ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΙΕΘΝΩΣ ΚΑΙ Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΠΤΩΣΗΣ ΤΟΥ ΠΟΣΟΣΤΟΥ ΚΕΡΔΟΥΣ


Ο καθηγητής Prabhat Patnajk, σε ένα διεισδυτικό άρθρο του, που αποτελεί την εισαγωγή στη δημοσίευση της Leftword του έργου του Λένιν «Ο ιμπεριαλισμός, το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», εξηγεί λεπτομερώς τα νέα χαρακτηριστικά του σημερινού καπιταλισμού και τη σχετικότητα με αυτά του βιβλίου του Λένιν. Τελειώνοντας το άρθρο του λέει ότι, ακόμα και στη νέα φάση της μεγαλύτερης ιμπεριαλιστικής ενότητας, οι διάφορες συγκρούσεις και πόλεμοι συνεχίζουν να είναι αποτέλεσμα όλων των έντονων αντιθέσεων που είχε απαριθμήσει. Αυτές, με τη σειρά τους, παράγουν κατά καιρούς συγκυρίες που ευνοούν την πρόοδο των αντιιμπεριαλιστικών αγώνων σε ορισμένες χώρες. Και παρατηρεί το εξής: «Η διατήρηση των κατακτήσεων που πραγματοποιήθηκαν με την πρόοδο αυτή σε ορισμένες χώρες, η δημιουργία γεφυρών ανάμεσα σε αυτούς τους αγώνες και τους αγώνες της εργατικής τάξης στη μητρόπολη, όπου η ανεργία, η στασιμότητα και οι περικοπές της ευημερίας έχουν γίνει πια φαινόμενα ενδημικά, απαιτεί και νέα θεωρητικά βήματα μπροστά. Μόνο αυτά μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για μια σωστή διατύπωση στρατηγικής και τακτικής».
Στο παρόν σημείωμά μου θα προσπαθήσω να συμβάλω ταπεινά στη διατύπωση μιας τέτοιας θεωρητικής προόδου. Κατά την άποψή μου, ο νόμος του Μαρξ σχετικά με την τάση μείωσης του μέσου ποσοστού κέρδους θα έπρεπε να αποτελέσει μια πολύτιμη συμβολή στην ανάπτυξη μιας τέτοιας θεωρίας.
Ο νόμος αυτός έχει απορριφθεί από όλους τους αστούς οικονομολόγους και ακόμα από πολλούς μαρξιστές μετά από τις αμφιβολίες που είχε προβάλει ο Πολ Σουίζι (Paul Sweezy). Ο καθηγητής Patnajk είναι επίσης -και αυτό προκαλεί έκπληξη- απολογητικός σε ό,τι αφορά το νόμο αυτό, για τον οποίο μιλάει σαν να μην ανήκει στον πυρήνα της θεωρίας του Μαρξ. Λέει, για παράδειγμα:
«... η ενότητα της σκέψης του Λένιν παρουσίαζε, παρ’ όλο που βασιζόταν στο Μαρξ, μια περαιτέρω ανάπτυξη του Μαρξ. Μέσα στην ανάπτυξη αυτή έκανε, υπονοούμενα, μια διάκριση σε όλα τα γραπτά του Μαρξ, και μάλιστα ανάμεσα στον «πυρήνα» της σκέψης του Μαρξ, που μπορούμε να τον υιοθετήσουμε και ένα επιπρόσθετο οικοδόμημα γύρω από τον πυρήνα αυτό, που θα μπορούσε να αντικατασταθεί... Για παράδειγμα, ο Λένιν αναπτύσσοντας το δυναμισμό του καπιταλισμού, δεν αναφέρει την τάση μείωσης του ποσοστού κέρδους, για την οποία είχε μιλήσει ο Μαρξ...».

Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΠΤΩΣΗΣ ΤΟΥ ΠΟΣΟΣΤΟΥ ΚΕΡΔΟΥΣ

Πριν φτάσουμε στο ίδιο το θέμα μας δηλαδή, στην ανάλυση της δυναμικής του καπιταλισμού στη νέα φάση της οικονομικής παγκοσμιοποίησης, θα πρέπει να εξετάσουμε εν συντομία το εργαλείο που προτείνουμε να χρησιμοποιηθεί, δηλαδή το νόμο της πτώσης του ποσοστού κέρδους. Γιατί, αν ο νόμος αυτός δε στέκει, τότε σαφώς δε μας βοηθάει η χρησιμοποίησή του. Η θέση μας είναι ότι ο νόμος αυτός είναι σωστός και ότι ανήκει στον πυρήνα της θεωρίας του Μαρξ.
Μπορούμε να βρούμε το νόμο της τάσης πτώσης του ποσοστού κέρδους, εκεί που ο Μαρξ πραγματεύεται το πρόβλημα της εφαρμογής των μηχανημάτων και την αντικατάσταση της εργασίας από μηχανήματα στη βιομηχανική παραγωγή. Ο Μαρξ ασχολείται με το νόμο αυτό σε διάφορα σημεία στο «Κεφάλαιο». Ιδιαίτερη σημασία έχει το κεφάλαιο με τίτλο «Ο νόμος της τάσης του ποσοστού κέρδους να πέφτει» στον τρίτο τόμο του «Το Κεφάλαιο».
Ο Λένιν εξήγησε το νόμο αυτό με τρόπο ουσιαστικό με τα εξής λόγια: «Μια αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας συνεπάγεται μια πιο γρήγορη αύξηση του σταθερού κεφαλαίου σε σύγκριση με το μεταβλητό κεφάλαιο. Και επειδή η υπεραξία αποτελεί λειτουργία του μεταβλητού κεφαλαίου και μόνο, είναι φανερό ότι το ποσοστό κέρδους (η σχέση της υπεραξίας προς το κεφάλαιο στο σύνολό του και όχι μόνο προς το μεταβλητό μέρος του κεφαλαίου) τείνει να πέφτει. Ο Μαρξ κάνει μια λεπτομερή ανάλυση αυτής της τάσης, καθώς και μερικών συνθηκών, οι οποίες τη συγκαλύπτουν είτε την αντιστρατεύονται...» [...]
Υπάρχει στον καπιταλισμό μια μακροπρόθεσμη τάση μείωσης του μέσου ποσοστού κέρδους. Ας παραθέσουμε ορισμένα αποσπάσματα από το Μαρξ για να εγκυροποιήσουμε τη διατύπωση της τάσης μείωσης του ποσοστού κέρδους και να εμπεδώσουμε ορισμένους σημαντικούς προσδιορισμούς όρων.
Ο Μαρξ περιγράφει τη διαδικασία εφιστώντας την προσοχή στη σύνθεση του επενδυμένου κεφαλαίου, δηλαδή του σταθερού (πρώτες ύλες, μηχανήματα) και του μεταβλητού κεφαλαίου (μισθοί). Τη σχέση σταθερού προς μεταβλητό κεφάλαιο την ονομάζει οργανική σύνθεση του κεφαλαίου. Παρουσιάζουμε την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου στο εξής ως «ΟΣ». Ο Μαρξ διατυπώνει το νόμο της τάσης του ποσοστού κέρδους να πέφτει ως εξής: «... αν τώρα υποθέσουμε παραπέρα, ότι αυτή η βαθμιαία μεταβολή στη σύνθεση του κεφαλαίου δεν γίνεται μόνο σε ξεχωριστές σφαίρες παραγωγής, αλλά λίγο-πολύ σε όλες, ή, έστω στις αποφασιστικές σφαίρες παραγωγής, ότι λοιπόν περιλαβαίνει τις αλλαγές στην οργανική μέση σύνθεση του συνολικού κεφαλαίου, που ανήκει σε μια καθορισμένη κοινωνία, τότε πρέπει αυτή η βαθμιαία αύξηση του σταθερού κεφαλαίου, σε σχέση με το μεταβλητό κεφάλαιο, να έχει απαραίτητα σαν αποτέλεσμα μια βαθμιαία πτώση του γενικού ποσοστού κέρδους, όταν μένει αμετάβλητο το ποσοστό της υπεραξίας ή όταν μένει αμετάβλητος ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργασίας από το κεφάλαιο». Αυτός είναι «Ο νόμος σαν τέτοιος».
Στην παραπάνω παράθεση το ποσοστό της υπεραξίας είναι η αναλογία των δύο μερών της αξίας που παράγεται από τον εργάτη σε μια εργάσιμη ημέρα, δηλαδή η αναλογία της υπεραξίας που αυτός παράγει, σε σχέση με την αξία του ίδιου του μισθού του, που επίσης παράγεται από αυτόν στη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας. Επειδή όλη η αξία μπορεί να μετρηθεί σε χρόνο εργασίας, μπορούμε να παρουσιάσουμε, ας πούμε, την οχτάωρη εργάσιμη ημέρα γεωμετρικά με τεμάχια μιας γραμμής ΑΒ. Ενα μέρος του χρόνου του, ας πούμε τρεις ώρες, ο εργάτης το ξοδεύει δημιουργώντας μια αξία ίση με το μισθό του. Μπορούμε να το παρουσιάσουμε βάζοντας ένα σημείο Ρ ανάμεσα στο Α και το Β, έτσι ώστε το ΑΡ να αντιπροσωπεύει τις τρεις ώρες. Το μέρος που μένει, το ΡΒ αντιπροσωπεύοντας πέντε ώρες, αντιστοιχεί στην εργασία που παράγει υπεραξία και αυτό το μέρος το ιδιοποιείται ο καπιταλιστής*. Το ποσοστό της υπεραξίας είναι η αναλογία του ΡΒ προς το ΑΡ. Στην παρούσα περίπτωση το ΑΡ αντιπροσωπεύει τρεις ώρες εργασίας και το ΡΒ πέντε ώρες εργασίας. Επομένως η αναλογία της υπεραξίας είναι 5/3. Αυτή είναι η αναλογία του χρόνου που ο εργάτης δουλεύει για τον καπιταλιστή, σε σχέση με το χρόνο που δουλεύει για τον εαυτό του. Η αναλογία αυτή αντιπροσωπεύει το βαθμό εκμετάλλευσης του εργάτη από τον καπιταλιστή. Μπορούμε να γράφουμε το ποσοστό της υπεραξίας ως «ΠΥ».
Το ποσοστό κέρδους εξαρτάται από τις δύο αυτές αναλογίες. Θα γράφουμε το ποσοστό κέρδους ως «ΠΚ». Μην ξεχνάμε, ότι αναφερόμαστε σε ολόκληρη την οικονομία και ότι το ΠΚ αντιπροσωπεύει το μέσο ποσοστό κέρδους (ή γενικό ποσοστό κέρδους) και η ΟΣ αντιπροσωπεύει τη μέση οργανική σύνθεση του συνολικού κεφαλαίου μιας συγκεκριμένης κοινωνίας.

ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ ΣΤΟ ΝΟΜΟ ΤΗΣ ΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΠΟΣΟΣΤΟΥ ΚΕΡΔΟΥΣ ΝΑ ΠΕΦΤΕΙ

Από τότε που οι Dobb και Grossman έδωσαν μια προεξέχουσα θέση στο νόμο αυτό στην εξήγηση των κρίσεων, αστοί οικονομολόγοι άρχισαν να του επιτίθενται. Πρόκειται για μια επίθεση απ’ όλες τις πλευρές. Στο βιβλίο του Paul Sweezy του 1949 «Η θεωρία της καπιταλιστικής ανάπτυξης», που άσκησε σοβαρή επίδραση, λέγεται ότι η διατύπωση του νόμου από το Μαρξ δεν ήταν πειστική και ότι ο Bortkiewicz είχε αντικρούσει αυτό το νόμο.
Μερικοί από αυτούς που επιτέθηκαν το νόμο χρησιμοποίησαν την περίπλοκη μαθηματική θεωρία της γραμμικής άλγεβρας για να δείξουν ότι ο νόμος ήταν εσφαλμένος. Ενας οικονομολόγος έφτασε στο σημείο να γράψει μια νεκρολογία αυτού του νόμου. Πρόκειται για την εργασία του Phillipe Parijs «Η θεωρία κρίσης της μείωσης του ποσοστού κέρδους: μια ορθολογική αναπαράσταση μέσω μιας νεκρολογίας», την οποία παραθέτουν πολύ συχνά. Μια σύντομη ανασκόπηση αυτών των επιθέσεων μπορείτε να βρείτε στο σημείωμά μου «Ακόμα μια φορά για τη μείωση του ποσοστού κέρδους». Θα πω μονάχα ότι μια θεωρία που χρειάζεται να τη σκοτώσουν μερικές φορές είναι μια θεωρία που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Στο πρόσφατα δημοσιευμένο έργο σε δύο τόμους «Μαρξική οικονομία, μια επανεκτίμηση», μεγάλος αριθμός οικονομολόγων ασχολήθηκαν με αυτά τα ζητήματα. Ιδιαίτερα ο Alan Freeman έχει δείξει πως όλες αυτές οι επιθέσεις ενάντια στο νόμο του Μαρξ ήταν ατοπήματα και απόρροια μιας απόλυτης έλλειψης κατανόησης της ουσιωδώς δυναμικής ανάλυσης του Μαρξ.
Ολοι οι δυσφημιστές του νόμου χρησιμοποίησαν την άλγεβρα σαν εργαλείο. Ομως, αυτό που χρειαζόταν για μια βαθιά δυναμική ανάλυση του ζητήματος θα ήταν το μαθηματικό εργαλείο των εξισώσεων της διαφοράς ή των διαφορικών εξισώσεων.
Ο Freeman έδωσε μια γενικότερη μαθηματική απόδειξη του νόμου του Μαρξ για την τάση μείωσης του ποσοστού κέρδους, ξεκαθαρίζοντας με όλες τις προηγούμενες επιθέσεις στο νόμο. Κλείνει την εργασία του λέγοντας: «Επομένως διαπιστώνουμε, ότι - και πρόκειται για ένα εκπληκτικό και ωφέλιμο αποτέλεσμα αφού εκατό χρόνια είχαν διυλίσει τον κώνωπα σχετικά με την αρχική διατύπωση του Μαρξ του γενικού νόμου της μείωσης του ποσοστού κέρδους - αυτός ο νόμος όχι μόνο ισχύει αλλά είναι και επιστημονικά εξαιρετικά ακριβής».
Επειδή προτείνουμε να χρησιμοποιήσουμε το νόμο αυτό για να μελετήσουμε τη δυναμική του παγκόσμιου χρηματιστικού κεφαλαίου, θα δώσουμε και μερικά εμπειρικά στοιχεία που επιβεβαιώνουν το νόμο. Ο παρακάτω πίνακας δίνει το ποσοστό κέρδους της βιομηχανικής παραγωγής στις ΗΠΑ στην περίοδο 1947-‘77. Τα διαγράμματα έχουν παρθεί από το βιβλίο «Διεθνείς προοπτικές σχετικά με τις δυνατότητες κέρδους και με τη συσσώρευση».
Στον πίνακα βλέπουμε, ότι το ποσοστό της υπεραξίας ΠΥ και η σύνθεση του κεφαλαίου ΟΣ αυξάνονται με το χρόνο, ενώ το ποσοστό κέρδους ΠΚ είναι σε σταθερή πτώση. Στην γραφική παρουσίαση βλέπουμε την τάση μείωσης του κέρδους σε οχτώ προηγμένες καπιταλιστικές χώρες σε χρονικό διάστημα τριών δεκαετιών.

ΤΟ ΠΟΣΟΣΤΟ ΚΕΡΔΟΥΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΟΙ ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΣΤΙΣ ΗΠΑ (1947-1977)


 
ΠΥ
ΟΣ
ΠΚ
1947
1,40
3,58
0,22
1948
1,35
3,60
0,21
1949
1,50
3,81
0,22
1950
1,42
3,94
0,20
1951
1,44
3,78
0,22
1952
1,41
3,69
0,21
1953
1,35
3,56
0,20
1954
1,46
3,84
0,20
1955
1,51
3,85
0,21
1956
1,44
3,96
0,18
1957
1,50
4,08
0,18
1958
1,59
4,33
0,18
1959
1,61
4,14
0,19
1960
1,62
3,11
0,19
1961
1,68
4,18
0,19
1962
1,71
4,07
0,20
1963
1,71
3,99
0,21
1964
1,73
3,92
0,21
1965
1,73
3,92
0,21
1966
1,72
3,91
0,21
1967
1,72
4,03
0,19
1968
1,69
4,02
0,19
1969
1,62
4,07
0,17
1970
1,61
4,29
0,15
1971
1,71
4,50
0,15
1972
1,67
4,37
0,16
1973
1,59
4,39
0,14
1974
1,55
5,13
0,11
1975
1,71
5,39
0,12
1976
1,66
5,15
0,12
1977
1,63
5,03
0,12

ΠΣ: Ποσοστό υπεραξίας = υπεραξία / μεταβλητό κεφάλαιο
ΟΣ: Οργανική Σύνθεση του κεφαλαίου = σταθερό κεφάλαιο / μεταβλητό κεφάλαιο
ΠΚ: Ποσοστό κέρδους

 


Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗΣ

Η μείωση του ποσοστού κέρδους αποτελεί μια πτυχή της αιτίας των καπιταλιστικών κρίσεων. Ο νόμος αυτός υπογραμμίστηκε από μας, γιατί έχει αγνοηθεί από τους περισσότερους σημερινούς οικονομολόγους στην προσπάθειά τους να εξηγήσουν τις κρίσεις του καπιταλισμού. Υπογραμμίστηκε η άλλη κύρια αιτία των κρίσεων που είχε αναφέρει ο Μαρξ, δηλαδή το πρόβλημα της πραγματοποίησης. Οι κρίσεις έχουν τις ρίζες τους στη δυσκολία μετατροπής των παραχθέντων εμπορευμάτων σε χρήμα, μέσω πωλήσεων στην αγορά. Η δυσκολία αυτή της πραγματοποίησης της αξίας των εμπορευμάτων σε χρήμα, που οφείλεται σε μια έλλειψη ζήτησης, γίνεται φανερή σε περιόδους που πέφτουν απότομα οι τιμές. Αυτό το λέμε κρίση πραγματοποίησης.
Στον καπιταλισμό η αγοραστική και καταναλωτική δύναμη των μαζών είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Η κοινωνική κατανάλωση καθορίζεται από την «καταναλωτική δύναμη πάνω στη βάση ανταγωνιστικών σχέσεων διανομής, που περιορίζουν την κατανάλωση των μεγάλων μαζών της κοινωνίας σε ένα μίνιμουμ, που μπορεί να μεταβάλλεται μόνο μέσα σε λίγο-πολύ στενά όρια».
Οπως μας λέει ο Μαρξ: «Το πιο γενικό και φανερό φαινόμενο των εμπορικών κρίσεων είναι η απότομη και γενική πτώση στις τιμές των εμπορευμάτων». Οι τιμές πέφτουν στη διάρκεια μιας κρίσης, επειδή έχει παραχθεί μια υπερβολική ποσότητα εμπορευμάτων. Δεν πρόκειται για ένα απόλυτο πλεόνασμα με την έννοια ότι υπερβαίνει την απόλυτη απαίτηση της κοινωνίας. Δεν ικανοποιούνται πλήρως οι ανάγκες της κοινωνίας. Αντίθετα, στις κρίσεις υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη από τρόφιμα και ντύσιμο για το λιμοκτονούντα πληθυσμό. Εχουμε ένα σχετικό πλεόνασμα με την έννοια ότι τα εμπορεύματα δεν μπορούν να πωληθούν σε μια τιμή που δίνει ένα καλό κέρδος. Υπάρχει καλύτερο παράδειγμα από τους θανάτους από πείνα σήμερα στην Ινδία από τη μια και την πληθώρα του σιταριού από την άλλη;
Εχουμε τις κρίσεις υπερπαραγωγής. Θα μπορούσαμε να τις λέμε και κρίσεις υποκατανάλωσης.

Η ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΟΥ ΚΕΫΝΣΙΑΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΟΣΟΣΤΟΥ ΚΕΡΔΟΥΣ

Η μεγάλη ύφεση του 1929-‘33 ήταν η έκφραση μιας τέτοιας κρίσης του καπιταλισμού. Η παγκόσμια βιομηχανική παραγωγή είχε πέσει κατά τουλάχιστον 38% ανάμεσα στο 1929 και το 1932. Στις καπιταλιστικές χώρες σε όλον τον κόσμο, αυξήθηκε επίσης η ανεργία, όπως σε όλες τις προηγούμενες κρίσεις. Ακόμα και οι αστοί στατιστικοί παραδέχθηκαν ότι συνολικά 35 εκατομμύρια ήταν άνεργοι, χώρια από τις οικογένειες των ανέργων και τα εκατομμύρια των αγροτών που περιήλθαν σε ένδεια. Στη Βρετανία τα 22% των εργαζομένων ήταν χωρίς δουλιά και στην Αμερική τα 34%. Σημειώνουμε, ότι στην ίδια περίοδο το επίπεδο της παραγωγής στην ΕΣΣΔ αυξήθηκε κατά 204%.
Η κρίση του 1929-‘33 στον καπιταλιστικό κόσμο κλόνισε όσους θεωρητικούς είχαν προβλέψει ότι δε θα υπήρχαν άλλες κρίσεις στον καπιταλισμό. Η πλήρης αντίθεση με την ανάπτυξη στη Σοβιετική Ενωση αποτελούσε μια πρόκληση για το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα. Στις καπιταλιστικές χώρες οι εργαζόμενοι άρχισαν να επηρεάζονται ολοένα και περισσότερο από τις σοσιαλιστικές ιδέες. Απαιτούσαν κοινωνική ασφάλεια και δουλειές. Πώς να σωθεί το καπιταλιστικό σύστημα; Αυτή ήταν η κατάσταση, όταν ο John Maynard Keynes ήρθε με τις προτάσεις του για κρατική παρέμβαση ως μέσο αύξησης της αποτελεσματικής ζήτησης.
Πολλά έχουν γραφτεί για τις κεϋνσιανές συνταγές σχετικά με τη διαχείριση της ζήτησης και την κρατική παρέμβαση για τη δημιουργία μιας αποτελεσματικής ζήτησης. Αυτό που ονομάζεται Νέο Σύμφωνο ή και οικονομία της ευημερίας με τις επιδοτήσεις για την κοινωνική ασφάλεια, έγινε μέρος της στρατηγικής της άρχουσας τάξης στην προσπάθειά της να κρατήσει τη ζήτηση σε ψηλά επίπεδα. Το Νέο Σύμφωνο το αποτελούσε ένα πρόγραμμα μαζικών μέτρων ευημερίας με θέσεις εργασίας χρηματοδοτούμενες από την κυβέρνηση. Απαιτούσε μια γρήγορη αύξηση των κυβερνητικών δαπανών μέσω της χρηματοδότησης των ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους.
Ωστόσο, μεγάλο μέρος αυτής της προσπάθειας διατήρησης της ζήτησης σε ψηλά επίπεδα προερχόταν από τη βιομηχανία όπλων. Το 1971 τα 30% του ΑΕΠ των ΗΠΑ αγοράστηκε κατ’ ευθείαν από το κράτος και είχε σχέση με τη στρατιωτικοποίηση. Από τη δεκαετία του ‘60 και μετά οι στρατιωτικές δαπάνες έγιναν σημαντικό μέρος των κρατικών προϋπολογισμών σε όλες τις ιμπεριαλιστικές χώρες. Το 1974 οι δαπάνες του ΝΑΤΟ ήταν εφτά φορές υψηλότερες απ’ ό,τι το 1949. Σύμφωνα με το Πρόγραμμα του Κόμματός μας: «Η βιομηχανία όπλων έγινε συστατικό μέρος των προηγμένων καπιταλιστικών οικονομιών, κάτι το οποίο χρησιμεύει στο να κρατήσει στην επιφάνεια τη συνολική ζήτηση».
Πρέπει να κάνουμε την εξής ερώτηση: γιατί κατάρρευσε ο κεϋνσιανισμός; Από πολύ καιρό υπήρχαν στους αστικούς κύκλους θεωρητικές αντιστάσεις ενάντια στις κεϋνσιανές συνταγές. Για παράδειγμα, ο Friedman από τη Σχολή του Σικάγο και ο καθηγητής Hayek από την αυστριακή παράδοση κάτω από τον Von Mises αντιπροσώπευαν δύο γραμμές επίθεσης κατά του Keynes. Ωστόσο, οι άρχουσες τάξεις κατέστειλαν με σθένος αυτές τις εναλλακτικές θεωρίες, διότι οι συνταγές του Κέυνς τους βοήθησαν να έχουν σχεδόν τριάντα χρόνια καπιταλιστικής ανάπτυξης χωρίς μεγάλες κρίσεις.
Η κριτική μας στον Κέυνς πηγάζει από το γεγονός ότι προσπαθούσε να λύσει την κρίση του καπιταλισμού σε βάρος των εργαζομένων και αυτό μάλιστα χωρίς να κατανοεί τη φύση των προβλημάτων του καπιταλισμού. Θα μπορούσαμε να πούμε, ότι ο Κέυνς δε διάβασε ποτέ Μαρξ. Δεν ήταν σε θέση να καταλάβει το δάσκαλο. Σε μια διαβόητη επιστολή του το 1935 στον Bernard Shaw, ο οποίος τον είχε πιέσει να διαβάσει Μαρξ, έγραφε: «Την περασμένη βδομάδα έκανα άλλη μια προσπάθεια με τον Καρλ Μαρξ διαβάζοντας την αλληλογραφία του με τον Ενγκελς, που μόλις κυκλοφόρησε. Προτιμώ τον Ενγκελς από τους δύο. Καταλαβαίνω ότι εφεύραν μια ορισμένη μέθοδο και επίσης έναν πρόστυχο τρόπο γραφής. Οι διάδοχοί τους διατήρησαν πιστά και τα δύο. Αν μου πεις, όμως, ότι έχουν βγάλει άκρη με το οικονομικό αίνιγμα, τότε καταθέτω τα όπλα - δε βρίσκω τίποτ’ άλλο από ξεπερασμένες διενέξεις».
Αυτές ήταν οι θεωρητικές αποσκευές του Κέυνς το 1935, όταν έγραφε τη «Γενική Θεωρία» του (δημοσιεύθηκε το 1936). Ομως, ο Κέυνς ήξερε ότι ο Μαρξ είχε επισημάνει το πρόβλημα της ανεπαρκούς ζήτησης ως παράγοντα-κλειδί στην καπιταλιστική κρίση μέσω της υποκατανάλωσης. Αναγνωρίζει στο Μαρξ ότι ήταν ο πρώτος που κοίταξε την πλευρά της ζήτησης στην παραγωγή, ενώ οι ακαδημαϊκοί οικονομολόγοι επικεντρώνονταν συνεχώς στην πλευρά της προσφοράς. Η φιλοφρόνησή του προς το Μαρξ δεν ήταν όμως και πολύ γενναιόδωρη και μάλιστα άκομψη διότι είπε ότι ο Μαρξ ανήκει στον υπόκοσμο της οικονομίας.
Ο Κέυνς στράφηκε στο πρόβλημα της ζήτησης αγνοώντας τις ευρύτερες αναφορές του Μαρξ στις καπιταλιστικές κρίσεις. Για παράδειγμα, ο John Strachey, ο οποίος είχε διαβάσει εκτενώς το Μαρξ, έδειξε το βαθμό στον οποίο ο Κέυνς είχε πιάσει μόνο ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα των καπιταλιστικών κρίσεων, την υποκατανάλωση. Η ανάλυση του Μαρξ, είπε, εμπεριείχε επίσης μια μακροπρόθεσμη τάση η αυξανόμενη οργανική σύνθεση του κεφαλαίου να προκαλεί τη δομική ανεργία, καθώς και μια βασική δυσαναλογία ανάμεσα στους διαφορετικούς τομείς και τις διαφορετικές περιφέρειες της καπιταλιστικής οικονομίας.
Οι δύο πλευρές της αιτίας των κρίσεων, δηλαδή, το πρόβλημα της πραγματοποίησης και το πρόβλημα της μείωσης του ποσοστού κέρδους μπορούν να θεωρηθούν οι δύο πόλοι μιας διαλεκτικής ενότητας. Αν κοιτάξουμε τη γεωμετρική παρουσίαση της ημέρας εργασίας ΑΒ και τα δύο μέρη της ΑΡ και ΡΒ, τότε βλέπουμε ότι αυτά τα μέρη αντιπροσωπεύουν τις αξιώσεις των ανταγωνιστικών τάξεων. Το ΑΡ παρουσιάζει αυτό που είναι διαθέσιμο για τον εργάτη και το ΡΒ αυτό που το ιδιοποιείται ο καπιταλιστής. Αν η εργατική τάξη βρίσκεται σε ισχυρή θέση διαπραγμάτευσης, το σημείο Ρ μπορεί να πιεστεί, ώστε να γίνει πιο μεγάλο το μερίδιο του εργάτη. Ομως, η καπιταλιστική τάξη κυριαρχεί και επομένως το σημείο Ρ μπορεί να μετατοπιστεί προς Α, έτσι ώστε να μεγιστοποιηθεί το μερίδιο του καπιταλιστή. Με αυτή την έννοια, τα μέρη ΑΡ και ΡΒ αντιμετωπίζονται ως ανταγωνιστικά αντίθετα.
Σε μια καπιταλιστική κοινωνία η παραγωγή είναι κοινωνική, αλλά η ιδιοποίηση ιδιωτική. Ο μόνος στόχος του καπιταλιστή στη διαδικασία παραγωγής είναι να αυξήσει τα κέρδη του. Οποιοδήποτε σχέδιο μειώνει το ποσοστό κέρδους καταδικάζει το σύστημα σε κρίση. Από αυτή την άποψη, το πρόβλημα της κερδοφορίας συμβάλλει στην κρίση. Για να αποφευχθεί αυτό, πρέπει να αυξηθεί το τμήμα ΡΒ.
Στη διαδικασία της αύξησης κερδών συμπιέζεται το μερίδιο του εργάτη, διότι το ΡΒ μπορεί να αυξηθεί μόνο μειώνοντας το ΑΡ. Ομως, το σύνολο των μισθών των εργατών αποτελούν σημαντικό μέρος της αποτελεσματικής ζήτησης στην οικονομία. Γι’ αυτό, η μείωση του ΑΡ συμβάλλει στη μείωση της συνολικής ζήτησης και έτσι παραβιάζει την οικονομία υπό τη μορφή μιας κρίσης πραγματοποίησης. Συνεπώς, τα δύο χαρακτηριστικά γνωρίσματα της καπιταλιστικής παραγωγής, το πρόβλημα της πραγματοποίησης και το πρόβλημα της αποδοτικότητας σε κέρδη, κόβουν το σύστημα από αντίθετες πλευρές, όπως οι δύο λεπίδες ενός ψαλιδιού. Αν αφήσεις τη μία λεπίδα, σε πετσοκόβει η άλλη. Αυτό συνέβη με τον κεϋνσιανισμό.
Η εφαρμογή των συνταγών του Κέυνς, όπως οι κρατικές δαπάνες για την επίλυση του προβλήματος της αποτελεσματικής ζήτησης, είχε στηριχθεί σε μια άνευ προηγουμένου επέκταση των φόρων και του δημόσιου χρέους σε όλα τα επίπεδα, καθώς και σε μια γρήγορη αύξηση της κυκλοφορίας των χαρτονομισμάτων, που είχε σαν αποτέλεσμα μια μακροπρόθεσμη αύξηση του πληθωρισμού.
Για παράδειγμα, στις ΗΠΑ το εθνικό χρέος ανήλθε σε 1 δισεκ. δολάρια μέχρι το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τον Απρίλη του 1975, όμως, είχε αυξηθεί και ανήλθε σε 538 δισ. δολάρια. Στο δημοσιονομικό έτος 1974-‘75, το σύνολο των τόκων που πλήρωσε η κυβέρνηση των ΗΠΑ ανήλθε σε 33 δισ. δολάρια. Ο Κέυνς είχε τη γνώμη ότι το μέγεθος του δημόσιου χρέους δε θα προκαλούσε δυσχέρειες όσο η αποτελεσματική ζήτηση διατηρείτο σε ψηλά επίπεδα. Εδώ ο κεϋνσιανισμός προσπαθούσε να διατηρήσει τη ζήτηση, δηλαδή να επιλύσει το πρόβλημα της πραγματοποίησης αγνοώντας, ταυτόχρονα, το πρόβλημα του ποσοστού κέρδους.
Παρόλο που το ψηλό επίπεδο των δαπανών διατήρησε προσωρινά την αποτελεσματική ζήτηση και την απασχόληση, όπως το ήθελε ο Κέυνς, μακροπρόθεσμα όμως οδήγησε σε μείωση των κερδών και της συσσώρευσης. Οι φόροι και τα δάνεια είναι τελικά μια αφαίμαξη από την υπεραξία που την έχουν ιδιοποιηθεί οι καπιταλιστές.
Μια ματιά στα διαγράμματα των κερδών των οχτώ πιο αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών από τη δεκαετία του ’60 μέχρι τη δεκαετία του ’80 μας αποκαλύπτει, πώς η επίγεια τάση της μείωσης του ποσοστού κέρδους, επιβαρύνεται και άλλο από τα φορολογικά μέτρα. Ετσι, στον Καναδά, στη Γαλλία και στις ΗΠΑ τα κέρδη μετά τους φόρους είναι πολύ χαμηλότερα από τα προ φόρων κέρδη.
Η αντίσταση στον κεϋνσιανισμό, η οποία έως τώρα ήταν θεωρητική και προερχόταν από τη Σχολή του Σικάγο του Milton Friedman, απόκτησε όλο και περισσότερο την υποστήριξη των κυρίαρχων τάξεων, ιδίως από τον τομέα του χρηματιστικού κεφαλαίου, που κυριαρχούσε πια.
Η μείωση του ποσοστού κέρδους οδηγεί στην επιβράδυνση των ρυθμών της οικονομίας, καθώς και στη μεταφορά του κεφαλαίου από τη σφαίρα της παραγωγής στη σφαίρα του χρήματος (συμφέροντα και κερδοσκοπία). Καμιά φορά ισχυρίζονται ότι η επικράτηση του κερδοσκοπικού κεφαλαίου οδηγεί στην επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης των καπιταλιστικών οικονομιών. Πρέπει να αντιληφθούμε την ουσιώδους σημασίας σύνδεση ανάμεσα στη βασική τάση μείωσης του ποσοστού κέρδους, την κεϋνσιανική διαχείριση της ζήτησης, την επιβράδυνση του παραγωγικού κεφαλαίου και την αύξηση του κερδοσκοπικού χρηματιστικού κεφαλαίου από τη μία πλευρά, και το αντίστροφο αποτέλεσμα που έχει αυτό για το ίδιο το παραγωγικό κεφάλαιο. Η ουσία αυτής της κίνησης αποκαλύπτεται στη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στις δύο αντιθετικές πλευρές (τα μέρη) του χρόνου εργασίας, των μισθών και της υπεραξίας, που την ιδιοποιούνται, καθώς και των αντίστοιχων πηγών των κρίσεων, όπως αντιπροσωπεύονται από το πρόβλημα υποκατανάλωσης και το πρόβλημα της αποδοτικότητας σε κέρδη. [...]
Θα κλείσουμε αυτό το μέρος με την παρατήρηση ότι μπορείς να αγνοήσεις τη μείωση του ποσοστού κέρδους, αλλά τότε θα πρέπει να αρκείσαι σε μια φαινομενικο-λογική εξήγηση της κατάρρευσης του κεϋνσιανισμού μονάχα, χωρίς να αποκτήσεις κατανόηση της ουσιώδους διαλεκτικής διαδικασίας που αποτελεί την ουσία πίσω από το φαινόμενο.
Λέμε εδώ, ότι ακριβώς λόγω του κερδοσκοπικού χαρακτήρα του (καυτές ροές χρήματος) και της έλλειψης βάσης παραγωγής, το σημερινό χρηματιστικό κεφάλαιο πατάει στο αδύνατο πόδι του και ο σημερινός ιμπεριαλισμός έχει την κρίση έμφυτη.
Ας εξετάσουμε τώρα τη φύση των κερδοσκοπικών κερδών. Ολο το κέρδος, όπως όλη η αξία, δημιουργείται από εργασία. Σε τελευταία ανάλυση είναι η εργασία στην παραγωγή που αποτελεί την πηγή κάθε καινούργιας αξίας και γι’ αυτό και της υπεραξίας. Στην κυκλοφορία δεν μπορεί να δημιουργηθεί αξία, αλλά μπορεί να μεταφερθεί η υπάρχουσα αξία στον τομέα της κυκλοφορίας.
Τα μονοπωλιακά κέρδη και τα κερδοσκοπικά κέρδη πηγάζουν όλα από τη συνολική υπεραξία που παράγεται στην κοινωνία. Τραβάνε από το μέσο ποσοστό κέρδους. Ο Μαρξ διαχωρίζει ανάμεσα στο μεταβλητό κεφάλαιο (εργατική δύναμη, μισθοί) και το σταθερό κεφάλαιο, κάνοντας μια δήλωση σχετικά με την κερδοσκοπία και τη διακύμανση των τιμών. Στον πρώτο τόμο του «Το Κεφάλαιο» (κεφάλαιο VΙ) θα πει: «Η έννοια του σταθερού κεφαλαίου δεν αποκλείει με κανέναν τρόπο μιαν επανάσταση στην αξία των συστατικών μερών του. Ας υποθέσουμε ότι μια λίβρα μπαμπάκι κοστίζει σήμερα 6 πένες και ότι αύριο λόγω της καταστροφής μιας σοδιάς μπαμπακιού η αξία του ανεβαίνει σε 1 σελίνι. Το παλιό μπαμπάκι που εξακολουθεί η κατεργασία του, είχε αγοραστεί προς 6 πένες, προσθέτει όμως τώρα στο προϊόν ένα μέρος αξίας 1 σελινιού. Και το κλωσμένο πια μπαμπάκι, που ίσως να κυκλοφορεί κιόλας σαν νήμα στην αγορά, προσθέτει επίσης στο προϊόν το διπλάσιο της αρχικής του αξίας. Βλέπουμε ωστόσο ότι οι αλλαγές αυτές στην αξία είναι ανεξάρτητες από την αξιοποίηση του μπαμπακιού μέσα στο ίδιο το προτσές που κλώθει. Αν το παλιό μπαμπάκι δεν είχε μπει ακόμα καθόλου στο προτσές εργασίας, θα μπορούσε τώρα να ξαναπουληθεί προς 1 σελίνι αντί προς 6 πένες. Αντίστροφα. Οσο λιγότερα προτσές εργασίας έχει διατρέξει το μπαμπάκι, τόσο πιο σίγουρο είναι αυτό το αποτέλεσμα. Γι’ αυτό είναι νόμος της κερδοσκοπίας σε περιπτώσεις τέτοιων επαναστάσεων στην αξία να σπεκουλάρει με την πρώτη ύλη στη λιγότερο κατεργασμένη μορφή της, επομένως, μάλλον με το νήμα παρά με το υφαντό, και μάλλον με το ίδιο το μπαμπάκι παρά με το νήμα. Εδώ η αλλαγή στην αξία ξεπηδάει από το προτσές που παράγει μπαμπάκι και όχι από το προτσές όπου το μπαμπάκι λειτουργεί σαν μέσο παραγωγής και επομένως σαν σταθερό κεφάλαιο. Αν και η αξία ενός εμπορεύματος καθορίζεται από την ποσότητα της εργασίας που περιέχεται σ’ αυτό, ωστόσο αυτή η ίδια η ποσότητα είναι κοινωνικά καθορισμένη. Αν έχει αλλάξει ο χρόνος εργασίας που είναι κοινωνικά αναγκαίος για την παραγωγή του -και η ίδια λ.χ. ποσότητα μπαμπάκι παρασταίνει, όταν η σοδιά δεν είναι καλή, μεγαλύτερη ποσότητα εργασίας, παρά όταν είναι καλή- τότε έχουμε αντίχτυπο στο παλιό εμπόρευμα που ισχύει πάντα απλώς σαν ένα ξεχωριστό αντίτυπο του είδους του, που η αξία του μετριέται πάντα με την κοινωνικά αναγκαία εργασία, και επομένως, πάντα με την εργασία που είναι αναγκαία κάτω από τις κοινωνικές συνθήκες της στιγμής»[7].
Δώσαμε αυτή την κάπως μεγάλη παράθεση από το Μαρξ, επειδή το ζήτημα της μεταβίβασης της αξίας αγνοήθηκε από τους περισσότερους σχολιαστές του Μαρξ και ακόμα από μαρξιστές επιστήμονες. Μόνο πολύ πρόσφατα έχει γίνει δεκτή επίσημα η ιδέα αυτή της μεταβίβασης της αξίας στη μαρξιστική αναλυτική θεωρία. Στην πραγματικότητα, τη μαθηματική έννοια της μεταβίβασης της αξίας, τη χρησιμοποίησαν μόλις πρόσφατα για την ανάλυση της θεωρίας του Μαρξ σχετικά με τη διαμόρφωση των τιμών. Βλέπετε το δοκίμιο του Alan Freeman, στο οποίο αναφερθήκαμε και πριν.
Η κύρια ιδέα που θέλουμε να αναδείξουμε, είναι ότι όλα τα κερδοσκοπικά κέρδη προέρχονται σε τελευταία ανάλυση από την παραγωγική διαδικασία. Οπως το νοίκι που πληρώνει ο καπιταλιστής στον ιδιοκτήτη της γης ή το επιτόκιο που πληρώνεται στο χρηματιστή και τα επιπρόσθετα κέρδη που παίρνει ο μονοπωλιακός καπιταλιστής, που αναζητεί το μέγιστο κέρδος, έτσι και το εισόδημα του κερδοσκόπου τραβιέται από τη συνολική υπεραξία που παράγεται στην κοινωνία. Ολα αυτά τα συστατικά μέρη πρέπει να αποκτηθούν σε τελευταία ανάλυση από την ίδια την παραγωγική διαδικασία. Το ποσοστό κέρδους μπορεί να βρίσκεται σε ψηλά επίπεδα σε κάποιον τομέα μόνο, επειδή αλλού το ποσοστό αυτό έχει συμπιεστεί κάτω από το μέσο ποσοστό κέρδους. Οταν πέφτει το ίδιο το μέσο ποσοστό κέρδους, η διαδικασία αυτή γίνεται πιο δύσκολη.
Το αρκετά σύγχρονο παράδειγμα κερδοσκοπικών κερδών, που θα δώσουμε παρακάτω, θα δείξει πώς πραγματοποιείται αυτή η διαδικασία της μεταβίβασης αξίας. Επίσης, δείχνει έναν τρόπο με τον οποίο δρουν οι κερδοσκόποι στην αγορά αξιών.
Οι κερδοσκόποι εφόσον έχουν επιλέξει μια συγκεκριμένη επιχείρηση ως αντικείμενο κερδοσκοπίας, αρχίζουν να διασκορπίζουν ψευδείς φήμες σχετικά με την οικονομική της κατάσταση. Οι μέτοχοι αρχίζουν πανικόβλητοι να πωλούν τις μετοχές τους. Σαν αποτέλεσμα επέρχεται απότομη πτώση στις τιμές αυτών των μετοχών. Οταν η τιμή έχει πέσει στο κατώτερο επίπεδο, οι κερδοσκόποι αγοράζουν μια τεράστια ποσότητα από αυτές.
Κατόπιν τούτου, πληροφορούν το κοινό ότι οι φήμες ήταν αβάσιμες και ότι η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης είναι ισχυρή. Οι τιμές ανεβαίνουν. Οταν φτάσουν στο ανώτερο επίπεδο, οι κερδοσκόποι πωλούν τις μετοχές. Με αυτό τον τρόπο το χρηματιστικό κεφάλαιο κάνει μεγάλα κέρδη. Ενα καλό παράδειγμα είναι η διαβόητη επιχειρηματική πράξη του Αμερικανού δισεκατομμυριούχου Richard Chandler Mellon. Τον Ιούλιο του 1961 ο Mellon πούλησε 400.000 μετοχές της εταιρίας του, Gulf Oil, δημιουργώντας πανικό στο χρηματιστήριο αξιών. Οι μέτοχοι, ωθούμενοι από τις φήμες της επερχόμενης χρεοκοπίας της εταιρίας, βιάστηκαν να ξεφορτωθούν τις μετοχές της Gulf Oil και ο Mellon τις αγόρασε φτηνές. Η πράξη αυτή του έδωσε ένα καθαρό κέρδος 16 εκατομμυρίων δολαρίων σε λίγες ώρες.
Ο Λένιν είχε αποδείξει ότι η στασιμότητα στην ιμπεριαλιστική εποχή είναι στενά συνδεδεμένη με την αύξηση του χρηματιστικού κεφαλαίου, το οποίο όλο και περισσότερο αποκλίνει από την προέλευσή του την παραγωγή. Αυτή η απόκλιση, που ουσιαστικά έχει γίνει ρήξη, είναι η βασική αιτία της τρωτότητας του παγκοσμιοποιημένου χρηματιστικού κεφαλαίου στο ζήτημα των κερδοσκοπικών κερδών. Το φαινόμενο της μείωσης του ποσοστού κέρδους δρα σαν ανώτατο όριο στην κίνηση του χρηματιστικού κεφαλαίου στη διαδικασία της συγκέντρωσης κερδοσκοπικών κερδών. Μια τέτοια πίεση από τη μείωση του ποσοστού κέρδους δρα αναπόφευκτα σαν φραγμός στην ανάπτυξη της ενδοϊμπεριαλιστικής συνεργασίας. [...]
Την κίνηση του παγκοσμίου κερδοσκοπικού κεφαλαίου την κατέστησαν δυνατή οι νέες τεχνολογίες, όπως αυτή της επεξεργασίας πληροφοριών. Ωστόσο, η κίνηση αυτή δεν είναι απόλυτα ελεύθερη αλλά συναντάει αντιστάσεις που οφείλονται στη μείωση του ποσοστού κέρδους. Απλώς για να επικεντρωθούμε στη φιλοσοφική πλευρά, θα υπενθυμίσουμε στον αναγνώστη τα λόγια του Ενγκελς: «Δεν μπορεί να υπάρχει κίνηση χωρίς ύλη, όπως δεν μπορεί να υπάρχει ύλη χωρίς κίνηση». Και η προειδοποίηση του Λένιν: «Να σκέφτεσαι για την κίνηση χωρίς ύλη είναι σαν να σκέφτεσαι για το νου χωρίς σώμα». Η κίνηση είναι διαλεκτική και τα αντίθετά της πρέπει να αποκαλυφθούν σε κάθε μελέτη για την κίνηση.
Η κίνηση του παγκόσμιου κερδοσκοπικού κεφαλαίου αποτελεί μια πλευρά της κίνησης του κεφαλαίου που, παρόλο που μοιάζει να είναι ελεύθερη, στο βάθος συνδέεται με την παραγωγή. Επίσης συνδέεται με το έθνος-κράτος του ιδιοκτήτη του κάθε τμήματος του χρηματιστικού κεφαλαίου μέσω της κρατικής παρέμβασης.
Οσο και αν απαρνιόμαστε τη δυνατότητα της παλαιού τύπου κρατικής παρέμβασης στα πλαίσια του παγκοσμιοποιημένου χρηματιστικού κεφαλαίου, το γεγονός παραμένει, ότι μεγάλη μερίδα του ΑΕΠ των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών - μέχρι και 30% στις ΗΠΑ - αγοράζεται από την κυβέρνηση για στρατιωτικοποίηση και την εγκατάσταση στρατιωτικών δομών στο διάστημα. Αλλά και με το καινούργιο καθεστώς του ΠΟΕ (Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου) δεν επιδοτούν τα προηγμένα καπιταλιστικά κράτη την επιχειρηματική δραστηριότητα, π.χ. στον τομέα της γεωργίας, σαν μέσο κατάκτησης των αγορών των χωρών του Τρίτου Κόσμου; Ενα παράδειγμα τέτοιου είδους κρατικής παρέμβασης ήταν η τεράστια επιδότηση, που εγκρίθηκε από το Κογκρέσο των ΗΠΑ, στις αεροπορικές εταιρίες αμέσως μετά την επίθεση στο Κέντρο Παγκοσμίου Εμπορίου.
Σε μια περίοδο, στην οποία το ποσοστό κέρδους πέφτει παντού στον κόσμο, το παγκόσμιο κερδοσκοπικό κεφάλαιο δεν μπορεί να θεωρείται μια ανεξάρτητη μονάδα ελεύθερη να πλανάται σε όλο τον κόσμο και εξίσου ελεύθερη να αποσυρθεί, για παράδειγμα, από εκείνες τις χώρες του Τρίτου Κόσμου, οι οποίες υιοθετούν φιλολαϊκές πολιτικές. Η επιθυμία να αποσυρθούν από μια οικονομία του Τρίτου Κόσμου μετριάζεται από την πραγματικότητα της πίεσης πάνω στο γενικό ποσοστό κέρδους, καθώς και από τη γενική νωθρότητα του παραγωγικού κεφαλαίου.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η ιδέα, που έχουν ορισμένοι, ότι η σημερινή σιωπή των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων μπορεί να στρώσει το δρόμο για την εμφάνιση ενός παγκοσμίου ιμπεριαλιστικού υπερκράτους, που να υπερασπίζεται τα συμφέροντα του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου και να προστατεύει σε όλο τον κόσμο την κίνησή του, απορρέει από μια εσφαλμένη κατανόηση της διαλεκτικής της κίνησης του κεφαλαίου.
Παρόλο που η παγκόσμια κινητικότητα του χρηματιστικού κεφαλαίου έγινε δυνατή εξαιτίας της τεχνολογίας και παρακινείται από τη νωθρότητα του παραγωγικού κεφαλαίου, η κινητικότητα αυτή υπάγεται σε ορισμένους νόμους, τους οποίους πρέπει να ανακαλύψουμε. Να αγνοήσουμε τη δυνατότητα ύπαρξης παραγόντων αντίθετων ως προς την κινητικότητα αυτή θα σήμαινε ότι υπερβάλλουμε τη δυνατότητα του καπιταλισμού να ξεπεράσει την κρίση του. Για να ανακαλύψουμε και να ξεσκεπάσουμε το «βάθος των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων» πρέπει να δούμε προσεκτικά τη βασική αντίθεση του καπιταλισμού. Το ξεσκέπασμα της ληστρικής φύσης του ιμπεριαλισμού δεν κάνει τον ιμπεριαλισμό τρωτό, παρόλο που μας βοηθάει σημαντικά στην επαναστατική δουλειά μας. Η τρωτότητά του απορρέει μέσα από την ίδια τη δομή του. Απορρέει από την αντίφαση ανάμεσα στην αυξανόμενη κοινωνικοποίηση της παραγωγής και τις ανάγκες της ιδιωτικής ιδιοποίησης μέσω κερδών στα σημερινά πλαίσια μιας οξείας μείωσης του ποσοστού κέρδους σε όλο τον κόσμο. Μπορούμε να αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε αυτή την αντίφαση, προσπαθώντας να αναδείξουμε τη διαλεκτική, τις αντίθετες τάσεις, που αποτελούν τη βάση των νόμων κίνησης του χρηματιστικού κεφαλαίου. Αυτό πρέπει να γίνει μέσα στα πλαίσια της μαρξιστικής θεωρίας με ειδική αναφορά στο νόμο της τάσης μείωσης του ποσοστού κέρδους.


Απόσπασμα άρθρου με τίτλο «Η παγκοσμιοποίηση του χρηματιστικού κεφαλαίου και ο νόμος του Μαρξ της πτώσης του ποσοστού κέρδους» από το περιοδικό του ΚΚ Ινδίας (Μ) «The Marxist», XIX 2c, Απρίλης - Ιούνης 2003. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στα πλαίσια σχετικής συζήτησης μαρξιστών οικονομολόγων και δημοσιεύεται από την ΚΟΜΕΠ ως κείμενο σοβαρού προβληματισμού και όχι αδιαμφισβήτητων θέσεων.
Ο Κ. Κ. Θέκεδαθ είναι μέλος της Επιτροπή Πολιτείας Μαχαράστρα του ΚΚ Ινδίας (Μ) και εκδότης του Teachers World.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ολα τα Μνημόνια σε πίνακες

Το φίδι του ναζισμού σέρνεται προς την κερκίδα

Περί Σαββόπουλου, προσωπικά...