Στα όρη, στ' άγρια βουνά

Παίρνω τα όρη και τα βουνά σχεδόν κυνηγημένος από σελίδες βιβλίων και λέξεις και όνειρα. Κακά ξεμπερδέματα είχα όλες αυτές τις ημέρες και κυρίως τις νύχτες με τα φαντάσματα της πόλης και την πόλη των φαντασμάτων. Κουκούλες και γερμανικά καμιόνια, διαδρομές που άλλαξαν χρώμα, είσοδοι σπιτιών που έγιναν σκοτεινά πηγάδια, ξεθεμελιώματα και μια σοκολάτα υγείας να λιώνει στο χέρι μου. Χιλιάδες κάμπιες πατημένες από τα παιδικά μου παπούτσια στο πάρκο, εκεί που σήμερα χτίζεται το δημοτικό έκτρωμα και καπνός από πίπα που με πνίγει. Στην ανηφόρα με τις στροφές, ψηλά στον Χολομώντα, παίρνω τις πρώτες ανάσες. Βρίσκω και πάλι τον ορίζοντα. Εδώ μπορώ να σταματήσω το αλυσοπρίονο των σκέψεων. Μακριά από τη θάλασσα. Πρώτη φορά στη ζωή μου θέλησα να φύγω μακριά από τη θάλασσα, να μην την βλέπω. Αγρίεψα πολύ τελευταία. Θηρίο έγινα και σε τόπους θηρίων πόθησα να βρεθώ. Νομίζουμε ότι η ζωή μας ανήκει. Τι ψέμα! Τίποτα δεν μας ανήκει, ούτε καν οι μνήμες. Πύργοι με τραπουλόχαρτα μας ανήκουν μόνο. Κομμάτια και θρύψαλα μόνο. Αποσπάσματα από αφηγήσεις δίχως αρχή και τέλος. Μια ομπρέλα πίσω από την πόρτα. Μια μαξιλάρα στον καναπέ. Ένα ζευγάρι γυαλιά που δεν θα ξαναφορεθούν ποτέ, στο τραπεζάκι του σαλονιού. Μια κιτρινισμένη επιστολή κι ένα άδειο μπουκάλι σινική μελάνι. Μπαίνω σε ξένες μνήμες, ξένα βιβλία, ξένες ζωές. Ο ύπνος μου ημερεύει. Θα προτιμήσω τα έλατα, τα κύματα τα έχω βαρεθεί. Φέτος δεν ζήσαμε καλοκαίρι...

Κι ακόμη χρωστώ την άλλη πλευρά της ιστορίας.

Επιστρέφω όμως…

Σχόλια