Στο ΚΤΕΛ ξανά...

ΚΤΕΛ Χαλκιδικής, πρωί Παρασκευής. Ψιλοβρέχει κι ας το έχει γυρίσει και πάλι Βαρδάρης. Η γη καταπράσινη. Μετράω τα λιόδεντρα, στέλνω SMS, «στήνω αυτί» στις κουβέντες των συνεπιβατών μου που μιλούν σε γλώσσες τραχιές και άγνωστες. Η διπλανή μου, μια γυναίκα γύρω στα 60 με χρυσά βραχιόλια στα χέρια, σκουλαρίκια «δάκρυα», χρυσά κι αυτά και παπούτσια πατημένα στις φτέρνες διαβάζει ένα σημείωμα, κάτι σαν οδηγίες με κυριλλικό αλφάβητο και με αριθμούς τηλεφώνων επάνω. Κοσμοφορείο. Κάπου μεταξύ Αζερμπαϊτζάν και Καλικράτειας. Η τηλεόραση παίζει στα μουγκά, ευτυχώς, Αρναούτογλου. Ομορφος κόσμος το πρωί. Χαζεύω έξω. Εκτός παραδομένου κόσμου. Πέραν του ραδιοφώνου που με γειώνει σε κάτι που αμυδρά θυμάμαι. Η Μαίρη Λίντα τραγουδάει το «Πάρε με στο τηλέφωνο» του Χιώτη δεκαετίες πριν η ΝΟΚΙΑ ασχοληθεί με την κινητή τηλεφωνία, τότε που ακόμη έφτιαχνε λαστιχένιες μπότες για Φιλανδούς ξυλοκόπους. Προσέχω τους στίχους:


«Πάρε με στο τηλέφωνο/ λιγάκι να τα πούμε/ και δώς μου ένα ραντεβού/ για να συναντηθούμε / Πάρε με στο τηλέφωνο/ κι απ' το γλυκό σου στόμα/ θέλω ν' ακούσω να μου πεις/ πως μ' αγαπάς ακόμα / Να μην ξεχάσεις μάτια μου / να μου τηλεφωνήσεις/ γιατί να ξέρεις μια καρδιά/ στη μέση θα την σκίσεις /Έστω κι απ' το τηλέφωνο/ στείλε μου τα φιλιά σου/ και με τη φαντασία μου/ θα βρίσκομαι κοντά σου»



Εξαντλώ όλη μου την αυστηρότητα. Στίχοι απίθανης ανοησίας. Ισο-αν-άξιοι με τις σάχλες της Δρούζα ή της Γερμανού. Η μουσική ανάλογη. Κι όμως. Δεν σου πληγώνει τ’ αυτιά. Ισα – ίσα. Σε ηρεμεί. Σε ταξιδεύει. Ο Αρναούτογλου γίνεται Λογοθετίδης. Ασπρόμαυρος. Οι γλώσσες των ανθρώπων κατανοητές. Το δρομολόγιο αλλάζει. Εκδρομή στην Αρετσού. Στο Παλιό Φάληρο. Μπερδεύομαι. Να είναι η απόσταση του χρόνου που δίνει νόημα στην ελαφρότητα του ακούσματος; Να είναι οι μνήμες που ανασύρονται σαν παλιές φωτογραφίες, σαν παλιά μπλοκ ιχνογραφίας από το Δημοτικό; Ο παππούς που το τραγουδούσε τα καλοκαίρια στο μπαλκόνι της Σεβαστουπόλεως, μαζί με ένα «γεια σου Μανώλη, αθάνατε;».



Αγρότες με ΝΑΒΑΡΑ μας προσπερνούν. Αλβανο-γεωργιανά ειδύλλια πλέκονται στη «γαλαρία». Κινητά χτυπούν με την αηδία της «Θεοπούλας». Το τραγούδι αλλάζει. Βοσκόπουλος. Η Ελένη μου θα είχε ήδη σπάσει το παράθυρο και θα είχε πηδήξει στα χωράφια βρίζοντας τον Τόλη, του πλανήτες και το Σύμπαν ολόκληρο. Δεν είναι εδώ.



«Το παιδί που’ναι σκυμμένο στη γωνιά / τυλιγμένο στου καπνού τη καταχνιά /και τα πίνει με το βλέμμα του θολό / μη τ’αγγίξετε κανείς παρακαλώ / Δεν θέλει απόψε άνθρωπο να δει / γιατί έχει κάψες κάψες το παιδί / μια αγάπη που το πρόδωσε του καίει τη ζωή / αφήστε το στη κάψα του να πιει και να καεί / Το παιδί έχει σαράντα πυρετό / και το δάκρυ του φωτιά είναι κι αυτό / και αν κάνει και μια τρέλα δηλαδή / συγχωρήστε το απόψε το παιδί/ Δεν θέλει απόψε άνθρωπο να δει / γιατί έχει κάψες κάψες το παιδί…»



Δεν ξέρω αν κάποτε η λέξη «κάψες» διατηρούσε μια στοιχειώδη σοβαρότητα ή αν ο Βοσκόπουλος κατάφερε να την τραγουδήσει χωρίς να δει να κυλιούνται στα πατώματα από τα γέλια όσοι άκουγαν το τραγούδι (Στίχοι: Ηλίας Λυμπερόπουλος). Μπορώ να το ισοπεδώσω εύκολα. Ολο μαζί. Με πέντε λέξεις. Γίνεται αυθόρμητα. Ξεκινώ να το κάνω όμως το λεωφορείο σταματά απότομα. Οι επιβάτες κατεβαίνουν και γεμίζει φαντάρους. Το δρομολόγιο αλλάζει ξανά. Προς Κόρινθο. Ή Αυλώνα. Εχει νυχτώσει. Επιστροφή στη μονάδα. Ο υποδεκανέας μπροστά μου φαίνεται ότι δεν είναι καλά. Μούσκεμα στον ιδρώτα. Το τιμόνι του οδηγού είναι τυλιγμένο με νάιλον κορδέλα σαν κι αυτή από τις καρέκλες των θερινών κινηματογράφων. Μια γιαπωνεζούλα μου κλείνει το μάτι. Ένα καντήλι με λαμπάκι δίπλα στο ρολόϊ. Κι ένα ημερολόγιο τοίχου. 14 Απριλίου 1968. Ρετσίνα ΜΑΛΑΜΑΤΙΝΑ. Διακοπές στη Σαλαμίνα. Ταβερνάκι στη Δραπετσώνα. Στα Τρίκαλα. Στην Αλεξανδρούπολη. Κι αν τον πρόδωσε κάποια αγάπη τον υποδεκανέα;

Σαν ξέσπασμα ακολουθεί το επόμενο:



«Να πεθάνεις να πεθάνεις, να πεθάνεις /με τα κόλπα, με τα κόλπα που μου κάνεις / Δεν πεθαίνω, δεν πεθαίνω, δεν πεθαίνω / και στο μάτι σου γυαλί-καρφί θα μπαίνω / Να πεθάνεις, να πεθάνεις, να μη ζήσεις / αν εμένα, αν εμένα παρατήσεις / Να πεθάνεις, να πεθάνεις, στα σοκάκια / να σε κλαίνε, να σε κλαίν’τα κοριτσάκια / Να πεθάνεις, να πεθάνεις, Παναγιά μου / να ευχαριστηθεί η καρδιά μου / Να πεθάνεις, να πεθάνεις, Κωσταντίνα /να μας βάλουν και τους δυο μας σ’ένα μνήμα»



Μάρκος. Υποχωρώ ατάκτως. Ναι αν διάβαζα τους στίχους θα έλεγα ότι πάει ντουγρού για τη Γιουροβίζιον μετά επαίνων –αρκεί βεβαίως να δεχόταν να το πει ο Sakis. Κι ας κράζαμε όλοι εμείς σε έντυπα και Blogs για την «αηδία». Κι όμως, κι εδώ συμβαίνει το ίδιο με τα προηγούμενα. Δημιουργούνται τοπία, εμφανίζονται πρόσωπα, μεταβάλλουν το χρόνο και το χώρο, τις θερμοκρασίες και τα βλέμματα. Όχι μόνο σε μένα που υποτίθεται ότι θυμάμαι και που διατηρώ γεμάτα τα συρτάρια μου με κάθε λογής ενθύμια και κιτρινισμένες πληροφορίες. Είχαν συντονιστεί και οι άλλοι. Ελληνες και ξενογενείς.



Κι εδώ είναι που πλέον δεν μου «έβγαινε» η εξίσωση.

Κι εκείνα απλοϊκά και τούτα, τα σημερινά.

Κι εκείνα το ίδιο δημοφιλή και λαοφιλή και τούτα. Των «σκυλάδικων».

Σε τι διαφέρουν;



Με ξυπνάει ένα άλλο Ringtone. Το Everything της Βίσση σε κάποιο Vodafone…



Ένα νεκρό τσόφλι. Φτιαγμένο από το πουθενά με προορισμό το πουθενά.

Αδύναμο να μεταφέρει ακόμη και την ίδια την ύπαρξή του. Πόσο μάλλον το χρόνο. Πόσο μάλλον τους ανθρώπους.

Αντε το πολύ πολύ σε πέντε χρόνια να θυμάσαι ότι όταν βγήκε εσύ μόλις είχες πάρει την 17η συσκευή σου…



Τραγούδια που επενδύουν μια εποχή χωρίς χαρακτηριστικά. Popular αλλά όχι λαϊκά. Με μια ελαφρότητα που δεν ανακουφίζει. Απλώς δεν μπορεί. Γιατί για να μπορούσε θα έπρεπε να υπάρχει κάποιο βάρος ως προϋπόθεση. Είτε του δημιουργού είτε του ερμηνευτή είτε του ακροατή. Κι αυτό δεν υπάρχει. Το βάρος μας το ίδιο έχει γίνει ελαφρύ.



Πλησιάζω στο παρόν…



Κοντεύουμε στη Θεσσαλονίκη. Εμπορικά κέντρα. Η «μπάλα» των τεχνολογιών στη Θέρμη. Κίνηση. Φορτηγά. Το κομβόι με τον Καραμανλή που επισκέπτεται την πόλη. Αστική ζώνη. Σχεδόν μεσημέρι Παρασκευής. Απρίλιος 2006. Η συχνότητα αλλάζει. Τελευταίο τραγούδι για σήμερα:



«Κι αν δε θυμάσαι δεν πειράζει / κάποτε είμαστε μαζί / σ' ένα πορνείο στη Βεγγάζη /που σ' έσωσα απ' τον νταβατζή / Κι αν σε πειράζει ξέχασέ το / δε σου ζητω απλοχεριά / μα όταν αλλάζει ο καιρός πώς με πονάει / του νταβατζή σου, του νταβατζή σου / του νταβατζή σου η μαχαιριά



Κι αν δε θυμάσαι δεν πειράζει/ το αίμα μου έτρεχε καυτό /ειδα τον Χάρο με τα μάτια /και απο θαύμα μόνο ζω / Κι αν σε πειράζει ξέχασέ το /δε σου ζητω απλοχεριά /μα όταν αλλάζει ο καιρός πώς με πονάει /του νταβατζή σου, του νταβατζή σου / του νταβατζή σου η μαχαιριά»



Ο Σφακιανάκης διασώζει και διασώζεται.

Εδώ κάτι πάλλεται ακόμη.

Ναι. Μπορώ να το ισοπεδώσω εύκολα κι αυτό όπως τα προηγούμενα. Ολο μαζί. Με πέντε λέξεις.



Φτάνουμε.



Διατηρώ το δικαίωμα –ελπίζω και τη δυνατότητα- να ξεχωρίζω, ακόμη, τα πράγματα.



Τελικά τα ΚΤΕΛ κάνουν δουλειά!



(Δεν τελειώσαμε! Ειδικά με τον Νότη! Κι ας είμαι από αυτούς που δεν βλέπουν την ώρα να αρχίσει η συναυλία του Barry Adamson απόψε!)

Σχόλια

  1. Ωραίο κομμάτι!

    Η αφέλεια (ή απλοϊκότητα) στους στίχους είναι όντως δυνατόν να παραλληλιστεί. Κάποια άλλα πράγματα όμως, όχι: ο ήχος, το ήθος, το ύφος.

    Αυτά τα τρία, είναι η μέρα με τη νύχτα.

    Οι ρεμπέτες ήταν αγράμματοι άνθρωποι, δεν έγραψαν υψηλή ποίηση. Είχαν όμως τα τρία χαρακτηριστικά που ανάφερα, σε υπερεπάρκεια. Μέσω αυτών επιβεβαιώθηκαν ως φορείς και δημιουργοί πολιτισμού, ενώ οι τωρινοί (αυτοί που ανέφερες) απλώς αναμασάνε μηχανικά άγευστες τσιχλόφουσκες.

    Γι' αυτό, η σύγκριση του Χιώτη ή του Μάρκου με τα σύγχρονα τσόλια, μπορεί να ακουστεί και ως ιεροσυλία: δε βγαίνει συμπέρασμα από τη σύγκριση των στίχων, πρέπει να δούμε "όλο το τραγούδι" και τα συμφραζόμενά του - συνολικά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Kαποτε εκανα κι εγω αυτη τη διαδρομη με το κτελ Χαλκιδικης, ακριβως οπως τα περιγραφεις, απλα χωρις τα ringtones ... το πολυπολιτισμικο κουβαρι ψυχων ηταν το ιδιο... και αυτο δεν ειναι απαριατητα κατι κακο....τελικα οι Ελληνες ειμαστε πολυ πιο ρατσιστες απο αλλους λαους. Με τα χρονια μονο συνηθιζουμε την παρουσια των ξενων διπλα μας, στις δουλειες μας κτλ. Ζω εδω και μερικα χρονια στνην Αγγλια...εδω κι αν βλεπεις ξενους... αλλοθρησκους, εγχρωμους, ασιατες, σχιστοματηδες , λατινοαμερικανους κτλ. η διαδρομη που περιεγραψες, με το κτελ Χαλκιδικης, ομοια με οποιαδηποτε γραμμη των διοροφων λεωφορειων... μονο τα ringtones αλλαζουν !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Tα Κτελ και ο Πολιτισμός Δημόσιας Τάξης, πάσχα στη χώρα του Vodafonakη...

    Καλή μέρα. Ανάσταση, κάθε μέρα, αντέρφια. Γιατί πως αλλιώς να σκαρφαλώσει και να ξεμπουκάρει κανείς από εκεί κάτω;

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου