Το εκκρεμές του φθινοπώρου



Από τις φλόγες της ΧΑΝΘ στα πανηγύρια του μπάσκετ



Μέσα σε δύο εικόνες της περασμένης εβδομάδας, τόσο διαφορετικές αλλά και τόσο ίδιες μεταξύ τους, μοιάζει να διαγράφεται όλη η λάμψη και όλη η παθογένεια της εποχής μας.
Δύο εικόνες τραβηγμένες στο ίδιο σημείο της Θεσσαλονίκης, σε ελάχιστα διαφορετικές ώρες της ημέρας. Η πρώτη στο πάρκο της ΧΑΝΘ, νωρίς το απόγευμα της Πέμπτης 22 Σεπτεμβρίου, η δεύτερη στο Λευκό Πύργο, αργά το βράδυ της περασμένης Κυριακής.
Και στις δύο πρωταγωνιστής το μέγα πλήθος.
Κι ένα εκκρεμές.
Το εκκρεμές της ζωής του καθενός μας ξεχωριστά αλλά και όλων μαζί.
Ενα εκκρεμές που μέσα σε λίγα 24ωρα κινήθηκε από το ένα άκρο στο άλλο. Από την πυρκαγιά που κατέτρωγε ένα από τα αρχιτεκτονικά -και όχι μόνο- σύμβολα της Θεσσαλονίκης σε έναν εθνικό θρίαμβο όπως αυτός της κατάκτησης του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος από την εθνική μας ομάδα στο μπάσκετ. Από τη φρικτή λάμψη της φλόγας που καταστρέφει το θέατρο «Αυλαία», στην πανηγυρική, ευφρόσυνη λάμψη του χρυσού κυπέλλου.
Η κάθε εικόνα ξεχωριστά διατηρεί τη δική της αυτοτέλεια, το δικό της νόημα, τη δική της λογική. Ναι, είναι λογικό να μαζευτούν εκατοντάδες άνθρωποι για να δουν τι κακό συμβαίνει στο κέντρο της πόλης τους. Είναι επίσης λογικό εκατοντάδες άνθρωποι να πανηγυρίζουν μια σπάνια νίκη για τα «ελληνικά χρώματα». Προς τι το παραξένεμα;
Ας σημειωθεί ότι τα δύο συμβάντα, τα πιο πρόσφατα μιας μακράς ακολουθίας ανατρεπτικών γεγονότων που έχουν κάνει το εκκρεμές της εποχής μας να κινηθεί στα απώτατα άκρα του, ήσαν αναπάντεχα, απρόσμενα, ανέλπιστα. Αρα ανατρεπτικά.
Η πτώση του αεροπλάνου στο Γραμματικό, ο τυφώνας «Κατρίνα», η πετρελαϊκή κρίση τους τελευταίους μήνες. Οι εκατόμβες του Μαλιακού, τα εκκλησιαστικά σκάνδαλα, η πρωτιά στη Γιουροβίζιον αλλά και το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου, οι Ολυμπιακοί Αγώνες, το σκάνδαλο Κεντέρη - Θάνου, πέρσι. Μέσα σ' ένα χρόνο -διάστημα αμελητέο ακόμη και για τη σύντομη ζωή ενός ανθρώπου, πόσο μάλλον για την ιστορία ενός έθνους- το εκκρεμές κινήθηκε, όχι μια φορά, από τον ένα άκρο στο άλλο. Από την απελπισία στη μανική χαρά. Από τον τρόμο στην ευδαιμονία. Από τη φρίκη της εικόνας στην απόλαυση της οπτασίας.
Και πάλι όμως πού το παραξένεμα; Αυτή δεν είναι η ζωή;
Εκείνο που πρέπει να παραξενεύει είναι η ταχύτητα που έχει αναπτύξει αλλά και το «άνοιγμα» στο εκκρεμές του βίου μας. Εκείνο που πρέπει να ανησυχεί είναι το πόσο θα αντέξουμε να διανύουμε τέτοιες αποστάσεις, να βιώνουμε τέτοιες ανατροπές εντός κι εκτός μας. Εκείνο που πραγματικά με τρομοκρατεί είναι μια μικρή, κοινή λεπτομέρεια και στις δύο εικόνες: το πλήθος παρατηρεί χωρίς να δρα.
Στη μεν πυρκαγιά της ΧΑΝΘ χαζεύει, απελπίζεται, καλύπτει την περιέργειά του και φωτογραφίζει με τα κινητά. Είναι όμως αδρανές κι αυτή του η αδράνεια δεν είναι διόλου ακίνδυνη: παρεμποδίζει το έργο των πυροσβεστών και της Αστυνομίας. Από τύχη δε γίνεται επικίνδυνη για το ίδιο. Από τύχη δεν ξεκολλά η μαρκίζα του κτιρίου ή δε γίνεται μια έκρηξη για να θρηνήσουμε δεκάδες…
Από την άλλη πλευρά, η ακινησία μπροστά στην οθόνη είναι δεδομένη, γίνεται μάλιστα πιο αξιοπρόσεκτη συγκρίνοντάς την με την ταχύτητα του συγκεκριμένου αθλήματος. (Χρονομέτρησε κανείς την ταχύτητα αντίδρασης των θεατών στο τρίποντο-ανατροπή του Διαμαντίδη;) Μια ακινησία που δίνει τη θέση της σε ένα ξέσπασμα χαράς. Οχι όμως στην ουσιαστική δράση, η οποία, όπως και τα αποτελέσματά της, χρεώνεται αποκλειστικά στους παίκτες που έπαιζαν μέσα στο γήπεδο. Το να χοροπηδάς πάνω κάτω φωνάζοντας «ολέ, ολέ, ολέ» δε λογίζεται για δράση. Ούτε το να κάνεις κύκλους γύρω από μια πλατεία με το μηχανάκι. Μην παρεξηγηθούμε: ουδείς ο ψόγος για το δικαιολογημένο πανηγυρισμό. Παρατηρούμε το πώς το πλήθος παρατηρεί το εκκρεμές τώρα και όχι καθεαυτό το παιχνίδι.
Το πλήθος δείχνει να έλκεται από την ανατροπή και να προσαρμόζεται αναλόγως. Ομως δεν κινείται, παρά μόνον ως έρμαιο της τύχης, ως θεατής μιας δράσης στην οποία δε συμμετέχει και την οποία δεν μπορεί να επηρεάσει ούτε αποτρεπτικά, στην περίπτωση της φωτιάς, ούτε συμβάλλοντας, στην περίπτωση του αγώνα. Απλώς παρατηρεί. Η κίνηση του εκκρεμούς, επαναλαμβανόμενη μάλιστα από τα Μέσα, το μεθά ή το υπνωτίζει. Διαστέλλει το φαντασιακό του, το φορτίζει συναισθηματικά αλλά δεν το κινητοποιεί.
Κανείς μας ουσιαστικά δεν αναρωτιέται το πώς και το γιατί της αναπάντεχης καταστροφής ή της ανέλπιστης νίκης. Οι εξηγήσεις των αρμοδίων, των ειδικών, των πρωταγωνιστών χάνονται στο περιθώριο της εικόνας. Η κίνηση του εκκρεμούς μένει, επί της ουσίας, αδικαιολόγητη, ανεξιχνίαστη. Γι' αυτό κι ελάχιστα λεπτά μετά ξεχνιέται, καθώς οι πάντες επιστρέφουν προς το σημείο ισορροπίας: το επόμενο τηλεοπτικό πρόγραμμα, την επόμενη μέρα δουλειάς, τον επόμενο λογαριασμό του ΟΤΕ, το επόμενο κορνάρισμα στο φανάρι, την επόμενη είδηση…
Το στόμα που λίγο πριν είχε γεμίσει «Ελλαδάρα» μένει με μια πικρή επίγευση για ένα, δύο ή δεκαοχτώ χρόνια.
Οταν έρθει πάλι η «κακιά στιγμή», το ίδιο στόμα θα φωνάξει «δεν υπάρχει κράτος», «δεν υπάρχει έλεος» ή θα μείνει αιδημόνως κλειστό, αποδεχόμενο σιωπηλά τη σκληρή πραγματικότητα.
Κι όμως, σε αυτό το ενδιάμεσο φθινοπωρινό ή ανοιξιάτικο διάστημα ανάμεσα στο ακραίο σκοτάδι και την ακραία λάμψη, ανάμεσα στην κατάθλιψη και το θρίαμβο, υπάρχει η ευκαιρία του στοχασμού και της περισυλλογής. Υπάρχει η ευκαιρία να πάψουμε να είμαστε έρμαια τύχης κακής ή αγαθής, να πάψουμε να είμαστε μόνο «για τα πανηγύρια» και να γίνουμε δρώντα υποκείμενα της ίδιας μας της ζωής. Κοινής και ατομικής.

Καλό φθινόπωρο!

Σχόλια

  1. η απάθεια, ομού με την αγένεια και τη βλακεία, με αποδυναμώνει σε βαθμό παραλυσίας στη σύγχρονη Ελλάδα. κατά τ' άλλα ... "it' s a bitter-sweet symphony, that' s life". πάντα έτσι ήταν, πάντα έτσι θα ναι. αγαπητέ, ναφτίλε. αυτά που λες...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Εξαιρετικό διάβασμα της ελληνικής (και πιό συγκεκριμένα της θεσσαλονικώτικης) ψυχοσύνθεσης απέναντι στα μεγάλα και τα σημαίνοντα. Η οπτική (αλλά και οι αναφορές σε εκκρεμή) μου θύμισε κάτι που είχε γράψει ο Eco για τα επίπεδα δράσης στον αθλητισμό, και σε όλα τα δημόσια "αγωνίσματα" γενικά.

    Btw, κατέβηκα μεν στον Λευκό για τα πανηγύρια, αλλά η ίδια σκέψη περνούσε απ' το μυαλό μου και δεν τόλμησα να περάσω μπροστά από τη ΧΑΝΘ εκείνο το βράδυ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου