Ο Φιλόσοφος


«Εσύ νεαρέ δόκιμε, που στο μισοσκόταδο του κελιού σου θα σκοντάψεις πάνω στο έργο μου, έσο προσεκτικός με ό, τι θέλησε να διασώσει αυτή η κιβωτός, και πριν βυθίσεις τα χέρια σου στα βαθιά νερά καθάρισε και πλύνε το σανίδι σου, απομάκρυνε τις καπνιές από το λύχνο σου και τα σταξίματα από το κερί σου, και προπαντός πάψε όταν αντιγράφεις να μασουλάς πάνω από τα γραπτά μου βρασμένα κάστανα και σύκα. Κι αν κάτι δεν κατανοείς από τη γλώσσα και το ύφος, δεν είναι απαραίτητο να διορθώνεις, μόνο αντίγραφε πιστά. Και ένα τελευταίο: μη σου περάσει από το νου, εντυπωσιασμένος από την πολυπραγμοσύνη, να αποδώσεις το έργο μου σε “πλείονες ιστορικούς''. Μάθε ανόητε πως στον καιρό μου γράφαμε πολύ!»

«Τώρα». Η πρώτη λέξη, της πρώτης φράσης, της πρώτης περιόδου, της πρώτης ενότητας. Η στιγμή η πρώτη. «Τώρα». Και σκίζεται το καταπέτασμα του ναού.

Παύση. Σιωπή.

Στη μεγάλη αίθουσα, ούτε σούρσιμο ποδιού. Ουτε χαρτί ακούγεται. Ούτε ψίθυρος. Ούτε ανάσα.

Για δύο ώρες κι ένα τέταρτο, στο κατάμεστο θέατρο δεν ακούστηκε ούτε ανάσα.

«Τώρα».

Δύο ώρες κι ένα τέταρτο.

Μόνο η κλεψύδρα που αδειάζει το χρόνο.

(Αδειάζει; Πώς να αδειάσεις το χρόνο;)

Ξανά λοιπόν:…

Μόνο η κλεψύδρα που πυκνώνει το χρόνο.

Τόσο που να γίνεται ύλη, να γίνεται νήματα, να γίνεται λεπτές κλωστές. Κι ύστερα αλυσίδα μεγάλη. Βροχή έξω από το παράθυρο τυφλών αυτοκρατόρων. Μισή δοξαριά σε σλάβικο βιολί. Τεριρέμ. Κι ύστερα πάλι αέρα λεπτός. Ανεπαίσθητος ήχος… Κι ύστερα ξανά σίδερο που χτυπάει πάνω σε σίδερο, που χτυπάει πάνω σε σίδερο. Που χτυπάει πάνω σε κρανία. Που πυρώνει και σου σημαδεύει μια για πάντα το πρόσωπο.

Και η Ρούλα Πατεράκη.

Ζώσα κλεψύδρα η ίδια, δαιμονική και ιδιοφυής, γαλήνια και φουρτουνιασμένη.

Με λεπτή άμμο τον «Φιλόσοφο» του Γιάννη Πάνου.

Τα «σα εκ των σων».

Δεύτε, λάβετε…

Θυμάμαι…

Μεγάλο Σάββατο. Είμαι μόνος μου στο Παρίσι.

Τρυπώνω στην Παναγία. Πιο πολύ επειδή κρυώνω και επειδή βρέχει έξω.

Σκοτάδι.

Θρηνώ έναν έρωτα που είχα προδώσει πριν λίγες ώρες στην Αθήνα.

Είμαι μια απουσία.

Νομίζω πως από στιγμή σε στιγμή θα μου επιτεθούν όλοι μαζί οι πετρωμένοι γρύπες…

Κρατιέμαι από μια κολώνα. Πεινάω, πονάω, διψάω.

Ως που… Λιμιέρ! Λιμιέρ!

Το ίδιο βράδυ ερωτεύτηκα ξανά.

Στους κήπους του Λουξεμβούργου…

Τι ;

Η Ρούλα Πατεράκη. Ο Μιχαήλ Ψελλός.

Ο Μιχαήλ Ψελλός. Η Ρούλα Πατεράκη.

Γεννημένοι το 1018… Κυρίαρχοι της πολιτικής ζωής του Βυζαντινού κράτους.

Κυρίαρχοι – απόλυτα κυρίαρχοι- της σκηνής. Ως «μελανείμων ρασοφόρος φιλόσοφος». Εχοντας τυλιγμένο το «αβρό σώμα του φιλοσόφου με τον τρίχινο σάκκο του μοναχού».

Πλάσμα θεσπέσιο. Θηλυκό κι αρσενικό μαζί.

Ορλάντο!

Ο Σεν Ζερμέν επί σκηνής. Αχρονος και άυλος.

Βολταίρος, Φραγκίσκος ή Ρογήρος Βάκων και Βερνάρδος της Σαρτρ.

Αμφιλεγόμενος, ανέραστος κι απέραντα ερωτικός. Σαν πόλη βασιλεύουσα, σαν κουρσεμένη εκκλησιά.

Σαν την ίδια την Ιστορία.

Ω! Η Ιστορία!

Υπάρχουν τρεις τρόποι να διαβάσεις την Ιστορία. Υπάρχουν τρεις τρόποι να διαβάσεις οποιαδήποτε ιστορία, οποιοδήποτε κείμενο.

Είναι οι ίδιοι τρεις τρόποι της Τύφλωσης:

Α. Δια της εγκαύσεως

Β. Δια της διατρήσεως

Γ. Δια της εξορύξεως

Ο πρώτος παραμορφώνει την ιστορίας, όπως παραμορφώνεται και το πρόσωπο του τυφλού. Τα κάνει αποτρόπαια…

Ο δεύτερος είναι ο άριστος. Σχεδόν ανώδυνος. Τέλειος. Μόνο που θέλει μεγάλη ακρίβεια και πλήρη ακινησία του υποκειμένου.

Ο τρίτος. Ο τρίτος θέλει μαστοριά μεγάλη…

Εχω χρόνια να περάσω την πόρτα θεάτρου. Εζησα πολύ μέσα σ’ αυτό και δεν μπορώ. Το θέατρο που αγάπησα το άφησα πίσω. Δεν ήθελα να δω ξανά «κάτι σαν θέατρο». Το θέατρο-μεθαδόνη για τα πρεζάκια της τηλεόρασης δεν με αφορά. Διαβάζω βιβλία και τα σκηνοθετώ. Παίρνω μια φράση, δύο φράσεις και στήνω ένα έργο έτσι όπως που το έμαθαν οι δάσκαλοί μου, ο Ακης και η Ρούλα. Μου αρκεί. Κι ας καταλαβαίνω πως είναι μια αναπηρία κι αυτή από τις πολλές που με έχουν χτυπήσει. Προτιμώ όμως την αναπηρία από τον οίκτο για εκείνους που υποδύονται τους ηθοποιούς χωρίς να γεύονται την τέχνη τους. Ταξίδεψα πολύ. Εχασα πολλούς. Κι επέστρεψα. Επιστρέφουμε. Οσοι μπορούμε και όπως μπορούμε. Με τις τσέπες γεμάτες πέτρες. Τι ειρωνικό! Η θέση μου ήταν στην πρώτη σειρά. Στη μέση του φθόνου. Είχα την ελπίδα πως κρυμμένος σε κάποια άκρη θα βυθιζόμουν απερίσπαστος στη λύπη. Στο όψιμο πένθος. Μια πολυτέλεια που θα επέτρεπα στον εαυτό μου. Θα χρησιμοποιούσα τις απόκρυφες τεχνικές της οδού Δεινοκράτους. «Θυμάμαι…». Κάθησα εντελώς απροετοίμαστος στη θέση μου. Κουδούνι πρώτο. Κουδούνι δεύτερο. Τρίτο κουδούνι……………………………………….. «Τώρα…».

Η Δασκάλα μου μπαίνει στη σκηνή. Η Κλεψύδρα γυρίζει. Time to run. Time to hide. Take it easy. Ο Χρόνος τρέχει: 1990. 1991. 1992. 1993. 1994.19995 Αποσύρεται: 1970. 1969.1968. 1967 Αναδύεται. 1981-1988. Βυθίζεται: 1018. Σχίζεται: 1058. Εξαφανίζεται: 1078. Επιστρέφει: 2008.

Σε κάθε της φράση αποσυντίθεμαι και ύστερα επανενώνομαι. Και μαζί μου στρατιές ολόκληρες προγόνων, οι παππούδες μου, οι γονείς μου, στρατιές γιατρών, νοσοκόμων, πολεμιστών, συντρόφων, νεκροθαφτών, συγγενών, φίλων, εραστών, ατελείωτες γραμμές συμμαθητών, συμφοιτητών, γειτόνων, ορδές ποιητών, πεζογράφων, αλητών, συστοιχίες καθηγητών, δασκάλων, νηπιαγωγών. Νεκτών τε και ζωντανών…

Κάποια, τρία καθίσματα δεξιά μου βάζει και ξαναβάζει από ένα μπουκαλάκι κολώνια. Μυρίζει πούδρα. Μυρίζει μαλακτικό ρούχων. Μυρίζει σπιτικό φαΐ. Μυρίζει μπράντι. Μυρίζει φορμόλη. Μυρίζει πασχαλιά.

Ταξιδεύω με τον πατέρα μου στη Ζάκυνθο.

Ταξιδεύω με τη μητέρα μου στον Αγιο Νικόλαο της Κρήτης.

Ταξιδεύω με το ΝΑΪΑΣ ΙΙ στη Μύκονο.

Γυρίζω στο σπίτι μου στην Κωνσταντινούπολη.

Γυρίζω στο εργαστήρι μας, στη Δεινοκράτους.

Πεθαίνει η μάνα μου το ’69.

Πεθαίνει ο πατέρας μου το ’84.

Πεθαίνει η Μαρία το ’85.

Πεθαίνει ο Κάρολος, πεθαίνει η Μελίνα, πεθαίνει ο Κίμωνας, ο Ορέστης, η Τασία. Πεθαίνει ο Γιάννης το ’98. Πεθαίνει ο Τίτος. Πεθαίνει ο Ακης…

Ολοι, σαν τραγούδια που κόπηκαν στη μέση!

Βιογραφικά σημειώματα, εγκυκλοπαιδικά λήμματα, λεξικά, ιστορικές μονογραφίες, εισαγωγικά κείμενα, μελέτες, άρθρα και συγγράμματα, επιστρατεύονται για να στηρίξουν το ιστορικό υπόβαθρο του βιβλίου, στις παραμικρές λεπτομέρειές του. Ανάμεσα στις «πηγές» συγκαταλέγονται η Βυζαντινή εποποιία του G. Schlumberger και οι Βυζαντινές μορφές του Charles Diehl, η Βυζαντινή φιλοσοφία του Β. Ν. Τατάκη και η Ιστορία της βυζαντινής λογοτεχνίας του K. Krumbacher, σχετικοί τόμοι της Ελληνικής Πατρολογίας και άλλοι Βυζαντινοί ιστορικοί της εποχής, τα Ονειροκριτικά του Αρτεμίδωρου και συναξαριστές. Η παράθεση θα μπορούσε να συνεχισθεί...

Ξέρετε… Μα τι λέω, δεν ξέρετε τίποτα. Δεν ξέρετε ότι υπήρξαν άνθρωποι τους οποίους ποτέ δεν γνωρίσατε και που είχαν αναζητήσει… είχαν φτάσει… είχαν φτάσει να μάθουν… είχαν μάθει ότι… Εμαθαν ότι… Είδαν… Αγγιξαν… Υπήρξαν αλχημιστές που… Υπήρξαν…

Τι έλεγα…

Ο αττικός λόγος. Περί αυτού λέγαμε…

Και για τον Heinrich Khunrath. Σας λέει τίποτα το όνομα «Heinrich Khunrath»;

«Jabir ibn Hayyan»;

Τίποτα;

Για φαντάσου!

Μήπως το όνομα «Γιάννης Πάνου»;

Γράφει ο Μαρωνίτης:

«Υπάρχουν δικοί και φίλοι κολλητοί, κι άλλοι σε κάποια απόσταση. Στη δεύτερη περίπτωση δεν πρόκειται αναγκαστικά για επιφύλαξη, αλλά για αυτόματη και αυθόρμητη στάση. Δεν ξέρω πώς αλλιώς να το πω, για να φανεί πιο καθαρά η προτίμησή μου. Οι κολλητοί κολλούν επάνω μας, κι εμείς σ' αυτούς· όσα κι αν υπόσχονται τα εύκολα σφιχταγκαλιάσματα, κόβουν τελικά τον αέρα, καταργούν τον ενδιάμεσο χώρο, δεν σ' αφήνουν να δεις και να σε δουν, θολώνουν τον αμοιβαίο αναγνωρισμό.

Φαίνεται πως αυτό καλά το ήξερε ο ποιητής της Οδύσσειας, κι έστησε έτσι την κορυφαία αναγνωριστική σκηνή του έπους του. Οταν η Πηνελόπη, κόβοντας τον πιο γλυκό της ύπνο, κατεβαίνει από το υπερώο στην αίθουσα, για να πειστεί πως ο Οδυσσέας γύρισε πράγματι στο σπίτι, ύστερα από είκοσι χρόνια ξενιτειάς και απουσίας, ταλαντεύεται τι στάση να κρατήσει: να πέσει αμέσως στην αγκάλη του, να πιάσει το κεφάλι και τα χέρια του, να τα γεμίσει με φιλήματα· ή να κρατηθεί σε απόσταση. Αποφασίζει τελικώς το δεύτερο: πατά το πέτρινο κατώφλι· πάει και κάθεται στον Οδυσσέα αντίκρυ· στον άλλο τοίχο απέναντι· στο αντιφέγγισμα από τη φλόγα της φωτιάς· άφωνη και αμίλητη ώρα πολλή, τον βλέπει καταπρόσωπο, και περιμένει· ο αναγνωρισμός θα αργήσει κάπως· γιατί θέλει τον χώρο και τον χρόνο του.

Αυτά θυμόμουν Κυριακή μεσημέρι, όταν μου τηλεφώνησαν ότι ο Γιάννης Πάνου (Παναγιωτόπουλος το πραγματικό του όνομα, σύζυγος πιστός της Ρούλας Πατεράκη) έκλεισε τα τυφλωμένα κιόλας μάτια του. Λίγο προτού πεθάνει, τον ρώτησαν οι δικοί του αν πονά. Κι αυτός απάντησε: στο σώμα όχι· πονά η ψυχή μου. Ηταν αυτά τα τελευταία λόγια του.

Χρόνια πολλά γνωρίζω τον Γιάννη Πάνου, στη γενέθλια πόλη. Οσο ξέρω από δικούς και φίλους, αλλά και από δική μου πείρα, ποτέ του δεν υπήρξε κολλητός. Κρατούσε πάντα μιαν απόσταση αναπνοής απέναντι στους άλλους, ομολογώντας έτσι την αγάπη και την πίστη του. Το ίδιο και ο άλλος φίλος, ο Παύλος Ζάννας, που χάθηκε μέρα του Αγίου Νικολάου, πριν από εννέα χρόνια. Σπάνια απόφαση και στάση ανθρωπιάς, που εξαρχής χωρίζει τα πραγματικά αισθήματα από την αισθηματολογία.

Εχω την αίσθηση ότι αυτή η μετέωρη απόσταση ανάμεσά μας, ανάμεσα στο σώμα και στον γύρω κόσμο, φιλόξενο ή αφιλόξενο, είναι, εκτός των άλλων, και το αδιάψευστο σημάδι του πραγματικού συγγραφέα, του ποιητή, του καλλιτέχνη ­ ακόμη και του καλού δασκάλου. Γιατί η γραφή και ο λόγος χρειάζονται ένα ενδιάμεσο κενό, για να στηθούν και να σχηματιστούν. Αλλιώς βγαίνουν απόβλητα υγρά από τον ιδρωμένο αφαλό μας· κείμενα αυτιστικά και αυτάρεσκα, που κάποιοι τα εκθειάζουν ως βιωματικά. Οπως κι αν έχει το πράγμα, τα δύο σπουδαία μυθιστορήματα του Γιάννη Πάνου, σε τόση απόκλιση κι αυτά μεταξύ τους, δείχνουν τη σημασία της ωφέλιμης και αναγκαίας απόστασης για την οποία μιλώ.

Καθώς περνούν τα χρόνια, βλέπω πως οι κολλητοί δεν είναι δα τόσο πιστοί, όσο υπόσχονται και φαίνονται. Αντίθετα οι σπάνιοι της απόστασης αποδείχνονται απίστευτα και έμπρακτα αφοσιωμένοι. Οσοι εγνώρισαν τον Γιάννη Πάνου, και τον είδαν να κυκλοφορεί σκιά πιστή στο πλάι της Ρούλας Πατεράκη, τόσο στα δύσκολα χρόνια της Θεσσαλονίκης όσο και στους ξενιτεμένους χρόνους της Αθήνας, ξέρουν τι συνταρακτικό παράδειγμα αφοσίωσης υπήρξε. Αυτή εξάλλου η αλτρουιστική αφοσίωση είναι σεμνά αποτυπωμένη και στα δύο βιβλία που έγραψε· όπου το χέρι του ψάχνει το χέρι του άλλου, όταν πέφτει το βράδυ και σκοτεινιάζουν όλοι οι μεγάλοι δρόμοι».

Γράφει ο Πάνος Θεοδωρίδης:

Ο μαύρος γάμος

Διαβάζοντας την ιστορία των μεταμορφώσεων έκαμα μιά Δομιτιανή ερώτηση. Αλλά την απάντηση ελπίζω,μαζί με τον Κέλσο, να την λάβουμε όλοι μαζί. Σήμερα τελείται ένας μαύρος γάμος. Δεν έχει κάν την πολυτέλεια να ονομαστεί φιλολογικό μνημόσυνο.Οι νύφες είναι τα δύο βιβλία και τα μετρημένα δημοσιεύματα του Γιάννη Πάνου, επομένως κουμπάροι και παράνυμφοι αφήνουν τους γλυκασμούς γιά να φανεί η δική του παρουσία.Υπάρχουν λογοτεχνικές εκδηλώσεις όπου ο τιμώμενος, άνκαι κατ όνομα ζωντανός, έχει αποθάνει ,συνήθως με χαρακίρι, μπροστά στα όμματα των τιμητών του. Σήμερα βιώνουμε το αντίστροφο. Ευτυχώς.
Η ιστορία των μεταμορφώσεων,ως τόμος,πραγματεύεται τον κόσμο μέσα από άξονες και υπό χρονική ασυδοσία.Αποτελείται από πέντε κεφάλαια. Ο κόσμος. Don Lorenzo. O Φιλόσοφος. Ο Σκάλδος. Ο Μεσσίας. Στην πράξη, ο κόσμος αποτελεί μιά πραγματεία γαιογνωσίας, στον Don Lorenzo συζητούνται οι πηγές, στον Φιλόσοφο οι ανθρώπινες σχέσεις, στον Σκάλδο η σχέση με τον θάνατο και στον Μεσσία δίδεται η αναπόδραστη λύση. Γιά αυτήν την προσχηματική διαδοχή και διαχρονία πέντε κεφαλαίων, απαιτούνται τέσσερις συνδέσεις.Τα κεφάλαια έχουν αυτοτέλεια, αλλά η παρανάγνωση ή η παράλειψη κάποιου,δίνει καίριο χτύπημα στα υπόλοιπα. Επομένως πρόκειται γιά καθαρόαιμη συγγραφή ιστορίας. Πολλά έργα του λόγου τελευταίως αποκαλούμε μυθιστορήματα, μάλλον από αδράνεια.
Η ιστορία των μεταμορφώσεων είναι κείμενο που αναστατώνει. Δοκίμασα αμέσως, ως πρωτόβγαλτος, να αναμετρηθώ με τις πληροφορίες, με τις εμμονές, με τα στοιχεία ιστορίας και μύθων που περιέχει.Ομολογώ ότι θα παραφρονούσα, εάν, ευτυχώς δεν είχα ήδη καταστεί παράφρων από άλλες συντυχίες της βιωτής. Αλλά δεν κρίνω άσκοπο,τιμώντας την ομήγυρη και κρίνοντας από αιτιώδη αφοσίωση στον ντετερμινισμό ότι θα προσέξετε περισσότερο τα ου φωνητά μου εφ΄όσον σας πείσω ότι διάβασα τα μαθήματά μου,να σας παραθέσω μέρος της έρευνας των πραγμάτων.
«Ο κόσμος» γράφεται από τον Τσουανγκτσού. Είναι μαζί με τον Λάοτσέ ο ιθύνων νούς του Ταοϊσμού, της μεγάλης κινέζικης παράδοσης που αντιτάχτηκε στον Κομφούκιο. Έζησε πρίν 2300 χρόνια και έγραψε κείμενα που υμνούσαν τον ακίνητο κόσμο,την αθανασία και διερεύνησε όλες τις πτυχές του υπερφυσικού μέσα στην ζωή. Σαμάνος. Κήρυξε την σύζευξη των πάντων υπό ενιαίο σώμα, δεν εκτιμούσε την κοινωνική δράση και έμεινε στους ερανιστές ως ο υπέρμαχος της αδρασίας. Αν ήξερα κινέζικα,θα μετέφραζα ίσως διαφορετικά αυτό το «γουγέι».
Ακριβώς η σύζευξη των πάντων είναι το αντικείμενο ενός διαλόγου που κρυφακούμε μέσα από τον κάλαμο του Don Lorenzo,που συζητά σε πλαίσιο πρώτων αποφοίτων του πανεπιστημίου των Παρισίων,τα υπαρκτά στον 12ο αιώνα προβλήματα που προκύπτουν από την Αριστοτελική λογική. Η συζήτηση ανεβοκατεβαίνει από τα χρόνια του Αβικέννα, γύρω στο 1000, έως τα χρόνια του σχολαστικού τερμινιστή («πλέκτη όρων») Γουλιέλμου Όκαμ, στα 1340. Με την άδουσα απουσία των διασημοτέρων αποφοίτων αυτού του πανεπιστημίου, του Αβελάρδου και του Ακινάτη, συζητούν έργα του Αβερρόη, του Αβικέννα και πολλών άλλων,μερικά σημαίνοντα γιά τον Γιάννη Πάνου πρόσωπα. Ο Οξώνιος,δηλαδή ο Οξφορδιανός (από μετανάστες των Παρισίων δημιουργήθηκε η Οξφόρδη), ένας επίσκοπος της Ωτέν και ο συνταγματάρχης Όρτον. Και ο μέν επίσκοπος της Ωτέν,δεν μου αντιστάθηκε πολύ .Μεταξύ 1788 και 1790 αυτόν τον τίτλο είχε ο πολύς Ταλειράνδος.Ο συνταγματάρχης Όρτον,συνώνυμος του συγγραφέα και δύο σημερινών αμερικανών πολιτικών, της Μπέθ και του Ουίλιαμ, ως υπαρκτό πρόσωπο αποστρατεύτηκε δυό μήνες μετά τον θάνατο του Γιάννη. Ήταν αρχηγός της αστυνομίας της Βόρειας Καρολίνα. Άλλον είχε υπ΄οψη του ο ποιητής.
Μέσα από το έργο του Αβικέννα «Αρμονία θρησκειών και φιλοσοφίας» που έχει ως παράρτημα κεφάλαιο επονομαζόμενο Νταμίνα,ο Αριστοτέλης εκφεύγει της κοσμογραφίας,διαχέεται στην δύση,και προκαλεί την σχετική συζήτηση στο έργο του Πάνου. Βέβαια κανένας δεν συνόψισε τόσο έξοχα τον Αριστοτέλη όσο ο μεταγενέστερος Παχυμέρης, αλλά είναι καιρός γιά το τρίτο κεφάλαιο. Ο Φιλόσοφος είναι μία πραγματεία γιά τον βίο και την πολιτεία του Ψελλού. Εδώ ο συγγραφέας έχει ευχερές έργο, διότι έχει πολλά realia του Ψελλού στα υπ όψιν, και διότι έχει αποδείξει ήδη από την Ρέμινγκτον ότι απολαμβάνει την ανάπλαση ενός συντεταγμένου ορύγματος. Σε όλα του συμφώνησα. Η σπαρακτική αφήγηση του Ψελλού καταλήγει:πέρασε ποτέ από το νού σου πως ίσως κατά βάθος να ήμουν ένας ποιητής; Ο Γιάννης δεν μπορούσε να ξέρει το όντως περίεργο πόνημα του Ψελλού «γεωμετρία διά στίχων» που είναι μία έμμετρη κτηματολογική μελέτη. Λοιπόν,το ζήτημα της ποίησης, κεφαλαιώδες γιά τους πλατωνιστές, κλείνει το τρίτο κεφάλαιο και με αυτό απασχολείται ο συγγραφέας στο τέταρτο. Ο Σκάλδος Χιόντουλβ Αρνονσον ζεί στα χρόνια του Χάραλδ του 3ου, βασιλιά της Νορβηγίας,που έζησε στον Βυζάντιο από τα 18 έως τα 31 του χρόνια, έγινε αρχηγός των Βαράγγων και ο Πανου τον θέλει γνώριμο του Ψελλού. Ο Σκάλδος περιγράφει τις τύχες του Χάραλδ έως το θάνατό του. Στην πράγματικότητα, αυτά τα ξέρουμε από έναν διάσημο νορβηγό,μεταγενέστερο, τον Στόρι Στούλουσον που έγραψε σάγκες 200 χρόνια μετά τον Σκάλδο και τον Χάραλδ. Ανάμεσα στα έργα του και μία Έδδα, κείμενο γιά ποιητές. Λοιπόν, ο Στόρι και όχι ο Πάνου, έγραψε την περίφημη σάγκα του Έγκιλ,ενός ιππότη που ήταν σύγχρονος του Χάραλδ.Ο Πάνου θέλει τον δικό του Σκάλδο Αρνονσον,ο Στόρι τον λέει Σκάλ Άγκρουμσον.
Στο τελευταίο κεφάλαιο, ανίσταται ο γνωστός στους θεσσαλονικεις Σαμπεθάι Σεβή, που τον θεώρησαν μεσσία τον 17ο αιώνα οι Εβραίοι, οι Οθωμανοί τον καταδίκασαν σε θάνατο και γιά να γλυτώσει ασπαστηκε τον ισλαμισμό. Οι οπαδοί του,οι εξισλαμισμένοι εβραίοι, ονομάστηκαν ντονμέδες και τελευταία τους πράξη στην Θεσσαλονίκη, ήταν η ανέγερση του τεμένους Γενή Τζαμή, από τον Αριγκόνη, στην οδό αρχαιολογικού Μουσείου.
Στο ίδιο Γενή Τζαμί, είδα τον Γιάννη τελευταία φορά, όταν η Ρούλα ανέβαζε τα Χώματα του βέλτσου.Κατά κάποιον ιδιότυπο τρόπο, τους είδα πάλι όλους μαζί και το μνημονεύω σε ένα βιβλίο μου περιγράφοντας έναν περίπατο ενός βυζαντινού ποιητή «κι ενώ το τράμ διασχίζει θορυβωδώς τις παλαιές γειτονίες της βασιλίσσης Όλγας,ιδού ο Φιλής βλέπει το σινε Απόλλων και το Πατέ και περνώντας την ιχθυόσκαλα πέφτει κοντά στην Ανάληψη στις μεταμορφώσεις, αλλ όχι του Οβιδίου, παρά του Τόμ Στόπαρντ.Είναι τό έτος 1979 και στο πεζοδρόμιο στην Ανάληψη περιμένουν ένα ταξί η Ρούλα Πατεράκη, ο Γιάννης Πάνου και ο Γιώργος Βέλτσος».
Τελειώσαμε με τα πραγματικά στοιχεία,άς καμωμεν και ολίγη δουλειά. Ο Γιάννης Πάνου έζησε έναν απόμακρο και αφοσιωμένο βίο. Από το 1969 που τον γνώρισα, έως το 1986 που μετακόμισε στην Αθήνα, γνώρισα έναν άνθρωπο ευπροσήγορο, αυστηρό, σαρκαστικό, μάγειρα, αυστηρό κριτή, ερωτευμένο με την Ρούλα Πατεράκη, αφοσιωμένο στην σχέση τους. Η φήμη που τον συνόδευε από την δεκαετία του εξήντα ήταν ήδη ευμενής. Είχε επιβλητική φυσική παρουσία και ευγένεια.Υποστηρίζω ότι έπλαθε την ιστορία των Μεταμορφώσεων έκτοτε. Και νά γιατί.
Συναντούσες τον Γιάννη Πάνου στο βιβλιοπωλείο «Βιβλιοθήκη.» Μαζί με τον ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη. Γύρω τους ηθοποιοί, ποιητές, φοιτητές και πολίτες συντριμμένοι από το αγροίκον ήθος της δικτατορίας. Κάθε βιβλίο που αγόραζε κάποιος είχε ήδη διαβαστεί και ξεσκονιστεί από τις ολημερίες των φίλων. Στον άλλο δρόμο, ο Κοχλίας του Λαχά.Απέναντι, ο τόπος βούιζε ακόμη από τον απόηχο των συγκρούσεων της ΕΚΟΦ με τους Λαμπράκηδες. Η βραδυνή «χορτοφαγία» του Γκιγκιλίνη έβαζε σε βιτρίνα όλους τους περιθωριακούς της Διαγωνίου. Κατόπιν κατεβαίναμε εν σώματι στη θάλασσα, έναντι του Προξενείου και κάναμε αντίσταση τρώγωντας λουκουμάδες στη πόλη του δειλινού. Αλλά η στοχαστική ματιά του Γιάννη Πάνου ήταν κάθε μέρα και περισσότερο εξαρτημένη από το αποσβολωμένο τοπίο. Προσφιλείς μεταξύ τους άνθρωποι ,στην κατοικία της Ρούλας και του Γιάννη, αισθάνθηκαν οικείοι τους, χάρη στην φιλόφρονα φιλοξενία τους. Οι βραδυές τελείωναν με ανάγνωση του υφαντού της Ρέμινγκτον, τότε χωρίς όνομα, αλλά πάντοτε με πλήθος παρατηρήσεων που δεν έχουν σχέση με τις σημερινές βεγγέρες. ΑΙσθανόμασταν ότι μετέχουμε σε μιά σειρά τελετών.Και τότε, μέσα στην ζωγραφιά, μπήκε το θέατρο.
Όταν η Ρούλα Πατεράκη άφησε το Θεατρικό Εργαστήρι και ίδρυσε την Επιθεώρηση Δραματικής Τέχνης,ο Γιάννης οργάνωνε την σχολή και κάτω από τα σταγκόνια δούλευε αθέατος και παραγωγικός. Αλλά η γυναίκα του έμπαινε όλο και περισσότερο μέσα στο ίδιο του το αίμα. Αυτή η σύζευξη προβλέπω να μείνει ιστορική. Κι όχι διότι επιθυμώ την συμμετοχή της ελαφράς βιογραφικότητος στις παρατηρήσεις μου. Μεταμορφώσεις του Οβιδίου,μεταμορφώσεις του Στόπαρντ και κάπου εκεί υπάρχει ένα κείμενο της Πατεράκη, «οι μοντέρνοι», που κατά τη γνώμη μου είναι καθοριστικό γιά να κατανοήσουμε τις σύμπλοκες ιδέες απ ΄όπου παρήχθη, αργότερα, η «Ιστορία των μεταμορφώσεων». Πρόκειται γιά την εισαγωγή του συγκρητισμού σε μιά ομάδα ανθρώπων που έδρασαν μετά τους σεισμούς της Θεσσαλονίκης, επί ένα μικρό διάστημα που δεν ξεπέρασε την επταετία.
Η σκηνοθετική επίνοια της Ρούλας Πατεράκη ενισχύονταν πάντοτε από τις παράλληλες δράσεις που ήθελε να εμφανίζονται στο προσκήνιο, πολύ περισσότερο από την ώρα της πρόβας ή της διδαχής. Ο Γιάννης Πάνου, ως Παναγιωτόπουλος πλέον, βίωνε βοηθούσε και συντηρούσε αυτήν την ελαφρώς διαταραγμένη σύζευξη. Ήταν εποχή σύνθεσης αλλά με ουσιώδη και παιγνιώδη τρόπο. Ήταν βέβαια και η μόδα της εποχής που ήθελε τις διαδοχικές αναγνώσεις πασης πράξεως. Το συναρπαστικό τελευταίο κεφάλαιο της Ρέμινγκτον είναι η αφετηρία των «Μεταμορφώσεων»: εάν ο καμβάς δείχνει την αξία του κι από την ανάποδη, όλα παίζονται, δηλαδή, το θέατρο καθίσταται κυρίαρχο είδος. Τότε ακριβώς ακούστηκαν οι πρώτες αναφορές γιά την θεατρικότητα της πολιτικής σκηνής, γιά την προσκήνια δράση των δασκάλων ως προς μαθητές που δούλευαν υπομονετικά στο παρασκήνιο. Όταν προ μηνών μου ζήτησε κάποιος ένα σκηνάριο περί ενός κειμένου της κρητικής σχολής και του απάντησα συνδυάζοντας Σαίξπηρ, Θεοτοκόπουλο και μεσαιωνικά δράματα, έκλεισα το πρόχειρο τηλέφωνο και αναρωτήθηκα εάν απαντούσα ο ίδιος ή μήπως ήταν η Ρούλα που μου υπαγόρευσε την απάντηση. Και είχαμε να μιλήσουμε επί της ουσίας δεκαπέντε χρόνια. Λοιπόν, ο Γιάννης Πάνου προσέφερε εις την τέχνην την δική του έμπνευση και επίνοια ,αλλά ο λειμώνας όπου κορφολόγησε και απλώθηκε ήταν το μεταξωτό σεντόνι της Ρούλας Πατεράκη. Σκεφτόμουν έναν καλό ηθοποιό της, τον Παλαμιώτη, που ακόμη και σήμερα, πλάθει φανταστικές ραδιοφωνικές συνεντεύξεις με προσωπικότητες του χτές. Εάν η «Ιστορία των μεταμορφώσεων» δημιούργησε έκπληξη, ίσως και ξιππασμό, γιά την απρόσμενη και αυτόνομη παρουσία του έργου στις δέλτους της λογοτεχνίας του 2000, γιά μένα είναι ο κολοφώνας μιάς εικοσαετούς εμμονής δεκάδων ανθρώπων στην ύφανση από πολλές κλωστές ενός κεντήματος. Άλλοι δοκίμασαν τα χρώματα, άλλοι σχεδίασαν, αλλά το τελικό έργο είναι σύνθεση του Γιάννη Πάνου.
Με ποιές καταβολές, με ποιές προοπτικές; σε ένα κείμενο που είναι ήδη 22 ετών, κατέληγα ότι «ο Γιάννης Πάνου,ένας ψηλός που όλοι θα ήθελαν να έχουνε πατέρα, κοιμάται ξεθεωμένος με τους «χαλασοχώρηδες» του Παπαδιαμάντη πάνω στα γένια του».Δεν θα άλλαζα γραμμή σήμερα. Βέβαια, θα προσέθετα μεγάλο μέρος από την ελληνική λογοτεχνία του δέκατου ένατου αιώνα. Εάν ο λόγος του υφίστατο πενήντα χρόνους δημοσιογραφίας, όπως του Μπακόλα, θα του έμοιαζε περισσότερο. Πρέπει πάντως, ενόσω ψάχνουμε ποσοστά Πεντζίκη και λοιπού Θεσσαλονικείου κλίματος στις αφηγήσεις του να καταλάβουμε ότι άνθρωπος που γράφει «τώρα φοβάμαι.Έλυσα το μαντήλι και το άδειο δωμάτιο δέχτηκε το άρωμα του κυδωνιού με το βαθύ κίτρινο χρώμα τόπους τόπους να σκουραίνει.Ακούμπησα στο χοντρόπ έτρινο τοίχο που άφηνε το μικρό άνοιγμα γιά το παράθυρο με το παλιό άβαφο ξύλο να ξεκόβει ένα καθαρό τετράγωνο θάλασσα κάτω χαμηλά.Στο σημείο ακριβώς που τα ούλα αφήνουν ακάλυπτα τα δόντια,ένοιωσα την λεπτότατη επαφή με την στυφή σάρκα του καρπού», ένας συγγραφέας που δαπανά τις λέξεις του συγκεκριμένα, έχοντας κατά νού να περιστρέψει όλες μας τις αισθήσεις σε δύο γραμμές, κάνει πολύ σοβαρότερη δουλειά από το να οργανώνει ξένους εγκεφάλους. Επομένως έχει μεγάλη εμπιστοσύνη στην λογοτεχνία που δραπέτευσε από την ιστορία. Το κεφάλαιο «Ο φιλόσοφος» θα μπορούσε ανέτως στα χέρια ενός πτωχαλαζόνος να μιμείται την μετάφραση της Χρονογραφίας του Ψελλού. Κι όμως, χωρίς να προδίδει την γοητεία του πρωτοτύπου, ξαναγράφει την εμπειρία. Κάθε νέα ανάγνωση της ιστορίας των μεταμορφώσεων με πείθει ότι ο Γιάννης Πάνου σκηνοθετεί, και μάλιστα πρώτα τις καταστάσεις, χωρίς εμμονή στις κεραίες του κειμένου.
Ποιά ήταν η Δομιτιανή ερώτηση της αρχής; έχει άραγε δικαίωμα ο γραφεύς μιάς διαθήκης να είναι και ο μάρτυράς της; οι κέλσοι απαντούσαν «βεβαιότατα! ή είμαστε στωικοί ή δεν είμαστε». Τελικά, δεν έχει κανένα δικαίωμα. Δεν είμαστε στωικοί. Δεν υπάρχει καμία Γαία Θεά Πρόνοια πίσω από το καύκαλο του Όκαμ. Υπάρχουν κατάλογοι, κατηγορήματα, λίστες και λήμματα, επομένως η ιστορία των μεταμορφώσεων του νεκρού αδελφού μου Γιάννη Πάνου τελειώνει με άνω στιγμή. Την συνέχεια εύχομαι να γράψει η ίδια η Ρούλα Πατεράκη.

Επιασε η ευχή σου, Πάνο.

Τη συνέχεια τη γράφει η Ρούλα Πατεράκη. Και είναι το ίδιο συγκλονιστική.

Γράφει ο Αριστοτέλης Σαΐνης:

Ο Γιάννης Πάνου χειρίζεται, από το παρασκήνιο, το ετερόκλητα υλικό του, κεντάει πάνω στα κενά της επίσημης ιστορίας («αφού όπως συμβαίνει πάντα με την ιστορία η αλήθεια βρίσκεται αλλού»), υφαίνει τις πηγές του, επεμβαίνει στις εγκυκλοπαιδικές πληροφορίες και τα λεξικά, παραχαράσσει την ιστορία και πλαστογραφεί κείμενα: «Με αποκάλεσαν κιβδηλοποιό και παραχαράκτη. Οι ανόητοι, δεν μπόρεσαν ν' αντιληφθούν ότι ο μεγαλύτερος κιβδηλοποιός και παραχαράκτης, ο πιο επιδέξιος, είναι εκείνος που γνωρίζει άριστα και σε βάθος το αυθεντικό και το γνήσιο στις παραμικρές λεπτομέρειες, είναι ο γνώστης».

Η αφηγηματική φωνή που το κείμενο μας καλεί να αφουγκραστούμε, η συνείδηση που αυτοβιογραφείται, τώρα αποπροσωποποιείται. Δεν μπορεί να αποδοθεί μονοσήμαντα σε συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο. Η μνήμη του μονολογιστή, που ανακαλεί τα γεγονότα και αναδρομικά περιδιαβάζει σελίδες του έργου του , δεν είναι εγκλωβισμένη στα δεδομένα του πραγματικού ιστορικού χρόνου, καθώς γνωρίζει πράγματα που προηγούνται ή έπονται της εποχής του, φθάνοντας μέχρι σήμερα. Μήπως λοιπόν η στιγμή της μνημονικής έκρηξης πρέπει να τοποθετηθεί πού κοντά στις μέρες μας; Μήπως το παρελθόν εποπτεύεται από ένα πολύ κοντινό μας παρόν; Η έμφαση βρίσκεται, μάλλον, στη σχετικότητα της κατάστασης της συνείδησης και σε μια αντίληψη ιστορίας και χρόνου που καταλύει , αποσυνθέτει τις κοινά παραδεκτές διαστάσεις του χρόνου, κάνοντας το παρελθόν αλλά και το μέλλον να αναδύονται μαγικά σε ένα άχρονο παρόν. Οι λογικές αντιφάσεις λύνονται μόνο αν αποδεχτούμε ότι το μονολογούν υποκείμενο δεν ανήκει σε καμία συγκεκριμένη εποχή.

Έτσι προκύπτει η εικόνα μιας συνείδησης που «λάμνει» στον χρόνο σαν τον περιπλανώμενο Ιουδαίο, και το ακόρεστο πάθος της για γνώση την οδηγεί στο πιο «πηχτό σκοτάδι», σε μια φαουστική αναμέτρηση με τα όρια του φυσικού και ηθικού κόσμου ή στην αποφασιστικότητα ενός σύγχρονου Προμηθέα, ενός Φρανκεστάιν, που προσπαθεί να δημιουργήσει, ως alter Deus, «δύσμορφους, τερατικούς» υπηρέτες, είδωλα βέβαια του εαυτού του. Η όλη ανάμνηση του Φιλοσόφου (όπως και όλη η Ιστορία των Μεταμορφώσεων) δομείται εντέλει γύρω από εκτυφλωτικά, αποκαλυπτικά οράματα, και άρρητες, άφατες εμπειρίες κοσμογνωσίας και αυτογνωσίας: «άλλη μια φορά δεν είμαι σε θέση να περιγράψω την εμπειρία εξαντλώντας τα όρια του λόγου, κι αυτή η αδυναμία μου ας μην εκληφθεί ως η υπεκφυγή ενός αγύρτη». Η αφήγηση του Φιλοσόφου αποτελεί ένα ταξίδι στα «βάθη της νύχτας», μια λογοτεχνική κατάδυση στο μυθολογικό υπόβαθρο όλης της λογοτεχνίας («στα βαθιά νερά του μύθου»), στο χώρο του ατομικού και συλλογικού ασυνείδητου, στη «σκοτεινή νύχτα της ψυχής» των μυστικών, «στις αρχετυπικές εικόνες» του Γιούνγκ και, εντέλει, στην «καρδιά του σκότους», αφού, σύμφωνα με τον ίδιο τον Φιλόσοφο, «εκείνο που κάθε αφιερωμένος στο έργο αναζητά με όλο το πάθος της ύπαρξης του, φαίνεται να προέρχεται από μιαν υπέρφωτη και υπέρλαμπρη περιοχή ύψιστου τρόμου». Ο Φιλόσοφος γεννήθηκε απαγγέλλοντας τα Ομηρικά Έπη και συναντούσε τη γαλήνη της ψυχής του μόνο στους ελληνικούς μύθους. Είναι ένας άνθρωπος χωρίς ιδιότητες και χωρίς προσωπικά χαρακτηριστικά, αν εξαιρέσει κανείς τη «γρυπή του μύτη» και το «αγκυλωτό του χείλος». Και είναι η μικρότητα των ανθρώπων που στέρησε την ανθρωπότητα από ένα πορτρέτο του. Στο τώρα της αφήγησης, κουρασμένος, προδομένος από τη μνήμη του, με τους εφιάλτες της τύφλωσης να στοιχειώνουν τις νύκτες του, αποφασίζει να αποσυρθεί από το προσκήνιο της ιστορίας, να γλιστρήσει έξω από τους κύκλους του χρόνου, της αιώνιας επιστροφής. Αυτός, που κατά βάθος πίστευε ότι ήταν ένας ποιητής. Σε ένα από τα τελευταία κείμενά του, που αφήνει εν είδει διαθήκης, αυτός που «ήταν ένας, συνθεμένος από πολλά σπαράγματα», σημειώνει: «Εσύ νεαρέ δόκιμε, που στο μισοσκόταδο του κελιού σου θα σκοντάψεις πάνω στο έργο μου, έσο προσεκτικός με ό, τι θέλησε να διασώσει αυτή η κιβωτός, και πριν βυθίσεις τα χέρια σου στα βαθιά νερά καθάρισε και πλύνε το σανίδι σου, απομάκρυνε τις καπνιές από το λύχνο σου και τα σταξίματα από το κερί σου, και προπαντός πάψε όταν αντιγράφεις να μασουλάς πάνω από τα γραπτά μου βρασμένα κάστανα και σύκα. Κι αν κάτι δεν κατανοείς από τη γλώσσα και το ύφος, δεν είναι απαραίτητο να διορθώνεις, μόνο αντίγραφε πιστά. Και ένα τελευταίο: μη σου περάσει από το νου, εντυπωσιασμένος από την πολυπραγμοσύνη, να αποδώσεις το έργο μου σε ‘‘ πλείονες ιστορικούς''. Μάθε ανόητε πως στον καιρό μου γράφαμε πολύ!».

Τι σημαίνει και τι είναι τελικά ο «Φιλόσοφος» του Γιάννη Πάνου; Ρητορική άσκηση (μια εκτεταμένη προσωποποιία, ίσως;), όπου επινοείται ένας λόγος που θα άρμοζε σε κάποιο ιστορικό πρόσωπο; Φιλοσοφικό διήγημα, υπαρξιακός μύθος, αλληγορική αφήγηση, φανταστικό ιστόρημα; Ίσως δεν έχει σημασία.

Ο Φιλόσοφος που φαντάστηκε για μας ο Γιάννης Πάνου είναι τελικά μία ασώματη φιγούρα, ένας αθάνατος. Αν και σε επίπεδο διατύπωσης είναι φανερό ότι το κείμενο συνομιλεί, διαλέγεται και παραμορφώνει πληθώρα κειμένων, το αρχικό του υποκείμενο θα μπορούσε να αναζητηθεί στον «Αθάνατο» του Χόρχε Λουίς Μπρχες. Εκεί αλληγορείται η Ιστορία της λογοτεχνίας (και της ανθρωπότητας, που σε τελική ανάλυση είναι το ίδιο) ως ο ατέρμων κοχλίας, η Ιστορία ενός και μόνο Πνεύματος. Οι εκάστοτε φορείς αυτού του Πνεύματος δεν είναι παρά παραδειγματικές ενσαρκώσεις Του, που συγκεντρώνουν στο πρόσωπό τους τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου των γραμμάτων, του ποιητή, του φιλοσόφου και του προφήτη, σε τελική ανάλυση του Δημιουργού. Μακρινό αρχέτυπο όλων αυτών είναι, βέβαια, ο ίδιος ο Όμηρος. Σε μια τέτοια αντίληψη, δεν έχει καμία σημασία αν κάποιος λέγεται Όμηρος, Μιχαήλ Ψελλός, Χόρχε Λουίς Μπόρχες ή Γιάννης Πάνου... Πράγματι ο Φιλόσοφος της Ιστορίας των Μεταμορφώσεων έχοντας «υψωθεί στο νου και έχοντας δει τι υπάρχει πέρα από το νου, οδηγήθηκε τελικά στο Εν».

Και μεταλάβαμε νερό θαλασσινό…

Παίρνοντάς το λίγο λίγο με το σφουγγάρι όπως οι ψαράδες…

Όπως και τότε, με την «Ανάθεση» του Δ. Δημητριάδη.

Ο Γιάννης Πάνου, ο γιγάντιος Γιάννης να μεταφέρει το μεγάλο τραπέζι επι σκηνής, στο Βαφοπούλειο. Μόνος του. «Ρούλα, χρειάζεσαι κάτι;».

«Λίγο πιο μπροστά, Γιάννη…»

Και να, με τα θεόρατα χέρια του να σηκώνει σαν πούπουλο το μεγάλο έπιπλο και αν το μετακινεί «λίγο πιο μπροστά». Κι ύστερα να αποσύρεται στα παρασκήνια ή στο ηλεκτρολογείο. Κι ύστερα να μεταφέρει τα προγράμματα από το αυτοκίνητο. Ενας ήρεμος γίγαντας. Ενας σοφός γίγαντας.

«Αυτός, που κατά βάθος πίστευε ότι ήταν ένας ποιητής.»

Αυλαία!

Και μόνο τότε, δύο ώρες κι ένα τέταρτο μετά –δηλαδή ΤΩΡΑ- σπάει η σιωπή. Με ένα χειροκρότημα που όμοιό του δεν έχω ποτέ στη ζωή μου ξανακούσει. Σαν θάλασσα που φουσκώνει και φουσκώνει και φουσκώνει. Λες και προσπαθούν να καλύψουν τη ρωγμή που άνοιξε με εκείνο το «Τώρα».

Χιλιάδες κύματα που υψώνονται.

Και όρθιοι. Ενας κι ύστερα κι άλλος κι άλλος κι άλλος.

Γυρίζω το κεφάλι μου και βλέπω. Ένα ολόκληρο θέατρο όρθιο να δονεί και να δονείται. Να τρέμει το πάτωμα του «Μακεδονικών Σπουδών».

Το κατάλαβες πόσο πέρασε στο κοινό;

Το κατάλαβα. Αφού δεν ήθελα να φύγω από τη σκηνή.

Το ίδιο κοινό που κάποτε την είχε «διώξει» από την πόλη πριν 25-30 χρόνια…

Το ίδιο κοινό γέμιζε μαγεμένο τους δρόμους της πόλης, χτες βράδυ

Ο Γιάννης είχε πάρει αθόρυβα όπως πάντα, δύο τσάντες και τις πήγαινε στο αυτοκίνητο.

Θα τον χαιρετούσα μια άλλη φορά…

«Όταν το τέλος πλησιάζει, δεν μένουν πια αναμνήσεις εικόνων. Μένουν μόνο λέξεις. Δεν είναι διόλου παράξενο ότι ο χρόνος έχει συγχύσει αυτές που κάποτε με αντιπροσώπευαν με εκείνες που υπήρξαν σύμβολα της μοίρας του ανθρώπου που με συνόδευσε τόσους αιώνες. Ήμουν ο Όμηρος. Σύντομα, θα ‘μαι ο Κανένας. Όπως ο Οδυσσέας. Σύντομα, θα είμαι όλοι. Θα είμαι νεκρός»

Χόρχε Λουίς Μπόρχες,

«Ο Αθάνατος»

Γιάννης Πάνου (1943 - 1998)
Ο Γιάννης Πάνου (κατά κόσμον Γιάννης Παναγιωτόπουλος) γεννήθηκε στην Τρίπολη της Αρκαδίας το 1943. Σπούδασε πολιτικός μηχανικός στο Πολυτεχνείο Θεσσαλονίκης. Έζησε και συνδέθηκε δυνατά με την πόλη της Θεσσαλονίκης μέχρι το 1986, οπότε εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Σύντροφος της Ρούλας Πατεράκη, μοιράστηκε αδιάλειπτα και ενεργά τα πρωτοποριακά θεατρικά της εγχειρήματα. Στα γράμματα εμφανίστηκε σε ηλικία 28 ετών, το 1971, στην ομαδική αντιδικτατορική έκδοση Νέα Κείμενα. Μετά από δέκα χρόνια, τον Μάιο του 1981, και σε ηλικία 38 ετών, κυκλοφόρησε το πρώτο του μυθιστόρημα, με τον τίτλο: …από το στόμα της παλιάς Remington… από τον εκδοτικό οίκο – τυπογραφείο «Τρίλοφος» της Θεσσαλονίκης. Μετά από 17 ολόκληρα χρόνια συγγραφικής σιωπής, το 1998, εκδόθηκε το δεύτερο μυθιστόρημά του, η Ιστορία των Μεταμορφώσεων από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Στις 11 Οκτωβρίου του 1998, ο Γιάννης Πάνου πεθαίνει, στην Αθήνα, σε ηλικία 55 ετών.


ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ
Γιάννης Πάνου, «Εκείνα τα χρόνια», Νέα Κείμενα, εκδόσεις Κέδρος, χειμώνας 1971, σ. 83-85 Γιάννης Πάνου, …από το στόμα της παλιάς Remington…, μυθιστόρημα, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 1998 (εκδόσεις Τρίλοφος, Θεσσαλονίκη, 1981, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα, 1983). «”Η ΤΡΙΠΟΛΙΣ, η πόλις, η απερίγραπτος”, Μια περιήγηση με το συγγραφέα Γιάννη Πάνου», στη στήλη Περίπατοι στις Πολιτείες , περιοδ. Το τέταρτο, τεύχ. 20, 1986, σ. 60–62. Γιάννης Πάνου, Ιστορία των Μεταμορφώσεων, μυθιστόρημα, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 1998. ΤΕΧΝωΝ ΠΛΕΥΣΙΣ

Μεσάνυχτα στη Θεσσαλονίκη.

Εχει πολύ φως απόψε…

"Ο Φιλόσοφος" (από το βιβλίο του Γιάννη Πάνου «Ιστορία των μεταμορφώσεων»)
Τετάρτη 15 και Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2008
ΘΕΑΤΡΟ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
Ώρα έναρξης : 21.00

Σκηνοθεσία και εφαρμογή : Ρούλα Πατεράκη
Σκηνικά : Άγγελος Μέντης
Φωτισμοί : Κατερίνα Μαραγκουδάκη
Βοηθός σκηνοθέτη :Ειρήνη Παπαδημάτου.

Τι άλλο να σας γράψω πια;

Τι άλλο;

Σχόλια