Οι Κυριακές της Ανορθοδοξίας

Αυτό ήταν για μένα Κυριακή...
Τα δάχτυλά μου να σφίγγουν εκείνα τα καγκελάκια του κρεβατιού, ο πατέρας και η μάνα μου μαζί στο σπίτι, οι σοκολάτες υγείας, ο περίπατος στην παραλία της Θεσσαλονίκης, η μεγάλη κουκουβάγια στο ζωολογικό κήπο, η τυρόπιτα που ψήνεται στο φούρνο, η μυρωδιά του βρασμένου γάλατος στις εισόδους των πολυκατοικιών, η στολή του πατέρα μου στην καρέκλα, ένα περιστέρι στον άμβωνα, ο χυμένος καφές στο πιατάκι, οι αναποδογυρισμένες πολυθρόνες στο σαλόνι, η μαύρη κούκλα πάνω στο ραδιόφωνο που ανοιγόκλειναν τα μάτια της, το κίτρινο, χαμηλό φως στην κρεβατοκάμαρα, η επιστροφή με αυτοκίνητο στην Αθήνα, οι φωτιές στην υψικάμινο της ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΚΗΣ, τα λουλούδια που αφήναμε στους τάφους, η κολώνια ΜΕΝΟΥΝΟΣ, η μοδίστρα και τα πολύχρωμα κουρέλια στο πάτωμα, η φωνή που μεταδίδει αγώνες ποδοσφαίρου το απόγευμα, η θεία μου η Ξένια που γελούσε και έκλαιγε ταυτόχρονα, ο θείος μου ο Αγγελος που είχε έξι δάχτυλα, η εφημερίδες κάτω από το κρεβάτι, η Διεθνής Εκθεση, οι διαφημιστικέ ταμπέλες του ΤΑΜ-ΤΑΜ, η μεγάλη μπλε μαξιλάρα με την κεντημένη Αγιά Σοφιά, το κουτί με τα καινούργια μου παπούτσια από το κατάστημα "Μούγερ", τα μεγάλα μαύρα μάτια της μαμάς, η εικόνα του Αγίου Χαράλαμπου που πατούσε πάνω στο Διάβολο, τα κραγιόνια, οι συρτές τζαμόπορτες της τραπεζαρίας, το πιεσόμετρο που ήταν αντικείμενο λατρείας για όλους τους παππούδες και τις γιαγιάδες μου, οι επιθέσεις με ρουκέτες στο Βιετνάμ, το καινούργιο κάντημα, το ντόμινο, το μικρό ψωμάκι με το βούτυρο, τη μορταδέλα και τη μουστάρδα, η "Φλαμουριά", ο Ακροκόρινθος, οι πρώτοι μου μαρκαδόροι, το χάρτινο σημαιάκι από την παρέλαση, το κοπανέλι της γιαγιάς Τασίας, τα τετράστιχα στο ημερολόγιο που διαβάζαμε κάθε πρωί, το μεγάλο τραπέζι με τα πόδια λιονταριού, οι τρεις μύγες -πάντα οι ίδιες- στη μέση της τραπεζαρίας, το καντηλάκι στον τάφο της μαμάς, οι βόλτες στην Κηφισιά και στα Κάστρα... Αυτή ήταν για μένα Κυριακή...
Αυτές οι Κυριακές δεν υπάρχουν πια. Υπάρχουν κάποιες άλλες που μοιάζουν με όλες τις υπόλοιπες μέρες. Γιατί αυτές οι Κυριακές που περιγράφω, οι Κυριακές της Ανορθοδοξίας έφυγαν ανεπιστρεπτί μαζί με μια ολόκληρη εποχή.


...

Γεννήθηκα Κυριακή.

...

Ανοίγω το άλμπουμ με τις φωτογραφίες. Το Ιερό. Το άβατο. Τα σα εκ των σων. Στην Αγία Τράπεζα μας βλέπω όλους καθισμένους. Κι ύστερα το ιερό γίνεται η τραπεζαρία του σπιτιού μας και καθόμαστε όλοι εκεί, τα πρόσωπα αλλάζουν διαρκώς, κάποιος φεύγει, κάποιος έρχεται και στην αρχή είμαστε πολλοί κι έπειτα λιγώτεροι και μετά πάλι πολλοί, μα όχι όλοι και ύστερα ακόμη πιο λίγοι και εκείνοι που φεύγουν δεν ξανάρχονται ποτέ μέχρι που μένω πια ολομόναχος και δεν είναι πια Κυριακή...

...
Και είναι η Κυριακή η Πρώτη.
Ο πατέρας μου, νεαρός ακόμη, με μουστάκι, στρατιωτικός γιατρός να στέκεται όρθιος πλάϊ στη μάνα μου που με κρατάει αγκαλιά κι έχει δεμένα πίσω τα μαλιά της με μια κορδέλλα κι είναι όμορφη έτσι όπως με κοιτάζει εμένα που πριν λίγες ημέρες δεν ήμουν και τώρα είμαι...
Γυρίζω το κεφάλι μου, με τυφλώνει ο ηλιος, ο αέρας ακόμη με ενοχλεί, προσπαθώ να δω αυτή τη σκιά που με πλησιάζει, είναι ο παππούς μου ο Ανδρέας, ψηλός, αδύνατος, με μάτια ουρανούς καταγάλανους, έχει μόλις γυρίσει από τα περιβόλια με δυο κουβάδες, τον έναν γεμάτο βερίκοκα και τον άλλον αχλάδια, "κοντούλα". Κόβει ένα με το μαχαιράκι του και μου το ακουμπάει στα χείλια.

Σχόλια

  1. ... Ξημερώνει Κυριακή, μη μου λυπάσαι, είναι όμορφη η ζωή, να το θυμάσαι...

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου