Σκόρπιες σημειώσεις από την Αθήνα Β'


Πως είναι όταν συναντάς μετά από χρόνια μια πρώην σου που έχετε ζήσει τη μισή σας ζωή μαζί και σκέφτεσαι «πως ήταν ποτέ δυνατόν να ήμουν εγώ μαζί της πάνω από μια μέρα»; Έτσι ακριβώς ένιωσα σήμερα, τέταρτη ημέρα εδώ, για την Αθήνα. Τριανταφεύγα χρόνια μεταξύ Εξαρχείων, Αμπελοκήπων, κέντρου και Χολαργού και απορώ πως έζησα και μεγάλωσα σε αυτή την πόλη. Βέβαια τότε δεν ήταν έτσι, ποτέ δεν ήταν χειρότερα από αυτό που είναι τώρα. Ή μάλλον να το πω αλλιώς: είναι ακριβώς όπως ήταν. Απαράλλακτη επί της ουσίας. Μόνο με ένα πολύ χρήσιμο λαγούμι σκαμμένο στα έγκατά της. Ένα λαγούμι που αντί να της δώσει ανάσες, να την ζωντανέψει, να την απλώσει, να την κάνει πιο φιλική, πιο χαμογελαστή, λειτουργεί σαν το σιφόνι μια πολύ βρώμικης μπανιέρας που ρουφά και ξερνά τυφλοπόντικες. Τόσο κακογαμημένους δεν τους έχω ξαναδεί τους Αθηναίους. Θα μου πεις, μιλάνε και οι καλογαμημένοι του Βορρά, όχι δεν είμαστε, αλλά δεν δείχνουμε και τέτοιο μαράζι. Ολη η πόλη λες και κρατάει σε κάποιον και για κάποιον λόγο μούτρα. Μούτρα μέχρι το πάτωμα. Μούτρα που σέρνονται στις κυλιόμενες σκάλες. Μούτρα στο δρόμο, στα μαγαζιά, στα γραφεία και κόκκινα μάτια, κομμένα.

Ας μην είμαι αχάριστος. Πέρασα και καλά. Πέρασα καλά με το Φώτη και την Κατερίνα που με φιλοξένησαν για μια ακόμη φορά, που έχουν γίνει το σπιτικό μου στην Αθήνα. Καταφέραμε να καθίσουμε για λίγες ώρες μαζί και να τα πούμε, να μιλήσουμε σοβαρά, να κάνουμε τις «μαλακοδρομίες» μας, να γελάσουμε όσο να μην αντέχουμε άλλο. Πρόλαβα να περάσω κι από το σπίτι της μάνας του Φώτη, της Βάσως, στα Γλυκά Νερά και άρχισε να μου διηγείται ιστορίες με εκείνον τον τρόπο που λατρεύω και που με κάνει να την τσιγκλάω να πει κι άλλες, ακόμη ο άντρας της δεν έχει κλείσει χρόνο που πέθανε κι έχει ανάγκη να μιλάει για εκείνον, για τη ζωή τους, για τη Μυτιλήνη. Φοβερή τύπισσα, λεβέντισσα σαν τα παιδιά της.

Πέρασα καλά, την Παρασκευή το βράδυ με τον Νάσσο και τον ξάδελφο. Μπήκαμε μούσκεμα μέχρι το σώβρακο στη Ρένα της Φτελιάς και ζεσταθήκαμε σαν να ήμασταν Αύγουστο βράδυ στη Μύκονο. Τη λατρεύω τη Ρένα. Και όχι απλά τη λατρεύω αλλά είναι η τρίτη γυναίκα, μετά τη γιαγιά και τη μάνα μου που της χρωστώ το ότι μαγειρεύω. Παιδί ακόμη –το «σκατό» όπως με έλεγε και χθες και ντρεπόμουν- την χάζευα να μαγειρεύει στο κουζινάκι της, στη Φτελιά και ξέκλεβα κόλπα. Και τι δεν είπαμε προχθές το βράδυ με τι Ρένα, και τι δε φάγαμε. Μπουκιά και ιστορία από τη Μύκονο του ’70 και του ’80. Εκοβε η Ρένα, έραβε ο Κώστας, πετούσα κι εγώ καμιά βελονιά. Καμιά φορά θα τα γράψω κι εδώ. Είναι πολλά. Από την άλλη δεν ξέρω τι νόημα έχουν όλα αυτά για όσους «γνώρισαν» τη Μύκονο από το ’95 και μετά…

Χθες βράδυ βρέθηκα στη Σκουφά και έφαγα σε ένα γνωστό εστιατόριο της Θεσσαλονίκης Σκουφά και Σίνα (!!!). Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί (μου) το κάνουν αυτό οι φίλοι μου στην Αθήνα. Τι να πω! Το μαγαζί έβλεπε σε ένα ντουβάρι. Στη Θεσσαλονίκη βλέπει πάρκο και Λευκό Πύργο…

Μάλλον είναι ώρανα φεύγω σιγά-σιγά… (Κάνει και τρομερό κρύο και υγρασία εδώ κάτω! Μπρρρρ!)(Επίσης άλλαξε και η ώρα!!!)(Αργήσαμε!!!)

Σχόλια

  1. Δεν άργησες εσύ , οι άλλοι τρέχουν και δεν προλαβαίνουν .
    Άντε ξεκίνα :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Επιτέλους βρέθηκες εσύ να μου δώσεις πάτημα να αφιερώσω και εγώ μερικά post στην πρωτεύουσα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου