Εσύ τι θα κάνεις άμα μεγαλώσεις;


Υπάρχουν δύο ειδών συμβουλές που μπορεί ένας πατέρας να δώσει στο παιδί του σε σχέση με το «τι να κάνει όταν μεγαλώσει». Η πρώτη είναι «να μάθεις τη δική μου δουλειά για να συνεχιστεί η οικογενειακή παράδοση/επιχείρηση/δυναστεία». Η δεύτερη είναι «κάνε όποια δουλειά θέλεις αρκεί να αγαπάς από αυτό που κάνεις».

Είναι φανερό πως ο τωρινός πρωθυπουργός δεν ακολούθησε τη δεύτερη συμβουλή. Ισως γιατί δεν του δόθηκε ποτέ. Ισως γιατί σκέφτηκε από μόνος του «καλύτερα μια στρωμένη δουλειά παρά άνεργος πτυχιούχος». Γεγονός είναι πάντως πως μάλλον κακώς έπραξε. Διότι ούτε τη «δουλειά» τους δείχνει να αγαπάει και ως εκ τούτου ούτε και περνάει ιδιαίτερα καλά από τότε που την ανέλαβε.

Η αλήθεια είναι βέβαια πως εκτός των τριών ιδρυτών των μεγαλύτερων δυναστειών της πολιτικής, του Γεώργιου Παπανδρέου, του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Κώστα Μητσοτάκη, κανένας έλληνας πρωθυπουργός από τη Μεταπολίτευση και δώθε δεν είχε και μεγάλη πρεμούρα να αναλάβει ο ίδιος την εξουσία. Το μεράκι της πολιτικής σίγουρα το είχαν στον ένα ή τον άλλο βαθμό, ως εκεί όμως, όχι παραπάνω. Ούτε ο Γεώργιος Ράλλης ούτε ο Κώστας Σημίτης «καιγόντουσαν» να ηγηθούν. Ο πρώτος έγινε πρωθυπουργός λόγω συγκυρίας και έμεινε στην ιστορία για από τη θητεία του ως υπουργός Παιδεία αλλά και για το πολιτικό ήθος και την ευγένειά του. Ο δεύτερος ως ο διαχειριστής ενός πολύ συγκεκριμένου σχεδίου, αυτού της ένταξης της Ελλάδας στην ΟΝΕ το οποίο μόλις ολοκλήρωσε -με επιτυχία είναι αλήθεια- υπέβαλε την παραίτησή του.

Ακόμη και ο Ανδρέας Παπανδρέου, όπως διαβάζουμε στο πρόσφατο, καλό βιβλίο του Γιώργου Λιακόπουλου «Του μιλάνε τα κύματα... - ο Ανδρέας Παπανδρέου πριν μπει στην πολιτική» (εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, 2008) ούτε που ήθελε να ακούσει για την πολιτική σκηνή της Ελλάδας μέχρι και το τέλος σχεδόν της δεκαετίας του '50. Με παρακάλια των έπεισε ο Γέρος της Δημοκρατίας να γυρίσει στην Ελλάδα και πάλι όχι για να μπει στον πολιτικό στίβο. «Ο Ανδρέας θα είναι χρήσιμος, είναι επιστήμων» είπε κάποια φορά στον Ξενοφώντα Ζολώτα και συμπλήρωσε: «Εκ φύσεως αντιπαθεί την πολιτική». Ο ίδιος ο Κ. Καραμανλής -ο μεγάλος αντίπαλος του πατέρα του και αργότερα και δικός του- ήταν αυτός που του πρότεινε να αναλάβει την οργάνωση του Ιδρύματος Οικονομικών Ερευνών και τον έπεισε να γυρίσει στην Ελλάδα από τις ΗΠΑ. Κι έτσι γύρισε. Και μόνο το 1964, σε ηλικία 45 ετών αποφάσισε να βάλει υποψηφιότητα ως βουλευτής της Ενωσης Κέντρου. Η συνέχεια, βεβαίως γνωστή: ο αρχικά αδιάφορος για τα τεκταινόμενα στη χώρα υπήρξε ο άνθρωπος που την άλλαξε εκ βάθρων.

Γεγονός είναι ότι όλοι οι πρωθυπουργοί της μεταπολίτευσης, είτε είχαν το σαράκι της πολιτικής και τη φιλοδοξία να γίνουν πρωθυπουργοί είτε όχι, είτε αγάπησαν τη «δουλειά» είτε απλώς επελέγησαν να την κάνουν, κυβέρνησαν. Με λιγότερη ή περισσότερη επιτυχία, με περισσότερα ή λιγότερα λάθη, αν μη τι άλλο, το λιγότερο επιτέλεσαν τα διοικητικά και διαχειριστικά τους καθήκοντα. Ολοι πλην ενός.

Ο Κώστας Καραμανλής, τα τέσσερα αυτά χρόνια που βρίσκεται στην εξουσία δείχνει παντοιοτρόπως πως ούτε αγάπησε ποτέ ούτε και θέλησε να κυβερνήσει. Πως από λάθος επαγγελματικό προσανατολισμό κάνει αυτό που ...δεν κάνει. Περισσότερο ορεξάτος φαινόταν όσο βρισκόταν στην αντιπολίτευση. Ισως επειδή δεν είχε αίσθηση του κινδύνου αλλά κυρίως του φόρτου της δουλειάς που θα έπρεπε να αναλάβει. Μόλις την ανέλαβε και είδε τα ζόρια τα πρώτο πράγματα που έκανε ήταν αφενός να καταγγείλει τα όσα βρήκε στους εταίρους μας στην Ευρώπη μπας και του δώσουν κάποια λύση και αφετέρου να ζητήσει a little help from his friends, ξαδέλφια, κουμπάρους, κολλητούς. Δυστυχώς για εκείνον -και για εμάς- οι ευρωπαίοι εταίροι μας έβαλαν σε επιτήρηση, οι δε φίλοι και γνωστοί έπεσαν με τα μούτρα στα καζάνια με τα μέλια σαν λιμασμένοι. Οσο για τον ίδιο; Υιοθέτησε μια κινησιολογική και μία επικοινωνιακή τακτική. Η πρώτη ήταν κάτι ανάμεσα σε εμπορικό αντιπρόσωπο προϊόντων πληροφορικής, μετεωρολόγου σε τηλεοπτικό σταθμό και βοηθό-παρουσιάστρια σε τηλεπαιχνίδι δώρων: «σήμερα ο μεγάλος μας νικητής θα κερδίσει αυτό το υπέροχο πλυντήριο τριών ταχυτήτων και 89 προγραμμάτων με κομψή γραμμή και άψογο φινίρισμα». Η δεύτερη, η επικοινωνιακή ήταν πολύ απλούστερη. Ηταν η τακτική του «με κάνω αόρατο». Υπήρξαν ημέρες, εβδομάδες, συχνά και μήνες που ο πρωθυπουργός ήταν άφαντος ακόμη κι όταν κοινωνία και κόμμα «έβραζαν». Μερικές μάλιστα φορές μοιάζει σαν όλο αυτό τον καιρό να κάθεται στο Μαξίμου και να σπάει τσατσάρες, μετρώντας τις ημέρες της πρωθυπουργικής του θητείας.

Και οι δύο τακτικές είχαν επιτυχία καλύπτοντας από τη μία την αδυναμία εκτέλεσης και των στοιχειωδέστερων καθηκόντων που απαιτεί η θέση του πρωθυπουργού, εξασφαλίζοντας από την άλλη το απυρόβλητο από «φίλους» και αντιπάλους. Αποφεύγοντας να κυβερνά ο Κ. Καραμανλής απόφευγε και της κακοτοπιές αλλά και τη φθορά. Γι' αυτό και οι μόνοι αριθμοί που ευημερούσαν αυτά τα τέσσερα χρόνια ήταν οι αριθμοί των δημοσκοπήσεων σε ό,τι τον αφορούσε προσωπικά.

Όλα αυτά μέχρι την τελευταία του εμφάνιση στη ΔΕΘ. Ηταν η πρώτη φορά που ο πρωθυπουργός έδειξε και δημόσια ότι ούτε την αγαπά ούτε την θέλει αυτή τη δουλειά. Ηταν επίσης η πρώτη φορά που ένα μεγάλο κομμάτι του κόσμου το συνειδητοποίησε. Αυτό άλλωστε φάνηκε και πρόσφατες στις δημοσκοπήσεις. Δυστυχώς, η πορεία της χώρας και της οικονομίας είχε φανεί από καιρό.


Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Parallaxi Οκτωβρίου


Σχόλια