Lunar Park: Οταν ο ήρωας ξεσκίζει το δημιουργό του

Η σκοτεινή πλευρά της Σελήνης

«Εκλεισα πάλι τα μάτια. Δεν ήθελα να συνεχίσω το γράψιμο. Εγραφα για τον πατέρα μου -γι' αυτήν τη λύσσα, τη μανία του για επιτυχία και καταξίωση, για τη μοναξιά του- που μέσα στο βιβλίο τον παρουσιάζω σαν ένα φανταστικό, κατά συρροή δολοφόνο και δεν είχα καμιά όρεξη να φάω ξανά στη μάπα τον Ρόμπερτ Ελις ή τον Πάτρικ Μπέιτμαν. Πάει πολύς καιρός που έχω εγκαταλείψει πίσω μου όλα εκείνα που έγραφα στα είκοσί μου, για κομμένα κεφάλια, για τις σούπες από αίμα και για γυναίκες που αυνανίζονταν με τα ίδια τους τα παΐδια…».
Ποιος θα μπορούσε να εξομολογηθεί με τέτοιο τρόπο την έστω και στιγμιαία αδυναμία του να συνεχίσει να γράφει;
Ποιος θα παρομοίαζε τον ίδιο του τον πατέρα με σίριαλ κίλερ;
Ποιος άλλος εκτός από το «τρομερό παιδί» της αμερικανικής λογοτεχνίας, τον Μπρετ Ιστον Ελις, συγγραφέα των «Less Than Zero», «The Rules of Attraction», «The Informer», του «Glamorama» και πάνω και πέρα από τα άλλα, του πιο καλτ βιβλίου της δεκαετίας του '90, «American Psycho».
Ποιος Μπρετ Ιστον Ελις όμως;
Ο 41 ετών Καλιφορνέζος συγγραφέας/σελέμπριτι Μπρετ Ιστον Ελις που αγαπούν να μισούν οι κριτικοί, που λατρεύουν τα media;
Ή μήπως ο… 41 ετών Καλιφορνέζος συγγραφέας/σελέμπριτι «Μπρετ Ιστον Ελις», ο κεντρικός ήρωας του «Lunar Park», του τελευταίου μυθιστορήματος του… Μπρετ Ιστον Ελις;
Ο ίδιος ο Ελις δε μας το διευκρινίζει.
Δε διευκρινίζει αν το «Lunar Park», που κυκλοφόρησε πριν από ένα μήνα στις ΗΠΑ, είναι μια αυτοβιογραφία ή μια ακόμη μυθοπλασία από αυτές που μας έχει συνηθίσει, τις γεμάτες κυνικούς, διαστροφικούς ήρωες, επαχθή εγκλήματα, παρακμιακά σκηνικά, οσμές φρεσκοσκαμμένων τάφων, καμένης σάρκας, νεκροτομείων και λουτρών αίματος. Και τότε γιατί έχει δώσει όχι μόνο το όνομά του αλλά και πολλά βιογραφικά του στοιχεία, την επαγγελματική του ιδιότητα, κομμάτια της ζωής του, στον κεντρικό ήρωα του βιβλίου του;
Ισα ίσα, μας τα μπερδεύει λέγοντας από τη μία ότι «όλα μου τα βιβλία είναι λίγο πολύ αυτοβιογραφικά» και από την άλλη προειδοποιώντας μας «πως ό,τι διαβάζει κάποιος σε αυτό το βιβλίο, όσο φριχτό, τρομαχτικό ή ακραίο κι αν του φαίνεται, δε θα πρέπει να ξεχνάει πως έχει συμβεί στην πραγματικότητα, πως κάθε λέξη είναι αληθινή». Υστερα πάλι μας λέει ότι το βιβλίο είναι αφιερωμένο στον αγαπημένο του Στέφεν Κινγκ.
Κι όταν τον ρωτούν πώς είναι δυνατόν ένας φυσιολογικός άνθρωπος να μπορεί να δημιουργεί τόσο κτηνώδεις χαρακτήρες και να κάνει τέτοιες περιγραφές, επιστρέφει το ερώτημα με ένα αφοπλιστικό χαμόγελο: «Τι σας κάνει να πιστεύετε ότι είμαι φυσιολογικός;».
Σίγουρα όχι λιγότερο φυσιολογικός από τον «Ελις» του «Lunar Park», ένα νεαρό και φιλόδοξο συγγραφέα που κλείνεται στο δωμάτιό του με σαράντα δόσεις ηρωίνης, παρακολουθώντας πορνοταινίες με κλειστό τον ήχο, για να γράψει ένα πορνό θρίλερ, που τον πνίγει το γράψιμο, επιτίθεται στον έξω κόσμο οδηγώντας ξεβράκωτος μια φεράρι, κάνει ντους με σαμπάνιες, συμμετέχει σε όργια και συντρώγει με την οικογένεια Μπους στο Λευκό Οίκο, ώσπου μια ωραία ημέρα βρίσκεται οικογενειάρχης σε ένα καθωσπρέπει εξοχικό προάστιο να υπερασπίζεται το ρόλο που μια ζωή σιχαινόταν και πολεμούσε. Και τότε, εκεί, στο φως της «φυσιολογικής» ζωής αναδύεται και πάλι η σκοτεινή πλευρά της Σελήνης και ανοίγουν οι πύλες της Κολάσεως…
Οταν ο «Ελις» -και διαμέσου αυτού ο… Ελις- ξεδιπλώνει μπροστά στα μάτια μας τον κόσμο τους, το «φυσιολογικό» και το «νοσηρό» χάνουν το νόημά τους. Γιατί ο κόσμος τους είναι ο κόσμος των άπληστων γιάπιδων, των ξεσαλωμένων μαρκετίρ, των αποκτηνωμένων χρηματιστών, των φθισικών μοντέλων που καταναλώνουν καθημερινά το βάρος τους σε κόκα και μετά γίνονται ταλιμπάν («Glamorama»), των καλωδιωμένων με δεκαεφτά μπλου τουθ αυτάρεσκων αστών. Είναι όλα αυτά τα «αθώα», υπερχρεωμένα, υπερφορολογημένα παιδιά με τα Prada, τα Lacoste, την αθλητική και τη σκανδαλοθηρική φυλλάδα υπό μάλης που επικοινωνούν μονάχα μέσω sms και που κάτω από την παρφουμαρισμένη με γερές ποσότητες Hugo Boss πανοπλία τους κρύβουν ένα νεροσκούληκο πρησμένο από κόκα κόλα και τζανκ φουντ, μια κάμπια έτοιμη να μεταλλαχθεί σε στέλεχος πολυεθνικής, σε πεταλούδα, σε χρυσαυγίτη, σε γκέι ακτιβιστή, σε διαφημιστή, βιαστή, θαυμαστή της Πέγκυς Ζήνα, «γλάστρα» πρωινάδικου ή σε φιλήσυχο κυρ - Μήτσο αναλόγως κατά πού φυσάει ο άνεμος εντός ή εκτός του κενού κρανίου του. Είναι ο κόσμος των ανθρώπων που είδαμε να πηδούν για να σωθούν από τους φλεγόμενους δίδυμους πύργους σφίγγοντας το filofax στο στήθος, οι ίδιοι που συμμετέχουν στα ριάλιτι, στα «Fear Factor», που παρακολουθούν τους βομβαρδισμούς της Βαγδάτης, το MTV και την καταστροφή της Νέας Ορλεάνης με την ίδια απάθεια, τρώγοντας σούσι, λύνοντας σου ντο κου και ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον «Εκόνομιστ» και στις διακυμάνσεις των τιμών του πετρελαίου. Και οι οποίοι είναι πολύ πιθανόν να έχουν ήδη στη βιβλιοθήκη τους, ανάμεσα στον Γιάλομ, τον Κούντερα και τον Κοέλιο και δύο τρία βιβλία του μέινστριμ/μοδάτου συγγραφέα, κύριου… Μπρετ Ιστον Ελις!
Επηρεασμένος εξίσου από τον Μπέκετ, τον Χέμινγουεϊ, τον Πόε αλλά και τον Στέφεν Κινγκ και τον Ντον Ντε Λίλο και τον Φίλιπ Ροθ, ο Μπρετ Ιστον Ελις έχει αντικρίσει, αλλά το κυριότερο, έχει ζήσει τη «σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού». Εχει κάνει τις βόλτες του στην «απέναντι όχθη». «Ο κόσμος των βιβλίων μου», έχει πει σε μια συνέντευξη στη Λιμπερασιόν, «είναι ο κόσμος. Δεν προσπαθώ να τον διαπλάσω ή να τον παραμορφώσω για κάποιο λογοτεχνικό σκοπό. Είναι αυτός που βλέπω και αυτός που νιώθω».
Κι αυτόν τον κόσμο τον ανατέμνει με τα νυστέρια της γραφής του -με πολύ σαδισμό είναι η αλήθεια- για να ανασύρει όλη τη νοσηρότητα, όλη τη βοθρίλα που κρύβεται από κάτω. Στο τελευταίο του βιβλίο προχωρά ένα βήμα παραπέρα: το μάθημα ανατομίας το κάνει πάνω στον ίδιο του τον εαυτό. Κυριολεκτικά τον ξεσκίζει και μαζί του ξεσκίζει και τον πατέρα του. Το «Lunar Park» είναι ταυτόχρονα ένα πρωτόγνωρο χαρακίρι, όπου ο «σαμουράι» τελικά επιζεί αλλά και μια αρχετυπική πατροκτονία που στο τέλος καταλήγει σε...
Αν η «Αμαρτωλή Πόλη» (Sin City) ήταν η καρτουνίστικη/κινηματογραφική εκδοχή του κόσμου που έρχεται, όπως αυτός θα μοιάζει εξωτερικά, το «Lunar Park» συμπληρώνει την εικόνα με την εσωτερική και ψυχολογική του διάσταση. Ο ίδιος ο Ελις δηλώνει ότι βρίσκεται ήδη εκεί, μεταφορικά και κυριολεκτικά. «Με αυτό το βιβλίο», λέει, «βάζω τέλος σε μια συγκεκριμένη περίοδο της ζωής μου», για να συμπληρώσει: «Αν και φαντάζομαι ότι τα επόμενα χρόνια θα είναι ακόμη χειρότερα».

Σχόλια