Ημερολόγιο Καταστρώματος Α’


Θα γράψω λίγο χύμα, ασύνταχτα, καιρό έχω να το κάνω. Είναι που μου λείπει ο χρόνος και τον αναπληρώνω με ανάσες και διαβάσματα. Είναι τα πάνω κάτω στην πόλη. Οι άνθρωποι που πρέπει να δω και πολύ περισσότερο οι άνθρωποι που θέλω να δω. Η ομάδα μου. Και οι φίλοι. Λίγοι αλλά αγαπημένοι πια. Φίλοι που μου στάθηκαν και ανυπομονώ να ανταποδώσω. Φίλοι που με πήραν τηλέφωνο εκείνα τα άγρια απογεύματα –είναι η μόνη ώρα της ημέρας που με αγριεύει. Κάποτε ήταν μόνο τα απογεύματα της Κυριακής. Με τα χρόνια μίσησα και της Δευτέρας και της Τρίτης και της Τετάρτης. «Κυριακές της Ανορθοδοξίας». Η πρώτη μου απόπειρα να γράψω βιβλίο. Βρήκα τις εκτυπώσεις από το παλιό μου Mac μέσα σε μια κούτα, στη διάρκεια της μετακόμισης την περασμένη εβδομάδα. Δεν είναι πολλές, 60 με 70 σελίδες. Σκέφτομαι πως αν ηρεμήσει λίγο η ψυχή μου θα κάτσω να το τελειώσω. «Να ηρεμήσει η ψυχή μου», αστεία πράγματα. Κοντεύω 45 και δεν ηρέμησε. Είμαι ανεβασμένος στις σκαλωσιές και κάνω τις τελευταίες μαραγκοδουλειές στο «σκαρί» μας. Το βράδυ ράβω πανιά. Οι υπόλοιποι έχουν κι αυτοί πέσει με τα μούτρα. Περιμένουμε να φυσήξει ο άνεμος και να είμαστε εκεί. Δίπλα στη θάλασσα, να τραβήξουμε τις σφήνες και να ξεκινήσουμε. Ούτε πριν ούτε μετά. Ελπίζω να μη χρειαστεί να θυσιάσουμε καμιά Ιφιγένεια ή τουλάχιστον όχι πολλά σφάγια. Αρκετά σφαχτήκαμε εμείς. Μπάστα. Οι «δαίμονές» μας είναι χορτάτοι προς το παρόν. Μονάχα ένας εμένα μου ρίχνει κάτι μαχαιριές πισώπλατες καμιά φορά, όχι τίποτα σπουδαίο, ίσα για να ισιώνω την πλάτη. Στο μεταξύ ετοιμάζω το μικρό ταξίδι στη Σαμοθράκη για το Δημοσιογραφικό Συνέδριο. Δεήσαμε να κουβεντιάσουμε για τα Νέα Μέσα και τα ιστολόγια. Κάλλιο αργά παρά αργότερα. Θα τα πούμε ένα χεράκι κι όποιος καταλάβει κατάλαβε. Μεγάλες ελπίδες δεν έχω. Μεγάλες ελπίδες δεν έχω πια γενικά. Και δεν χρειάζονται. Υπομονή χρειάζεται και αναπνοές. Εισπνοή – Εκπνοή – Χαλάρωση. Τα παιδιά τελείωσαν σήμερα με το σχολείο. Ηταν η πρώτη τους χρονιά και των δύο. Την έβγαλαν παλληκαρήσια. Τα καμάρια μου!!!

Σχόλια