Αύγουστος ήτανε...

Ο θείος Αργύρης ήταν φωτογράφος.

Γεννήθηκε, έζησε και πέθανε στο Λέχαιον.

Δεν είχε τελειώσει το σχολείο.

Ταξίδεψε ελάχιστα.

Κυρίως στην Πελοπόννησο, πέντε-έξι φορές στην Αθήνα και μία στη Θεσσαλονίκη για ένα γάμο κάποιου συγγενή μας που τον παρακάλεσε και του έκανε και τα έξοδα να ανέβει. Νομίζω ότι ο γάμος έγινε στην Παναγιά τη Δέξια, στην Καμάρα- είχα δει μια φωτογραφία.

Είχε μια συνήθεια ο θείος Αργύρης. Να ακολουθεί τα αηδόνια.

Από το Απρίλιο μέχρι και τα τέλη Αυγούστου έστηνε καρτέρι στα περιβόλια και στ’ αμπέλια μήπως ακούσει κανένα αηδόνι κι όταν εντόπιζε κανένα καθόταν εκεί νύχτες ολόκληρες και απολάμβανε. Όχι όλα τα αηδόνια, όσα του άρεσαν. Βλέπετε μέσα στα χρόνια κι έχοντας ακούσει εκατοντάδες αηδόνια είχε αναπτύξει κριτήρια και προτιμήσεις, ξεχώριζε τη χροιά, την ένταση, τον τόνο ακόμη και το ύφος της λαλιάς τους. Είχε γίνει αηδονογνώστης και αηδονοκριτικός. Κι όχι μόνο αυτό. Είχε επίσης αναπτύξει ένα δίκτυο πληροφοριοδοτών σε ολόκληρη σχεδόν την Πελοπόννησο από την Κόρινθο μέχρι τη Σπάρτη, από το Κιάτο και το Ξυλόκαστρο μέχρι την Τρίπολη και το Αργος κι από την Πάτρα και την Ολυμπία μέχρι την Μονεμβασιά και τη Μεγαλόπολη, που τον ειδοποιούσαν αν άκουγαν κάτι «καλό».

Ένα μεσημέρι κάποιου Αυγούστου μας βρήκε να παίζουμε στη Ράχη, δίπλα στην εκκλησία. Μας μάζεψε όλη την πιτσιρικαρία, ανίψια του κυρίως αλλά και δύο-τρία άλλα παιδιά του χωριού και μας έσκασε το παραμύθι: «θέλετε να πάμε απόψε να ακούσουμε ένα καινούργιο αηδόνι». Το ξέραμε το χούι του αλλά ποτέ δεν είχε συμβεί να μας ζητήσει να πάμε μαζί του. Μας εξήγησε ότι είναι το καλύτερο αηδόνι που έχει ακούσει στη ζωή του και ότι πραγματικά άξιζε να το ακούσουμε κι εμείς. «Και που είναι αυτό το αηδόνι, θείο;» τον ρώτησε ο Τάκης, ο μεγαλύτερος από εμάς. «Στην Επίδαυρο». Μείναμε ξεροί. «Και πότε θα πάμε εκεί;;». «Απόψε! Μέχρι τα μεσάνυχτα πρέπει να είμαστε εκεί!». «Και πως θα πάμε, πως θα γυρίσουμε νυχτιάτικα;». «Με τα ποδήλατα!!!». Εκεί ήταν που τρελαθήκαμε. Καλά καλά δεν ξέραμε ούτε κατά που πέφτει η Επίδαυρος. Ούτε φυσικά και το πόσο μακριά είναι. Αλλά όπου και όσο να ήταν, με ποδήλατα, ούτε καν με το τρακτέρ; (Αυτοκίνητο δεν είχε ο θείος.) «Ναι, γιατί αν ακούσει μηχανή, έφυγε!».

Δώσαμε ραντεβού για τις 6 το απόγευμα.

Ήμασταν δώδεκα παιδιά. Από επτά μέχρι δεκατριών ετών ο μεγαλύτερος. Εγώ ήμουν 11. Τις επόμενες ώρες τις φάγαμε φουσκώνοντας λάστιχα, λαδώνοντας αλυσίδες και κουδούνια, κάνοντας ακτινολόγηση στις ρόδες, αλλάζοντας μπαταρίες στα φώτα αλλά, κυρίως, ψάχνοντας να βρούμε καλές δικαιολογίες για τους δικούς μας. Βρήκαμε. Τη θεία Ασπασία. Εκεί θα μέναμε το βράδυ. Ο Τάκης πήγε και τις εξήγησε. Στην αρχή έβαλε τις φωνές η θεία. Μετά ηρέμησε. Μίλησε και με τον Αργύρη. Τον απείλησε πως αν πάθει τίποτα κανένα παιδί θα…

Ξεκινήσαμε στις 6 ακριβώς από τα περιβόλια. Εκείνος είχε φορτώσει κι ένα σάκο με εφόδια στο παλιό τεράστιο ποδήλατό του. Στις 7 και κάτι ήμασταν κάτω από τον Ακροκόρινθο.

Τέτοιο ταξίδι, ψυχή μου.

Τέτοιο ταξίδι που ούτε να στο περιγράψω.

Σαν μέσα σε όνειρο.

Το πρώτο μου μεγάλο ταξίδι.

Το πρώτο δικό μου ταξίδι. Ο «πατέρας» όλων των ταξιδιών που έχω κάνει από τότε.

Νύχτωνε για τα καλά όταν μπήκαμε στην δημοσιά για Παλιά Επίδαυρο.

Κανονικά θα πρέπει να είχαμε εξοντωθεί. Μας έσωσαν δύο μήνες ποδηλατικής προπόνησης από την ημέρα που έκλεισαν τα σχολεία και η απίστευτη αίσθηση περιπέτειας στα πιο όμορφα μέρη που είχαμε δει ποτέ μας.

Κόντευαν πια μεσάνυχτα σαν φτάσαμε στο δασάκι έξω από το Ασκληπιείο.

Ο θείος Αργύρης άπλωσε δύο κουβέρτες στο χώμα κι έβγαλε ψωμί, κονσέρβες και νερό. Φάγαμε, ήπιαμε, τα πόδια μας δεν τα νιώθαμε, ξεμουδιάσαμε. Κι ύστερα πιάσαμε τις ερωτήσεις και «τι είναι εδώ» και «τι είναι αυτά τα αρχαία» και… και… και… Ρωτούσαμε και μαθαίναμε. Ρωτούσαμε και γεμίζαμε απορίες και εικόνες και ήχους και μυρωδιές. Τα πιο μικρά κοιμήθηκαν για λίγο. Και ύστερα «σιωπή τώρα. Ησυχία!». Τίποτα δεν ακουγόταν παρεκτός δύο τρία τριζόνια κι ένα γατί κάπου μακριά. Κρατούσαμε ακόμη και την αναπνοή μας. Ακίνητοι σχεδόν. Και τότε ακούστηκε το αηδόνι της Επιδαύρου. Είχαν πολλές φορές ακούσει αηδόνια αλλά τέτοιο πράγμα…

Σαν, ναι, σαν κάποιος να έπαιζε μουσικό όργανο. Ένα κελάηδισμα απίθανα καθαρό, απίθανα γεμάτο, μελωδικό, γλυκό, μακρόσυρτο κι ύστερα στακάτο και πάλι να απλώνει και να μαζεύει και να σταματά μαζί με την καρδιά μας και να ξαναρχίζει. Κοιτούσαμε επάνω ανάμεσα στα δέντρα και νομίζαμε ότι αυτό το τραγούδι ερχόταν κατευθείαν από τα άστρα. Δεν μιλούσε κανείς. Μόνο ακούγαμε. Μόνο…

Θα μπορούσαμε να είχαμε μείνει εκεί για πάντα ή τουλάχιστον μέχρι το ξημέρωμα αν ο ήχος μια μηχανής γκαζοζέν δεν χαλούσε τα πάντα. Λες και ξεχύθηκε η κόλαση να πνίξει αυτό που ζούσαμε. Όταν απομακρύνθηκε και χάθηκε επιτέλους ο ήχος δεν ακουγόταν πια τίποτα. Το αηδόνι είχε σωπάσει. Μάταια περιμέναμε μπας και ξανακουστεί…

Ο θείος Αργύρης σηκώθηκε από το χώμα. «Δεν κάναμε τζάμπα τόσο δρόμο» είπε, «δεν θα μας τα χαλάσει όλα ένα φορτηγό. Ελάτε μαζί μου!». Σηκωθήκαμε κι εμείς. «Τώρα θα πρέπει να σας αποζημιώσω εγώ για τον κόπο σας!». Περπατούσαμε στο σκοτάδι. Δεν ξέραμε που μας πήγαινε μέχρι που φώτισε όλος ο κόσμος μπροστά μας. Μας είχε φέρει στο αρχαίο θέατρο.

Τι να λέμε τώρα;

Αρχίσαμε να ουρλιάζουμε από το θέαμα που αντικρίζαμε. Είχαμε ακούσει κάποια λίγα από τους γονείς μας που ερχόντουσαν μία φορά το χρόνο να δουν παράσταση αλλά αυτό ήταν το κάτι άλλο. Σαν να μας είχαν χαρίσει ολόκληρο διαστημόπλοιο, ολόκληρο αεροπλανοφόρο, ολόκληρο τον κόσμο. Ηταν όλο δικό μας. Μπήκαμε μέσα. Μας έδειξε και καθίσαμε στις κερκίδες, στα θρονιά. «Σσσς! Ακούστε τώρα!» είπε και πήγε στη μέση της σκηνής. Εβγαλε ένα νόμισμα από την τσέπη του και το άφησε να πέσει κάτω. Λες κι έπεσε μέσα στο αυτί μας ήταν. «Λοιπόν είσαστε έτοιμοι να ακούσετε την πιο όμορφη αλλά και την πιο λυπητερή ιστορία της ζωής σας;». Είμασταν. Είμασταν έτοιμη να ταξιδέψουμε ακόμη και μέχρι το Αλφα του Κενταύρου. «Πάμε λοιπόν! Ησυχία!».

Κι εκεί, μια νύχτα του Αυγούστου, δώδεκα παιδιά από επτά μέχρι δεκατριών ετών είδαν να ξεδιπλώνεται μπροστά τους ολόκληρος ο μύθος του οίκου των Ατρειδών καθώς ο θείος Αργύρης, ο φωτογράφος, που δεν είχε τελειώσει το σχολείο, που δεν είχε ταξιδέψει παρά ελάχιστα ακολουθώντας τα αηδόνια απάγγειλε ολόκληρη σχεδόν την Ορέστεια από στήθους…

Είχε πια ξημερώσει για τα καλά όταν ξανανεβήκαμε στα ποδήλατά μας, όταν ξανανεβήκαμε στον αιώνα μας…

Κι είχαμε ήδη μεγαλώσει πολύ εκείνον τον Αύγουστο ακολουθώντας τον θείο Αργύρη…

Σχόλια

  1. Ποίημα καλοκαιρινό!
    Τι ιστορία, μπράβο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Εκλαψα που το διάβασα.Πιο πολύ γι αυτή τη φράση :"Το πρώτο δικό μου ταξίδι. Ο «πατέρας» όλων των "ταξιδιών" που έχω κάνει από τότε".Και δεν μπόρεσα να μη βάλω εισαγωγικά και στα "ταξείδια" με "ει", όπως παλιά. Τέτοιος άνθρωπος υπήρξε και είναι ακόμα ο αδελφός μου, για μένα και για τα παιδιά μου. Μου άνοιξε δρόμους. Είναι μερικοί άνθρωποι που δεν έχουν παιδιά για να έχουν "πατέρα" τα παιδιά που έχουν γονείς.
    Nα είσαι καλά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ΕΙΣΑΙ ΤΥΧΕΡΟΣ ΠΟΥ ΤΟ ΕΖΗΣΕΣ...ΚΑΙ ΑΚΟΜΗ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΠΟΥ ΤΟ ΘΥΜΑΣΑΙ ΚΑΙ ΤΟ ΕΚΤΙΜΑΣ...ΘΑ ΨΑΞΩ ΚΑΙ ΓΩ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου