ΚΟΡΑΚΙ: Ενα ποίημα-σταθμός


Το κλασικό ποίημα του Edgar Allan Poe σε μετάφραση Κώστα Ουράνη ως πηγή έμπνευσης του ζωγράφου Χρήστου Αθανασιάδη. (Εκδόσεις ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ)

Η ιστορία που διηγείται το ποίημα είναι απλή, αλλά καθόλου αισιόδοξη: Ένας μοναχικός άνδρας προσπαθεί να ανακουφίσει τον πόνο του από την απώλεια της αγαπημένης του Λενόρας εστιάζοντας τη σκέψη του σε κάποια παλιά βιβλία μιας ξεχασμένης γνώσης. Ένα ελαφρό χτύπημα ακούγεται στην πόρτα του, αλλά όταν την ανοίγει βρίσκει σκοτάδι και τίποτα άλλο. Μέσα σ’ αυτό το σκοτάδι ψιθυρίζει το όνομα της Λενόρας, ελπίζοντας πως έχει γυρίσει η χαμένη του αγάπη, αλλά το μόνο που ακούει είναι μια ηχώ που στέλνει πίσω τον ήχο «Λενόρα».

Το χτύπημα ακούγεται πάλι, πιο δυνατό, στο παράθυρο. Μόλις το ανοίγει, μπαίνει ένα μεγαλόπρεπο μαύρο κοράκι που αμέσως πηγαίνει και κάθεται, σοβαρό κι ακίνητο, πάνω στο κεφάλι της προτομής της Παλλάδας Αθηνάς. Η σοβαρότητα του πουλιού φέρνει στην ψυχή του ένα χαμόγελο, και όταν ρωτά το όνομά του, έκπληκτος το ακούει να απαντά «Ποτέ πια». Καταλαβαίνει πως η απάντηση του πουλιού δεν είναι καρπός σοφίας, αλλά το μόνο που έμαθε από κάποιον δυστυχισμένο για τον οποίο αυτές οι λέξεις φανέρωναν τη μόνη προοπτική της ζωής του.

Καλωσορίζει το κοράκι, αν και εκφράζει το φόβο του πως το πρωί κι αυτό θα φύγει και θα τον αφήσει όπως έκαναν και οι χαμένες ελπίδες του, αλλά εκείνο λέει «Ποτέ πια». Παρότι καταλαβαίνει την παράλογη φύση της ομιλίας του πουλιού, δεν μπορεί να αντισταθεί στο παιχνίδι των ερωταποκρίσεων, και συνεχίζει να του κάνει ερωτήσεις.

Σχόλια

  1. Ένα ποιήμα που μου άρεσε στο Λύκειο τόσο πολύ που το έμαθα απέξω, χωρίς να μας το ζητάει η δασκάλα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου