συνέβησαν ποτέ αλλά αφού τα ξαναφέρνω στη μνήμη μου, τότε συνέβησαν».
(Χάρολντ Πίντερ, «Ωραίες Μέρες»)

Σπάνια μια φράση μπορεί να αποδώσει με τέτοια θαυμαστή ακρίβεια τα έργα και τις ημέρες των ανθρώπων της εποχής μας. Καίρια και ανατριχιαστικά συγκεκριμένη μέσα στη γενικότητά της, χωρίς να ονομάζει κανέναν, υποδεικνύει αυτούς ακριβώς που αντάλλαξαν την ίδια τους τη μνήμη με μια «επιπλωμένη ζωή». Αυτούς που έχτισαν τη ζωή τους, την καριέρα τους, την πολιτική τους, τις προσωπικές τους σχέσεις, πάνω στις ιδεοληψίες και στο «ζωτικό τους ψεύδος».

Μια φράση-«ρωγμή» που λες και δεν έχει γραφτεί με πένα αλλά με νυστέρι νευροχειρουργού που επεμβαίνει στον πιο λεπτό νευρώνα του κοινωνικού μας εγκέφαλου. Ο Χάρολντ Πίντερ -ο μεγαλύτερος εν ζωή θεατρικός συγγραφέας κι ένας από τους τρεις μεγαλύτερους, μαζί με τον Ιψεν και τον Μπέκετ, του περασμένου αιώνα- περιγράφει με οξυδέρκεια την εποχή που ξεκινούσε το 1970, δύο χρόνια μετά το Μάη του ’68. Κι όμως, είναι σαν να μιλάει για το παγκοσμίως απελπισμένο παρόν. Και το περιγράφει μέσα από ένα γάμο. Δηλαδή, μέσα από τη «γυάλα» ενός εφησυχασμένου ζευγαριού με μνήμη χρυσόψαρων. Μηδενική.
Τα «χρυσόψαρα» αδυνατούν να θυμηθούν το πραγματικό τους παρελθόν. Οπως εμείς. «Θυμούνται» αυτό που ζουν μέσα στη «γυάλα» και όσα βλέπουν μέσα από το τζάμι. Πράγματα στα οποία ουδέποτε συμμετείχαν. Οπως εμείς. Ενα ψηφιδωτό από στοπ-καρέ. Παγωμένες εικόνες μιας ταινίας που δε γυρίστηκε ποτέ. Εικόνες κορνιζαρισμένες στους τοίχους μιας άλλης «γυάλας», ακόμη μεγαλύτερης. Τηλεοπτικής.
«Θυμόμαστε» ό,τι βλέπουμε ή ό,τι μας δείχνουν. Κι αφού τα «θυμόμαστε», δεν μπορεί, όλα αυτά θα συνέβησαν και σ' εμάς τους ίδιους. Οπως όταν, για παράδειγμα, παρακολουθούσαμε τη μαγική Τελετή Εναρξης του Δημήτρη Παπαϊωάννου.
Τριάντα πέντε χρόνια μιας «μεταπολίτευσης» χωρίς ημερομηνία λήξης που πολτοποιεί τις μνήμες και τρέφεται από αυτόν τον πολτό, αρνούμενη να μετεξελιχθεί σε κάτι καινούργιο ή να πεθάνει, αυτό απέμεινε από μας. Μια αχνή μνήμη. Σαν τις αχνές, θρυμματισμένες μνήμες που περιγράφει ο Πίντερ. Βαλτωμένες και ακίνητες κάπου στον προηγούμενο αιώνα. Το ’74 ή το ’81 ή το '92 ή σε μια πιο προσωπική χρονολογία «αλλαγής»…
Μέχρι που κάποια στιγμή εισβάλλει σε αυτήν την «επιπλωμένη ζωή» ένας μάρτυρας αυτών που πραγματικά συνέβησαν και το σκηνικό καταρρέει. Μπορεί να είναι όντως ένας άλλος, μπορεί όμως να είναι και το «φάντασμα» του δικού μας εαυτού -μικρή σημασία έχει. Είναι το αγόρι ή το κορίτσι που ήθελε να τα αλλάξει όλα κι που εμείς, όταν παράγινε ενοχλητικό, το αφήσαμε πίσω, «ζευγάρια γίναμε, φτιάξαμε σπίτια», αλλάξαμε περιβάλλον, και που έρχεται ξάφνου και μας θυμίζει το τι ακριβώς είχε συμβεί και το ποιοι πραγματικά ήμασταν τότε.
«Θυμόμαστε» ότι κάποτε είχαμε παιδεία και πολιτισμό, ότι κάποτε υπήρχε δημοσιογραφία, ότι κάποτε δεν υπήρχε διαπλοκή, ότι κάποτε οι παπάδες ήσαν πραγματικά άγιοι, ότι κάποτε κι εμείς οι ίδιοι ήμασταν αριστεροί, ότι κάποτε κάναμε μπάνιο μπροστά από το Λευκό Πύργο. Κάποτε. Τις παλιές, καλές, «ωραίες μέρες».
Κι επειδή τα «θυμόμαστε» όλα αυτά, τότε συνέβησαν. Ασχετα αν απομείναμε να μη διαβάζουμε ούτε σελίδα βιβλίου, αν ο έρωτας έγινε πιστωτική κάρτα και το «κόκκινο» της σκέψης μας έγινε «πράσινο», μετά «μπλε», τώρα πια μονάχα γκρίζο.
Με αυτές τις «ωραίες μέρες» υπό μάλης, θα μπορούσαμε να τα καταγράψουμε όλα αυτά και στο βιογραφικό μας, το οποίο θα διανεμηθεί μαζί με το δελτίο Τύπου που αναγγέλλει την ανάληψη των επίσημων καθηκόντων μας.
Ομως αυτό το αγόρι ή το κορίτσι που ήμασταν και που επιστρέφει από μέσα μας, στέκεται ανάμεσά μας και μας ρωτάει: «Κι εμένα; Πού με άφησες εμένα; Πού είμαι εγώ;». Κι ύστερα εξαπολύει επάνω μας την τρομερή φράση-ρωγμή της εισαγωγής. Κι εμείς, αντί να πηδήξουμε, ως στερνή ένδειξη γενναιότητας, από τη «γυάλα», μένουμε με ένα βουβό λυγμό. Εμβρόντητοι και «πιντερικοί» όσο ποτέ. Καημένοι!
MINImalia

· Ο θάνατος σαρώνει τους πρωταγωνιστές του 20ού αιώνα. Τρεις μέρες μετά την αναχώρηση του Πάπα Ιωάννη Παύλου του Β’, ένας άλλος «Πάπας», αυτήν τη φορά της λογοτεχνίας, έφυγε «πλήρης ημερών», κατά την προσφιλή έκφραση των ειδησεογραφικών πρακτορείων (λες και η πληρότητα μετριέται με τα χρόνια).
· Ο βραβευμένος με όλα τα λογοτεχνικά έπαθλα της Δύσης Αμερικανοεβραίος συγγραφέας Σολ Μπέλοου πέθανε σε ηλικία 89 ετών στη Μασαχουσέτη.
· Το «Αδραξε τη μέρα» (εκδ. «Καστανιώτης», 2004), που γράφτηκε από τον Μπέλοου το 1956, θεωρείται ένα από τα σπουδαιότερα βιβλία του περασμένου αιώνα υμνώντας -εν μέσω αμερικάνικου ονείρου- την αποτυχία. Υποστηρίζοντας, ως άλλος Αλεξανδρινός, ότι τα λάθη σου, «τα σχέδια της ζωής σου που βγήκαν όλα πλάνες» μπορούν, ενδεχομένως, να αποτελούν την ίδια την ουσία της ύπαρξής σου.
· Συμπτώσεις. Ο μεταφραστής των έργων του Σολ Μπέλοου στην Ελλάδα, ο Δημήτρης Στεφανάκης, μόλις κυκλοφόρησε το τρίτο μυθιστόρημά του, «Το μάτι της επανάστασης έχει αχρωματοψία» (εκδ. «Ωκεανίδα»).
· «Υπήρξε ο καλύτερος μπροστάρης που είχε ποτέ η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, ένας σπουδαίος σόουμαν και ανυπέρβλητος επικοινωνιολόγος ιδεών», έφη ο Μπόνο των «U2» για τον εκλιπόντα προκαθήμενο των Καθολικών. Παπαροκάς!
· Για όσους, αφελώς, νομίζουν ότι ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης δε «χωρά» στην εποχή μας, ότι το πνεύμα του πατέρα Παΐσιου του Μοναχού δεν μπορεί να συμβαδίσει με τις νέες τεχνολογίες, το διαδικτυακό «σημειωματάριο» (Blog) του Γεώργιου «Χοιροβοσκού» αποτελεί μια ευτυχή διάψευση. Στη διεύθυνση xoirovoskos. blogspot. com.




Σχόλια