Παραμονή Πρωτοχρονιάς του '86

Μόλις είχα πάρει το πρώτο μου "δώρο" ως δημοσιογράφος. Πρέπει να ήταν γύρω στα 50 χιλιάρικα. Μεσημέρι παραμονής...
Το φύλλο είχε κλείσει και ο Νίκος ο Κακαούνης είχε φέρει κεράσματα, μεζέδες και άφθονη τσικουδιά. Από το γραφείο, στη Χρήστου Λαδά, δίπλα ακριβώς από το "Συγκρότημα" από το οποίο είχε "αποσκιρτήσει" πριν λίγους μήνες, έκαναν "παρέλαση" για ευχές παλιοί και νέοι συνάδελφοι του Νίκου. "Ιερά τέρατα" και σκέτα τέρατα της δημοσιογραφίας της εποχής. Ανάμεσά τους ο Λιάνης και ο Δημαράς (οι "Ρεπόρτερ").Και βέβαια ήμασταν εκεί όλοι οι συνεργάτες του. Ο Αρης, Σήφης, ο Χρήστος, ο Βασίλης, η Ολυμπία, ο Κώστας, ο Τάκης, ο σκιτσογράφος μας, ο Πάσσαρης, διορθωτές, συντάκτες ύλης, φωτοσυνθέτες, μοντέρ.
Κάποια στιγμή κι ενώ νόμιζα πως θα το "διαλύσουμε", να πάμε σπίτια μας, ακούω τον Νίκο να φωνάζει: "Βάλτε ένα χέρι να ενώσουμε τα γραφεία". Σε δευτερόλεπτα είχαν ενωθεί 3-4 γραφεία και είχε στρωθεί η ...τσόχα και πάνω της ρακοπότηρα, μπουκάλες, τασάκια γλυκά, κούτες τσιγάρα και "πακέτα". Μεγάλα "πακέτα" χιλιάρικα. Τα "δώρα" και τα "δωράκια" όλων μας.
Για πότε άρχισε να το παιχνίδι κι άρχισαν να ξεδιπλώνονται "κούκοι" μονοί και διπλοί με "σκάρτα" και "καπέλα", ούτε που το κατάλαβα. Το "μαγαζί είχε γίνει γίνει καζίνο. Το πιο άγριο καζίνο που είχα πάει ποτέ.
Τα "χτυπήματα" άρχισαν "μαλακά" -τι "μαλακά" δηλαδή, 500άρικο το βασικό, για μένα μια περιουσία- και γύρα στη γύρα άρχισαν να ξεφεύγουν. Οι τύποι ήσαν "εγκληματίες" και παρά το οτι έπαιζα χαρτί από τα δεκαπέντε μου μού είχε κοπεί η ανάσα. Δεν προλάβαινα να δω τα φύλλα. Αντίθετα εκείνοι ήσαν εντελώς χαλαροί, τόσο που όσο περίμεναν να μοιραστεί φρέσκο χαρτί έπαιζαν με τον διπλανό τους "μονά-ζυγά" τα χαρτονομίσματα που κρατούσαν στο χέρι. Αν μάντευες σωστά το νούμερο του χαρτονομίσματος το έπαιρνες. Αν όχι, έχανες.
Μέσα στο πρώτο δεκάλεπτο είχα χάσει 20 χιλιάριακα...
Στη μισή ώρα 40...
Σε άλλη μισή είχα μείνει με ένα πεντακοσάρικο. Από τις 50 χιλιάδες δραχμές...
Θυμάμαι το Νίκο να γελάει με μένα και να με σχολιάζει με τους άλλους: "Δεν το βάζει κάτω! Θα παίξει τα σώβρακά του!".
Είχα άλλα 17 χιλιάρικα. Από το μισθό του Δεκεμβρίου. Τα έπαιξα κι αυτά. Τα έχασα όλα. Εκτός από το 500άρικο. Σηκώθηκα και χαιρέτησα.
"Κάτσε λίγο ακόμη. Τελειώνουμε. Εχουμε και σπίτια" μου λέει το αφεντικό.
Κάθισα. Επαιξα το 500άρικο μονό-διπλό. Κέρδισα. Πήρα ένα ακόμη 500άρικο. Ξανά το ίδιο. Αλλο ένα. Μάζεψα πέντε χιλιάρικα. Τα έπαιξα στον επόμενο κούκο. Το έχασα.
Το παιχνίδι τελείωσε. Ταπί και ψύχραιμος. Πρωτοχρονιάτικα!
Χαιρετούρες. Εφυγαν όλοι μέσα στην τρελή χαρά και το ευχετήριο βρισίδι. "Καλή χρονιά και καλά γαμήσια!", "του χρόνου να πας να γαμηθείς ρε μαλάκα", "παιδιά σας εύχομαι να παίρνετε πίπες όλο το χρόνο". Αγριάνθρωποι!
Με φώναξε στο γραφείο του.
"Πόσα έχασες ρε μαλάκα;"
"Καμιά 65αριά!"
"Μπράβο παλικαράκι μου! Και του χρόνου! Πάρε τώρα αυτό το φάκελο και πήγαινέ το στη φωτοσύνθεση. Κι αυτός ο φάκελος δικός σου".
Ευχήθηκα. Χαιρέτησα. Εφυγα. Μαυρισμένος.
Στο ασανσέρ άνοιξα το φάκελο τον δικό μου.
Είχε μέσα 67 χιλιάρικα. Την είχε μετρήσει επακριβώς τη χασούρα μου. Τόσα είχα πετάξει στην τσόχα.
Αυτός ήταν ο Νίκος ο Κακαουνάκης όπως τον γνώρισα τότε...


...

Πέρασαν χρόνια. Χώρισαν οι δρόμοι μας. Πήγα στη Ελευθεροτυπία, σε σταθμούς, σε περιοδικά. Κοντράραμε πολλές φορές. Δεν μου άρεσαν αυτά που έκανε. Πολύ "λαϊκίστικα" για μένα. Αργότερα τον κατέκρινα δημόσια και ιδιωτικά. Δεν ήταν αυτή η δημοσιογραφία που ονειρευόμουν. Ομως μέσα σε αυτόν τον "λαϊκισμό" και τον κυνισμό διέκρινα πάντα μια τιμιότητα. Μια ιδιότυπη λεβεντιά. Μια "αποκοτιά". Οχι οτι αυτά τον δικαιολογούσαν ή δικαιολογούσαν τα όσα έκανε με τον τρόπο που τα έκανε. Ομως, μερικές φορές δεν χρειάζεται να κρίνουμε το δέντρο από τους καρπούς του. Αλλοι καλύτεροι, πολλοί χειρότεροι...
Οι μνήμες των ανθρώπων κρατούν τα ανθρώπινα και πετούν τα άλλα...
Δεν δικαιώνουν κανέναν... Ούτε πριν ούτε μετά θάνατο...
Κρατούν στιγμές όμως... Μικρές τόσες δα...
Σαν μικρά κεράκια.
Στη μνήμη μου λοιπόν. Για τον Νίκο!



Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ολα τα Μνημόνια σε πίνακες

Περί Σαββόπουλου, προσωπικά...

Ο Αρχιδάμπουρας