ΤΑ ΔΥΟ ΚΟΥΤΙΑ


Μια φορά ήταν ένα μεγάλο άδειο κουτί κι ένα μικρό, επίσης άδειο, που κατοικοέδρευαν στα ανεξερεύνητα βάθη μιας ντουλάπας. Το μεγάλο είχε πάνω του το διακριτικό ΕΥΘΡΑΥΣΤΟΝ – που σήμαινε ότι ήταν διανοούμενο – το μικρό είχε τη φίρμα ενός μάλλον λαϊκού ζαχαροπλαστείου.
Ύστερα από ένα απροσδιόριστο χρονικό διάστημα σιωπής, κάποιο πιθανόν βροχερό, πιθανόν απόγευμα (δεν μπορούσε να ξέρει κανείς εκεί μέσα πώς ήταν ή τι ήταν, γιατί επικρατούσε πάντα σκοτάδι και δεν έβρεχε ποτέ), το μικρό κουτί απηύθυνε το λόγο στο μεγάλο.
«Τι ώρα είναι;»
«Τι είναι η ώρα;» αντιγύρισε το μεγάλο κουτί με φιλοσοφική διάθεση.
«Δεν ξέρω! Είναι...χμ... μια Επινόηση. Για να περνά η ώρα...» απάντησε αιφνιδιασμένο το μικρό κουτί.
«Όλοι είμαστε Επινοήσεις. Σκοτεινές Επινοήσεις. Άδεια σχήματα λόγου...» αναστέναξε το μεγάλο κουτί.
«Καταλαβαίνω. Νιώθεις άδειο...» είπε με συμπάθεια το μικρό κουτί.
«Νιώθω ένα κενό...» μουρμούρισε υπόκωφα το μεγάλο κουτί, με το σχετικό ηχητικό εφέ.
Το μικρό κουτί, που, χωρίς να το ξέρει, φιλοξενούσε μια αποικία μυκήτων ζεν, σκέφτηκε λίγο.
«Μα η χρηστικότητά μας βρίσκεται ακριβώς στο κενό μας» παρατήρησε.
Το μεγάλο κουτί αναστέναξε πάλι.
«Αυτό είναι που με βασανίζει» είπε. «Το κενό. Ζητά συνεχώς πράξεις και πράγματα για να πληρωθεί.»
«Αγνόησέ το» του υπέδειξε το μικρό κουτί. «Γιατί να το πληρώσεις; Τι έκανε αυτό για σένα;»
«Τι έκανε; Παίρνοντας, στην περίπτωσή μου, το σχήμα λόγου της τετράγωνης λογικής, μου πρόσφερε άπειρες δυνατότητες – που, δυστυχώς, τις εκμεταλλεύτηκα όλες. Γι αυτό κατέληξα εδώ...»
«Δηλαδή;» ρώτησε αθώα το μικρό κουτί (που ήταν εξαγωνικό και ρηχό και άσχετο προς βαθείς, τετράγωνους συλλογισμούς).
«Ξεκίνησα τη σταδιοδρομία μου με μια σοβαρή αποστολή: ως σωματοφύλακας ενός VIP, ενός σπουδαίου PC. Ήμασταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο. Τον προστάτεψα όσο μπορούσα, αλλά κάποια μέρα τον απομάκρυναν βάναυσα από τη θέση του. Ποτέ δεν τον ξέχασα, κι ας γνώρισα από τότε δεκάδες ετερόκλητα, ανεπιθύμητα άτομα που τους πρόσφερα περιστασιακά άσυλο και καταφύγιο. Στην ωριμότητά μου, άρχισα να συγκεντρώνω αποδείξεις...»
«Αποδείξεις για ποιο πράγματα;»
«Δεν έχει σημασία. Αποδείξεις. Που θα αποδείκνυαν κάτι, κάπου. Έγινα λοιπόν επικίνδυνο για το Σύστημα. Έτσι, μου αφαίρεσαν όλες τις αποδείξεις και με φυλάκισαν σ’ αυτό το μπουντρούμι για πάντα.»
«Η έννοια ‘πάντα’ δεν έχει νόημα, είναι σχετική», άρχισε το μικρό κουτί.
Εκείνη τη στιγμή, η παραδουλεύτρα άνοιξε επιτέλους αυτή τη ντουλάπα, είπε: «Αχά!», έβγαλε έξω τα δυο κουτιά και τα πέταξε.

Ηθικό δίδαγμα: Μιλά σωστά όποιος μιλά προτελευταίος και τον διακόπτουν.


ΜΥΘΟΙ ΓΙΑ ΠΟΛΥ ΜΕΓΑΛΑ ΠΑΙΔΙΑ, Κέδρος, 2001

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ολα τα Μνημόνια σε πίνακες

Το φίδι του ναζισμού σέρνεται προς την κερκίδα

Περί Σαββόπουλου, προσωπικά...