`Βουτάμε στο γκρεμό ή πετάμε σωσίβια;

Και τώρα τι κάνουμε;
Αφήνουμε αυτό το σύστημα της πιο χυδαίας ιδεολογίας των τελευταίων 220 χρόνων (…από το 1789 μέχρι σήμερα) να καταρρεύσει, να μη μείνει πέτρα πάνω στην πέτρα, να συρθεί στο γκρεμό στον οποίο το ίδιο μας οδήγησε ή το στηρίζουμε;
Αντιστεκόμαστε μέχρι το τέλος στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές των Συντηρητικών και Σοσιαλδημοκρατών που οδήγησαν ολόκληρη την Ευρώπη, τις ΗΠΑ, ολόκληρο τον κόσμο σε αυτό το οικονομικό «σφαγείο» ή προτείνουμε μεταρρυθμίσεις και συνεργασίες με τα πιο «φωτεινά» και «προοδευτικά» μυαλά τους;
Προτείνουμε τις πιο ριζοσπαστικές πολιτικές δράσεις αποκαλύπτοντας το σκηνικό και βαθαίνοντας το ρήγμα ή κάνουμε προτάσεις μεταρρύθμισης, «βελτίωσης», στήριξης μέχρι να βγούμε από το αδιέξοδο;
Θέλουμε να δούμε τον κόσμο να αλλάζει μέσα από τη βιαιότητα της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης ή θέλουμε μια πιο ομαλή πορεία μετασχηματισμού της κοινωνίας;
Για να το πω πιο ωμά: λέμε ένα «δε γαμιέστε κι εσείς και το σύστημα και τα γκόλντεν-μπόις σας» ή προσπαθούμε για το λιγότερο κακό σε βάρος των πολιτών;
Ας πάρουμε την πρώτη εκδοχή, την εκδοχή ενός αυθόρμητου «δεν γαμιέται». Τι λέει η ιστορία; Πως εκείνοι που στο τέλος γαμήθηκαν από τις οικονομικές κρίσεις δεν ήταν ούτε οι καπιταλιστές ούτε οι τραπεζίτες ούτε το σύστημα. Εκείνο που γαμήθηκε ήταν οι λαοί. Με την άνοδο του ναζισμού. Με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Με τους Εμφύλιους. Με τους «σταλινισμούς» και τους «Ερυθρούς Χμερ». Με το Μεσανατολικό. Με την υποδούλωση στις πιο άθλιες μορφές απασχόλησης. Με τις μεγαλύτερες ήττες των προοδευτικών κινημάτων. Η αυθόρμητη ριζοσπαστικοποίηση των κοινωνιών υπό το βάρος της ανεργίας, της φτώχειας, της ανέχειας οδήγησε στο φασισμό, στον εθνικισμό, στη δημιουργία εκστρατευτικών σωμάτων. Εκείνοι που την πλήρωσαν ήταν πάντοτε οι «ξένοι», οι μειοψηφίες, οι πιο «αδύναμοι κρίκοι».
Από την άλλη, κάποιοι, και μάλιστα από την πλευρά των υπεύθυνων γι αυτή την κρίση, ισχυρίζονται ότι δεν θα πρέπει να συγκρίνουμε την Κρίση του 1929 με τη σημερινή. Πως αυτή είναι βαθύτερη, πως έχει να κάνει με τις ίδιες τις δομές του συστήματος. Πως δεν σώζεται με μεταρρυθμίσεις γιατί τα χαρακτηριστικά τους είναι ολότελα διαφορετικά.
Κάποιοι άλλοι προσθέτουν πως κι αν ακόμη τα μέτρα «αιμοδοσίας» προς τις τράπεζες και τις βιομηχανίες κι αν ακόμη λειτουργήσουν και οδηγήσουν σε κάποια ανάκαμψη αυτή θα είναι προσωρινή και μετά από τρία, πέντε χρόνια η κρίση θα επιστρέψει σε ακόμη χειρότερη μορφή συνοδευόμενη από επισιτιστική και περιβαλλοντική κρίση δύσκολα αναστρέψιμες.
Το ερώτημα δεν είναι απλό.
Για κανέναν.
Είναι ένα ερώτημα που χωρίς να τεθεί με άμεσο τρόπο διατρέχει και το Διαρκές Συνέδριο της Αριστεράς που ολοκληρώνεται σήμερα. Διότι τι άλλο είναι αυτή η κουβέντα περί συνεργασίας ή όχι με άλλες πολιτικές δυνάμεις (δηλαδή με το ΠΑΣΟΚ) και για πρόταση εξουσίας.
Είναι βέβαιο ότι η πρόταση για συνεργασία θα είναι μειοψηφούσα. Ούτε όμως και «κάθετη» απόρριψη είναι δυνατόν να υπάρξει. Και δεν είναι λογικό να πεις «δεν συνεργάζομαι με κανέναν». Τι μένει;
Ας το πούμε καθαρά: η λογική του «βλέποντας και κάνοντας». Μια λογική που έχει τη βάση της στο ρευστό σκηνικό που κάθε μέρα αλλάζει ξεδιπλώνοντας νέες πτυχές της πραγματικότητας.
Ετσι όμως το αρχικό ερώτημα μένει αναπάντητο…
Αιωρείται πάνω από την Αριστερά και ολόκληρη την κοινωνία.
Και το θέμα είναι αν θα απαντηθεί πριν το χείλος του γκρεμού ή οι ίδιες οι εξελίξεις θα απαντήσουν με τον πιο αμείλικτο και καταστροφικό τρόπο συμπαρασύροντας τα πάντα μαζί τους και βυθίζοντάς μας σε μια άβυσσο βαρβαρότητας;


Φυσικά, το ερώτημα δεν τίθεται μόνο από την Αριστερά αλλά και σε άλλους. Που κι αυτοί δεν δείχνουν διάθεση να το απαντήσουν ξεκάθαρα…
Πέρα όμως κι από αυτούς, τίθεται σε κάθε έναν από εμάς ξεχωριστά. Το ίδιο αμείλικτα: βουτάμε με το κεφάλι στο κενό ή μοιράζουμε σωσίβια και βοηθητικά ροδάκια;

Αθήνα 15/2/09

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ολα τα Μνημόνια σε πίνακες

Περί Σαββόπουλου, προσωπικά...

Ο Αρχιδάμπουρας