Εφημερίδες: ένα επιχειρηματικό μοντέλο από το μέλλον

Η εμφάνιση και καθιέρωση των εφημερίδων τον 18ο και 19ο αιώνα, πέραν όλων όσων είπαμε μέχρι τώρα και θα πούμε και στη συνέχεια, συνοδεύτηκε με το ιδιοφυέστερο επιχειρηματικό μοντέλο όλων των εποχών για προϊόν ή υπηρεσία. Ενα μοντέλο τόσο απλό και ταυτόχρονα τόσο επιτυχημένο που θαρρείς και να είχε έλθει από άλλο πλανήτη ή από άλλο ...αιώνα (τον 21ο, π.χ.!!!).
Ως πάρεργο των τυπογράφων που η κύρια δουλειά τους ήταν να τυπώνουν βιβλία, καταλόγους, τιμολόγια, οι εφημερίδες των δύο και τεσσάρων σελίδων είχαν αρχικά μια συμβολική τιμή, τη μικρότερη δυνατή, ίσα-ίσα να καλύπτουν τα έξοδα από τα μελάνια. Μια γκαζέτα, ας πούμε, ένα μικρό νόμισμα, από την οποία πολλές πήραν και το όνομά τους. Οσο οι σελίδες -και τα έξοδα εκτύπωσης και διανομής- αυξάνοντας ανέβαινε η τιμή, όμως πάντοτε έμενε τόσο χαμηλή όσο να αντέχεται από τον αναγνώστη. Ποτέ δεν ξεπερνούσε την τιμή βασικών καταναλωτικών αγαθών, μιας φρατζόλας ψωμιού, ενός καφέ ή ενός ποτηριού μπύρας. Αυτό για δεκαετίες ολόκληρες υπήρξε μια "ιερή" αρχή για τους εκδότες όλου του κόσμου.
Ετσι λοιπόν, τα έσοδα των εφημερίδων προέρχονταν, αρχικά, από την κυκλοφορία τους, δηλαδή τις πωλήσεις τους. Πωλήσεις οι οποίες αυξάνονταν με αλματώδεις ρυθμούς όσο αυτές ανέπτυσσαν τις βασικές αρετές τους, στις οποίες αναφερθήκαμε στο προηγούμενο post. Και κυρίως την τελευταία: την έκφραση της γνώμης, των συνηθειών, ως αναπόσπαστο μέρος μίας κοινωνικής (ή κοινοτικής) ταυτότητας. "Και που είναι το ιδιοφυές;", θα αναρωτηθεί κάποιος που δεν έχει ζήσει την εποποιία των εφημερίδων, έστω και στη δύση της. Το "μυστικό" ήταν στη διαδραστική σχέση πωλήσεων με (συν)διαμόρφωση περιεχομένου. Οι αναγνώστες-αγοραστές ψήφιζαν, ουσιαστικά, σε καθημερινή βάση τις εφημερίδες τους αγοράζοντάς τις ή όχι. Ετσι αποτελούσαν οι ίδιοι έναν αλάνθαστο "μπούσουλα" για τους εκδότες και τους δημοσιογράφους οι οποίοι προσαρμόζονταν αναλόγως και ταχύτατα. Αν δεν έπιαναν τον σφυγμό του κοινού -της "κοινής γνώμης" ή πιο σωστά, της κοινοτικής γνώμης- έχαναν. Αν τον εξέφραζαν και τον υποδαύλιζαν, ξεπουλούσαν!
Η σχέση εφημερίδας-αναγνωστών ήταν ανατροφοδοτούμενη και σταθερή αλλά όχι για πάντα. Υπήρχαν φορές που οι εκδότες αποφάσιζαν να "περάσουν απέναντι", να αλλάξουν γραμμή και να έλθουν σε ευθεία σύγκρουση με την ομάδα ή την παράταξη που μέχρι πρότινος εκπροσωπούσαν. Υπόγειες συμφωνίες; Εκβιασμοί; Πολιτικό χρήμα; Ολα έπαιζαν. Ομως εκείνο που πάνω από όλα βάρυνε σε μια τέτοια απόφαση ήταν η όσφρηση των εκδοτών που ως ευαίσθητοι δέκτες καταλάβαιναν τις αλλαγές στην κοινωνία πολύ πιο έγκαιρα απ΄ ότι το κοινό, συχνά και οι ίδιοι οι πολιτικοί. Πολλές φορές τους ακολουθούσε και ένα μεγάλο μέρος του παλιού τους κοινού ενώ οι υπόλοιποι, οι "προδομένοι", αναζητούσαν κάποιον άλλον -συνήθως νέο- τίτλο για να ενημερώνονται και να εκπροσωπούνται.
Τα μεγάλα πολιτικά ρεύματα και κινήματα, οι πολιτικές παρατάξεις και τα κόμματα τόσο στον Παλαιό όσο και στο Νέο κόσμο αντιλαμβάνονται εκεί, περί τα μέσα του 19ου αιώνα την ανάγκη να έχουν δικές τους εφημερίδες που μέσω αυτών θα περνούν τις απόψεις τους στον κόσμο. Ετσι παράλληλα με τον αστικό τύπο κάνουν την εμφάνισή τους αμιγώς πολιτικές εφημερίδες είτε συντηρητικές είτε ριζοσπαστικές. Νόμιμες, ημινόμιμες, παράνομες.
Η πολιτική εισβάλλει στις εφημερίδες και οι εφημερίδες καταλαμβάνουν τα παλάτια, τα πολιτικά γραφεία και τις γιάφκες.
Ο Τύπος γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτικού παιγνίου. Μέσω αυτού οι μάζες διεκδικούν συμμετοχή στις κοινωνικές εξελίξεις αλλά ταυτόχρονα ποδηγετούνται από τους ηγέτες τους.
Το επιχειρηματικό μοντέλο όμως των εφημερίδων -η δύναμη των πωλήσεων- δεν αλλάζει. Ισα-ίσα ενισχύεται. Οι εφημερίδες διευρύνουν το κοινό τους, κυκλοφορούν σε εθνικό επίπεδο πλέον. Δημιουργούνται οι πρώτες "αυτοκρατορίες" του Τύπου με πανίσχυρους εκδότες που παίζουν πλέον ανοιχτά στην πολιτική και οικονομική σκακιέρα. Ο "Πολίτης Κέιν" είναι ο νέος μορφότυπος του ισχυρού εκδότη. Η Δημοκρατία αποκτάει -συχνά στο ίδιο πρόσωπο- νέους στυλοβάτες αλλά και νέους εχθρούς. Από την άλλη πλευρά, οι κοινότητες ενδυναμώνουν και πλάι τους εμφανίζονται οι ομάδες πίεσης (τα λόμπι) αλλά και οι ομάδες ανατροπής. Κι όλα αυτά με όπλο τον Τύπο που καθοδηγεί και καθοδηγείται.
Πόσο αντικειμενικές μπορούσαν να είναι έτσι όπως τις περιγράφουμε, οι εφημερίδες, θα πει τώρα κάποιος;
Μα ποιός μίλησε για αντικειμενικότητα;
Ποιος μίλησε για αντικειμενική δημοσιογραφία;
Ποιος μίλησε καν για δημοσιογραφία (όπως αυτή που γνωρίζουμε ή εννοούμε σήμερα);
Αυτή ήλθε πολύ -μα πολύ!- αργότερα από την εμφάνιση των εφημερίδων!
Ναι! Η δημοσιογραφία ΔΕΝ γεννήθηκε μαζί με τις εφημερίδες και γι' αυτό το λόγο δεν πρόκειται να πεθάνει μαζί τους.

Για να κλείσουμε όμως και αυτό το post: το (αρχικό) μοντέλο των εφημερίδων καταστράφηκε από τους ίδιους τους νεοεκδότες της πυρκαγιάς που σήμερα κλαίνε και οδύρονται πάνω από το χυμένο γάλα. Κι αυτό διότι δεν κατάλαβαν ποτέ ότι εφημερίδα σημαίνει "ταυτότητα", σημαίνει "κοινότητα" και "στράτευση", σημαίνει συνδιαμόρφωση του περιεχομένου με το κοινό για το κοινό. Ολα τα άλλα είναι νερόβραστες σούπες ποικίλης ύλης χωρίς καμιά εμπορική (ή άλλη) αξία!


(συνεχίζεται)

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ολα τα Μνημόνια σε πίνακες

Περί Σαββόπουλου, προσωπικά...

Ο Αρχιδάμπουρας