Ουτς


Μπορεί η περιγραφή μιας παραγγελίας σε ένα εστιατόριο της Πράγας να σου κόψει την ανάσα; Μπορεί πίσω από ένα «Συγγνώμη, δεν έχουμε πέστροφα» να αποκαλύπτεται η τοιχογραφία μια ολόκληρης εποχής, η ανθρωπογεωγραφία μιας ολόκληρης κοινωνίας; Μπορεί μια λάθος λέξη στον κατάλογο να γίνει ένα πραγματικό ξέσπασμα, μια μικρή εξέγερση ενάντια στην εξουσία των ηλιθίων; Μπορεί. Αν είναι γραμμένη από τον Bruce Chatwin.
Είναι Ιούλιος του 2009 και ανακαλύπτω και πάλι τη μαγεία του Chatwin. Ανακαλύπτω τον θρίαμβο του γραπτού λόγου και τη λαμπρότητα ενός ταλέντου που θα μπορούσε να είναι ανάμεσα στις δέκα μεγαλύτερες πένες όχι του τελευταίου αιώνα αλλά της τελευταίας χιλιετίας.
Και λέω «ανακαλύπτω και πάλι» γιατί τονBruce Chatwin τον ανακάλυψα πρώτη φορά πριν από 10-12 χρόνια χάρη σε ένα κομμάτι του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ. Και ήταν τότε τα «Μονοπάτια των Τραγουδιών» που πήρα μαζί μου στην Αμοργό και τα περπάτησα χωρίς να ξεκολλήσω τα μάτια μου από τις σελίδες για μέρες ολόκληρες στη διαδρομή Θολάρια-Αιγιάλη και πίσω, καθισμένος σε τρεις καρέκλες στην «Καλή Καρδιά» τρώγοντας φάβα και πίνοντας ρακόμελα, στην παραλία, έχοντας ξεχάσει για μέρες πολλές ακόμη και να βουτήξω στη θάλασσα, με τις κάλτσες χωμένες στα Κατερπίλαρ μου δίπλα στο τραπέζι κι ένα μπλοκ που πάνω του σχεδίαζα ξωκκλήσια και αναποδογυρισμένες βάρκες.
Ταξίδεψα και ταξίδεψα με τα βιβλία του. Καλοκαίρια συνήθως, άντε και αρχές φθινοπώρου πριν αρχίσω να χώνομαι όπως πάντα στο χειμερινό κουκούλι μου για να προστατευθώ από το θάνατο.
Κράτησα τη ζωή μου από αυτές τις σελίδες. Πιάστηκα, σκαρφάλωσα, περπάτησα στην Παταγωνία και στις ερήμους της Αυστραλίας με ένα μεγάλο κομμάτι ξύλο στα χέρια περπάτησα την κορυφογραμμή της Αμοργού από την μια άκρη ως την άλλη, έφαγα λουκούμι στο Μοναστήρι, κατέβηκα κι έγινα κομμάτια στα ούζα και το ρούμι.
Περπάτησα μαζί του όπως θα μπορούσα να είχα περπατήσει με τον πατέρα μου, αν ζούσε, εκείνος 55 εγώ 33 χρονών κοιτώντας τις δύο μικρές ρυτίδες στις άκρες των ματιών του. Μου μιλούσε κι εγώ τον διάβαζα. Και θαύμαζα και συνεχίζω να θαυμάζω τον τρόπο του να περπατά στον Κόσμο. Η κάθε του λέξη με ξάφνιαζε και αυτό με παρηγορούσε, μου έδινε κουράγιο να συνεχίσω.
Θέλησα πολλές φορές να στείλω ένα τηλεγράφημα σε φίλους και εχθρούς που να τους λέω: «Φεύγω για Παταγωνία» όπως είχε κάνει κι εκείνος κάποτε. Και να μαζέψω χρώματα. Όλα τα χρώματα κι όλες τις αποχρώσεις που μάζεψε κι εκείνος στη σύντομη ζωή του. Να ανταλλάξω τον περιορισμένο ορίζοντα μιας εφημερίδας με τον απεριόριστο ορίζοντα της ζωής. Και ύστερα…
Κι ύστερα να κλειστών «σαν μια σιωπηλή μαύρη γάτα» σε ένα μοναστήρι στο Αγιο Ορος. Όπως ήθελε κι εκείνος και που σιγά μην το έκανε ποτέ. Η μόνο του ίσως ανεκπλήρωτη επιθυμία…
Ηθελα να είχα συναντήσει τον Bruce Chatwin στο Σουδάν, εκεί που έζησα για κάποιους μήνες της ζωής μου την ίδια περίπου εποχή που έζησε κι εκείνος εκεί. Να τον είχα συναντήσει στην Καρδαμύλη όπου παραθέριζε στο σπίτι του Πάτρικ Λι Φέρμορ ή στην Πάτμο που αγάπησε όσο κι εγώ…
«Βρεθήκαμε» στην Αμοργό… στην Αθήνα, στου Γκύζη… στη Χαλκιδική…
«Βρεθήκαμε» και πάλι προχθές. Μέσα από τις σελίδες του «Ουτς», του τελευταίου του βιβλίου που έγραψε λίγο πριν πεθάνει, το 1989…
Είκοσι χρόνια πέρασαν από το τελευταίο του ταξίδι και ΚΑΝΕΝΑΣ μας δεν τον θυμήθηκε…
ΚΑΝΕΝΑΣ!
Σας τον χαρίζω τώρα!
Προλαβαίνετε να πιείτε μια ρακή στο όνομά του: Bruce Chatwin!
Καλοτάξιδη ανάγνωση!



Σχετικά:
>
Τι να διαβάσει ένα 16χρονο, εκτός από sms, MSN, blogs;

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ολα τα Μνημόνια σε πίνακες

Το φίδι του ναζισμού σέρνεται προς την κερκίδα

Περί Σαββόπουλου, προσωπικά...