Θεσσαλονίκη - Χριστούγεννα 1912 μ.Χ.


Θεσσαλονίκη. Χριστούγεννα 1912. Ιδού τα υλικά μου. Μου είναι αρκετά. Κι ας μου λείπει η μνήμη. Κι ας μου λείπουν οι άνθρωποι  που έζησαν εκείνη την εποχή να συμπληρώσουν την εικόνα. Ο παππούς μου, ο Μίμης, ζούσε ακόμη στην Πόλη, 26 χρονών παλικάρι. Η γιαγιά μου ήταν τεσσάρων χρονών παιδάκι, κι εκείνη απ΄ την Κωνσταντινούπολη. Ηλθαν  χώρια στη Θεσσαλονίκη το ’23, στον πρώτο «δγιωγμό».  Η πόλη «γιόρταζε» τα 11 χρόνια από την απελευθέρωσή της προσπαθώντας να βολέψει όπως όπως την προσφυγιά από τον Πόντο και τη Μικρασία. Οι δικές τους οικογένειες εγκαταστάθηκαν στις «Εξοχές». Εκεί αντάμωσαν, αγαπήθηκαν, κλέφτηκαν και ύστερα πήγαν και έστησαν το σπιτικό τους δίπλα στη «Βίλα Μπιάνκα». Εκείνος δούλεψε καθηγητής μαθηματικών στο Γυμνάσιο και μετά σταδιοδρόμησε ως δημοσιογράφος στις εφημερίδες της πόλης. Εκείνη έγινε ηθοποιός, δούλεψε σε περιοδεύοντες θιάσους και αργότερα ως υποβολέας στο «Βασιλικό».  Μιλούσαν ελληνικά με τους «έξω», γαλλικά μεταξύ τους και τούρκικα όταν μαλώνανε. Κι ήξεραν ακόμη γερμανικά, εγγλέζικα, βουλγάρικα. Φαρσί όλα. Κι όπως η ομιλία τους έτσι και τα βιβλία τους, έτσι τα φαγητά τους, έτσι κι οι μυρωδιές τους σπιτιού τους: πολυεθνικές. Όπως η Πόλη που γεννήθηκαν αλλά και η πόλη που έζησαν. Η δική μας πόλη. Γιατί έτσι ήταν η Θεσσαλονίκη πολύ πριν το 1912 και για λίγο –δυστυχώς πολύ λίγο- μετά. Μια πόλη με δέκα γλώσσες, πέντε φυλές, τρεις θεούς: Χριστό, Αλλάχ, Γιαχβέ. Η τρίτη πιο σπουδαία «Κοσμόπολη», μετά τη Βασιλεύουσα και τη Σμύρνη, της  Οθωμανικής αυτοκρατορίας  που όπως όλες οι αυτοκρατορίες στήριζαν τον κοσμοπολιτισμό και τον πολυεθνικό χαρακτήρα των μεγάλων τους κέντρων. Πράγμα που το ξεχνάμε επίτηδες, μην πούμε καμιά καλή κουβέντα για τον Τούρκο και πέσει κεραυνός να μας κάψει.
Τι τα λες όλα αυτά τώρα; Και πουν’ τα Χριστούγεννα του 1912; Εδώ είναι. Στις μυρωδιές, στις γεύσεις, στους ήχους, στα χρώματα μιας πόλης που ξεκίνησε εκείνη την ιστορική χρονιά σαν ένα ψηφιδωτό λαών κι έκανε Χριστούγεννα, στο τέλος της, τυλιγμένη σε ελληνικές σημαίες, δυο μήνες μετά την απελευθέρωσή της στις 27 Οκτωβρίου. Ευτυχώς χωρίς αίμα – ή τουλάχιστον χωρίς τα ποτάμια αίματος που θα μπορούσαν να είχανε χυθεί αν ο Κωνσταντίνος αργούσε μια μέρα ακόμη να μπουκάρει στα Γιαννιτσά, αν ο βουλγάρικος στρατός δεν είχε αποκοιμηθεί στα βορειοανατολικά περίχωρα, εκεί που σήμερα είναι το «Τιτάν».
 Όπως και να ‘χει πόλεμος ήταν. Στρατοί μπαίναν και βγαίνανε όλη τη χρονιά. Μια ο ένας μια ο άλλος. Αυτά δεν είναι όμορφα πράγματα για τα νοικοκυριά. Κι ακόμη χειρότερος είναι ο ξεριζωμός, όχι μονάχα ο δικός σου αλλά και του γείτονα, του φίλου, του γνωστού.  Γιατί οι απλοί άνθρωποι αλλιώς βιώνουν τα πράγματα της καθημερινότητας είτε είναι με τους νικητές είτε με τους ηττημένους. Γιατί εκείνη τη χρονιά οι ευχές δεν ακούστηκαν πια σε δύο γλώσσες - «Μουτλού γιλάρ, καλά Χριστούγεννα, ευτυχισμένο το νέο έτος» - αλλά σε μία.  Ελάχιστοι είχαν μείνει από τους παλιούς «καταχτητές» κι αυτοί ήσαν συμμαζεμένοι «μην γίνει ξαφνικά κανά κακό».  Πάντως, όπως και νάχει, εμείς οι Ρωμιοί τη χαρά μας και το κέφι μας σίγουρα θα το είχαμε ανεβασμένο και γιορταστικό. Κι αν η κατάσταση μύριζε μπαρούτι από τον Βαλκανικό Πόλεμο που θα ξεκινούσε σε λίγο, σίγουρα το κάλυπταν οι μυρουδιές από το αρνάκι ατζέμ και τα κυδώνια, τον «κούρκο» στο φούρνο, τους ντολμάδες, τις λακέρδες, τον παστουρμά, το ούζο,  το σορόπιασμα του μπακλαβά και την καμένη ζάχαρη.
Εκείνη την Τρίτη, παραμονή Χριστουγέννων του 1912, τους βλέπω τους Σαλονικιούς με τα καλά τους, με τα λουστρίνια τους, με τα ψώνια σε τσάντες να βολτάρουν στην παραλία της Νίκης χωρίς να υποπτεύονται τα φαντάσματα του μέλλοντός τους, την φωτιά του ’17, τα κύματα των προσφύγων του ’22 και του ’23, τα κινήματα, τους πολέμους, τους νεκρούς του ’32, την Κατοχή, τον εξανδραποδισμό χιλιάδων Εβραίων συμπολιτών τους, τον Εμφύλιο, τη δολοφονία του Λαμπράκη, την Χούντα, τον μεγάλο σεισμό, την παρακμή στις αρχές του 21ου αιώνα, την κρίση λίγο πριν συμπληρωθούν τα 100 χρόνια από την απελευθέρωση της πόλης. Σε λίγο θα είναι όλοι μαζί στα σπίτια τους, στο γιορτινό τραπέζι…
Αυτό είναι το δικό μου παραμύθι για τη χριστουγεννιάτικη Θεσσαλονίκη του ’12.  Με συγκίνηση ψηλαφώ τα υλικά της ζωής μου και χτίζω μνήμες.
Μισό αιώνα μετά, Χριστούγεννα του 1963, με «βλέπω» να ονειρεύομαι το παρελθόν και το μέλλον της πατρίδας μου, ανάμεσα στις μαξιλάρες με κεντημένη την Αγιά Σοφιά, με τα καδράκια μπροστά μου στον τοίχο που μέσα τους ζυγίζω τη ματιά μου και μαθαίνω να ταξιδεύω στο χρόνο. Οδός Ευζώνων. Και το δεντράκι δίπλα στην μπαλκονόπορτα να αναβοσβήνει. Όπως η πόλη. Όπως ο Χρόνος.
Χριστούγεννα του 2010
Τις ευχές μου!





Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στην Parallaxi που κυκλοφορεί...

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ολα τα Μνημόνια σε πίνακες

Το φίδι του ναζισμού σέρνεται προς την κερκίδα

Περί Σαββόπουλου, προσωπικά...