Πέστο κι ας πέσει χάμω

Εχει καταντήσει σπάνιος ο καλός ο λόγος. Κι όταν καμιά φορά ακουστεί, πνίγεται στις ιαχές, στις επικρίσεις, στη χολή, στην δίκαιη ή άδικη οργή, στις ύβρεις, στο σαρκασμό, στις ειρωνείες. Συνηθισμένοι να ελέγχουν –υποτίθεται- οι δημόσια γράφοντες τις κάθε λογής εξουσίες, σπανίως βρίσκουν χώρο για μια καλή κουβέντα. Με τον καιρό ο έλεγχος πέρασε και στους πέριξ της εξουσίας και στους υποψήφιους εξουσιαστές και σε ο,τι και όποιον θεωρείται «εξουσία». Και καλώς. Αυτός είναι ένας από τους ρόλους των δημοσιογράφων. Δεν είναι ο μόνος, όμως, ρόλος. Εχουν –ή θα έπρεπε να έχουν- κι άλλους: να αναζητούν διαμαντάκια στις λάσπες, να φέρνουν (και) τα καλά νέα στην Πόλη, να ξεχωρίζουν τα χλωρά απ’ τα ξερά, να φωτίζουν τα πρόσωπα που αξίζουν το φως…

Κι έτσι το σκηνικό των Μίντια –εκτός από διαπλεκόμενο- έγινε μονίμως χολερικό και σκατόψυχο, να μην χρωστά του αγγέλου του νερό!

Εσχάτως τα πράγματα έγιναν ακόμη χειρότερα καθώς οι πρωταγωνιστές της εξουσίας έμειναν στο απυρόβλητο από την μεγάλη πλειοψηφία των «γραφιάδων» που βγάζουν τα απωθημένα τους στους πέριξ αδύναμους κρίκους…

Γι αυτό και είναι ξάφνιασμα ευχάριστο τα δύο κείμενα που διάβασα την Κυριακή στις εφημερίδες. Το ένα για μια αναπάντεχα λαμπερή παρουσία και το άλλο για μια αποχώρηση.

Ο Ευγένιος Αρανίτσης για την Αντζελα Γκερέκου και η Κάκη Μπαλή για τον Γιόσκα Φίσερ.

Κείμενα γενναιόδωρα για δύο πολιτικά πρόσωπα που η ευκολία του δημόσιου λόγου τα χρησιμοποιεί ως σάκους του μποξ. Πρόσωπα όχι αψεγάδιαστα αλλά γι αυτό ενδιαφέροντα όταν πίσω από τα ψεγάδια, τις μάσκες, τις σκοπιμότητες, τον βίο και την πολιτεία τους, το έμπειρο βλέμμα του Δημοσιογράφου ανακαλύπτει και κατόπιν αναδεικνύει ευγενή χαρακτηριστικά, ποιότητες σπάνιες, στιγμές που δεν λειτουργούν ως βαρίδια στην κινούμενη άμμο στην οποία βουλιάζουμε όλοι, αλλά ως μικρά σωσίβια, καλαμάκια για να παίρνουμε ανάσες κάτω από τον βούρκο του μιντιακού έλους…


Τα παραθέτω ολόκληρα και τα δύο:



Η πολιτική μετά τον Γιόσκα

Της Κάκης ΜΠΑΛΛΗ
"Πριν από είκοσι χρόνια άλλαξα την ελευθερία με την εξουσία. Τώρα θέλω την ελευθερία μου πίσω". Ο Γιόσκα Φίσερ ήταν πάντα ικανός για τη μεγάλη έκπληξη και το απέδειξε άλλη μια φορά αυτή την εβδομάδα, δύο μέρες μετά τις εκλογές - γρίφο στη Γερμανία. Το "παραλυμένο" από το σοκ της κάλπης Βερολίνο συγκλονίστηκε συθέμελα από το αναπάντεχο αντίο του "πατριάρχη" των Πράσινων, από την απόφαση του υπουργού Εξωτερικών να πάει σπίτι του, αντί να διεκδικήσει ένα αξίωμα στην κοινοβουλευτική ομάδα ή στο προεδρείο του κόμματός του. Το μόνο "παραθυράκι" που άφησε ο Φίσερ ανοιχτό είναι να γίνει υπουργός σε μια κυβέρνηση Σοσιαλδημοκρατών -Πράσινων- Φιλελευθέρων, αλλά φάνηκε να μην πιστεύει σ' αυτό το σενάριο.
Εχθροί και φίλοι έμειναν με το στόμα ανοιχτό και πριν αρχίσουν τις προσπάθειες ερμηνείας της κίνησης του Φίσερ έσπευσαν να του υποβάλουν τα σέβη τους. Ο παλιότερος φίλος του στην πολιτική, ο ευρωβουλευτής Ντάνιελ Κον Μπεντίτ, χαρακτήρισε "συνεπή" τη στάση του Φίσερ, καθώς αφενός "υπάρχει για τον Φίσερ μια ζωή πέρα από το ναρκωτικό της πολιτικής", αφετέρου "υπάρχει και για τους Πράσινους μια ζωή μετά τον Φίσερ".
Με την απόσυρση του Γιόσκα Φίσερ από την πρώτη γραμμή –βουλευτής θα παραμείνει προς το παρόν, αλλά "στα πίσω έδρανα", όπως ξεκαθάρισε- τελειώνει μια εποχή στην γερμανική πολιτική. Κανείς πολιτικός μετά τον Ρούντι Ντούτσκε και τον Βίλι Μπραντ δεν είχε τόσο μεγάλη επίδραση στη γενιά του '68 και στη μη δογματική αριστερά στη Γερμανία όπως ο μαχητής των οδοφραγμάτων από τη Φραγκφούρτη, ο πρώτος Πράσινος υπουργός στον πλανήτη, ο πρώτος υπουργός με αθλητικά παπούτσια. Από την ημέρα που προχώρησε στην πρώτη κυβερνητική συμμαχία με τους Σοσιαλδημοκράτες –στο κρατίδιο της Έσσης το 1985- μέχρι σήμερα ο Φίσερ σφράγισε την πορεία των Πράσινων και το πολιτικό σκηνικό της μεταπολεμικής Γερμανίας. Κι επειδή είναι μόλις 57 χρόνων κάποια στιγμή μπορεί να τον ξαναβρούμε μπροστά μας, στη Γερμανία, στις Βρυξέλλες ή στη Νέα Υόρκη. Ο Φίσερ μπορεί να κάνει τα πάντα, εκτός από το να γίνει Πάπας, όπως μπορεί να είναι και οριστικό το αντίο του στην ενεργό πολιτική. Ο χαρισματικός, πραγματιστής, αλαζόνας, μαχητικός και πεισματάρης Γιόσκα, ο άνθρωπος που δίχως απολυτήριο λυκείου έγινε ένας από τους πιο σημαντικούς διπλωμάτες του πλανήτη, ο αντιεξουσιαστής που έγινε άριστος τεχνικός της εξουσίας, ο επικεφαλής ενός ειρηνιστικού κόμματος που συναποφάσισε τον βομβαρδισμό της Γιουγκοσλαβίας, ο άνθρωπος που πήρε το ακυβέρνητο καράβι των Πράσινων και το έκανε σημαντική πολιτική δύναμη, αποφάσισε να ξαναβρεί την ελευθερία του αλλά και να τη χαρίσει στο κόμμα του.
Τώρα οι Πράσινοι μπορούν να κινηθούν απελευθερωμένοι από τη βαριά σκιά του πατριάρχη, να αναδείξουν νέα ηγεσία. Μπορούν να ανασυνταχθούν και να ανανεωθούν στην αντιπολίτευση ή ακόμα και να τολμήσουν ένα νέο κυβερνητικό πείραμα. Σίγουρα, όμως, ο Γιόσκα θα τους λείψει. Κι όχι μόνο σ' αυτούς.


Αντζελα Γκερέκου



του Ευγένιου Αρανίτση


Στις 4 Σεπτεμβρίου 2005, η Αντζελα Γκερέκου, βουλευτής και ηθοποιός, προήδρευε στη συνεδρίαση της Βουλής των Εφήβων, ηρωικά απτόητη από το γεγονός ότι τίποτα εκεί πέρα δεν θύμιζε ούτε Βουλή ούτε έφηβους, κι εγώ συνέλαβα τον εαυτό μου να τη θαυμάζει. Χωρίς υπεροψία, η Αντζελα απολάμβανε το γεγονός ότι η εκπομπή τής παραχωρούσε μια πριγκιπική ευκαιρία ώστε να εκπέμψει για λίγο τις ριπές ενός απόκοσμου αντιφεγγίσματος. Στον ουράνιο χάρτη των τηλεοπτικών ανακατατάξεων, το άστρο της διέγραφε μπροστά μου την πτωτική του καμπύλη σαν σπινθηρίζον μετέωρο, ωστόσο η ίδια η πρωταγωνίστρια μεσουρανούσε πιο πειστική από ποτέ.
Πράγματι, ήταν ανέλπιστα ήρεμη και λαμπερή όπως ένα αντικείμενο από έβενο, ενώ οι αποχρώσεις του φθινοπώρου έσβηναν στο δέρμα της με μιαν ηχώ από τους όμορφους κήπους της ιδιαίτερης πατρίδας της, όπου η γλυκύτητα των διαβαθμίσεων διατηρούσε ανέκαθεν έναν τόνο ριζικά φιλειρηνικό. Η γοητεία της αυτή δεν ήταν εξεζητημένη ούτε λιπόθυμη, απεναντίας ισορροπούσε σε κάτι ενδόμυχο. Υπήρχε εδώ ο υπαινιγμός μιας θετικής βεβαιότητας για τη λύση όλων των αδικιών του κόσμου, ένα περίσσευμα γνήσιων καλών τρόπων που επιβίωσαν από την ένταση ανάμεσα στην άσκηση των πλεονεκτημάτων της εμφάνισης και στη λογική, σαν η Αντζελα να ήταν η ενσάρκωση των απαντήσεων που θα έδινε σε όλα μαζί τα ανθρώπινα αινίγματα μια καλή νεράιδα. Εχοντας θηλάσει ένα τέτοιο γάλα, πρόβαλλε άτρωτη και ταυτόχρονα θελκτική.
Ή, πιθανόν, θελκτική ακριβώς επειδή ήταν άτρωτη μ' έναν τηλεοπτικά πρωτοφανή υπολογισμό των χειρισμών της αξιοπρέπειας. Ετσι η έλξη που ασκούσε στον περίγυρο, εννοώ η γυναικεία έλξη, ήταν μια δόνηση δίχως βία ή διφορούμενους ερεθισμούς, μια έλξη που, μολονότι ισχυρή, δεν μείωνε την πνευματική διαύγεια των ανδρών ψηφοφόρων, λες και το σεξ απίλ, για πρώτη φορά στην ιστορία του Κοινοβουλίου μας, είχε απορροφηθεί εντελώς από το στιλ της προσωπικότητας. Εδειχνε να είναι μια γυναίκα ικανή να αντλεί κύματα θερμού αέρα από τον μηδενικό μαγνητισμό του περιβάλλοντος.
Για να το πούμε αλλιώς, δεν διαπίστωνες την παραμικρή σχέση με την Ελενα Κουντουρά της Ν.Δ., που η ψυχρή και ρηχή ομορφιά της μιμείται την ανταύγεια μιας οποιασδήποτε κατασκευής από πολυουρεθάνη, ενώ το νεκρό της βλέμμα μιλάει για τις πιο επίπεδες συμβάσεις του μυκονιάτικου lifestyle. Ανάμεσα στη Μύκονο και στην Κέρκυρα, αναδυόταν τώρα μια αρχοντική διαφορά και η Γκερέκου ήταν ο τοποτηρητής της. Η φωνή της, κατά τις ψηφοφορίες, φωνή καθαρή και απαλή, φωνή αγνή θα έλεγε κανείς, με μιαν ευχάριστη δόση από ευωδία μανταρινιού, επαναλάμβανε τονίζοντας μουσικά δυο χαμηλόφωνες φράσεις. Ελεγε κάπως αργά: «Οσοι συμφωνούν να σηκώσουν το χέρι τους...» και μετά: «Οσοι διαφωνούν να κάνουν το ίδιο...» και ύστερα ξανά και ξανά. Θα ευχόσουν να συμφωνείς με όλες αυτές τις παλαβομάρες για να μην τη στεναχωρήσεις.
Εν ολίγοις, συμπέρανα, όχι λιγότερο έκπληκτος, ότι αυτή η συγκεκριμένη Αντζελα ήξερε να μιλάει με μια φωνή που διέψευδε τον αηδιαστικό ναρκισσισμό του τηλεοπτικού συστήματος, φωνή απαλλαγμένη από την αγυρτεία της κυνικής προκλητικότητας των επωνύμων, σχεδόν καλοσυνάτη. Γεγονός αξιοσημείωτο αν σκεφτεί κανείς το άθροισμα των ψευδών δηλώσεων που πρέπει να επωμιστεί ένα πρόσωπο αφοσιωμένο στην πολιτική όσο και την κοσμική ζωή, για να μην πούμε και για την καλλιτεχνική. Επρόκειτο για τη φυσική συχνότητα μιας φωνής που πήγαζε από τα μονοπάτια ενός ευτυχισμένου παιδικού παρελθόντος και μιας απονήρευτης αφοπλιστικής νοσταλγίας για τα ζωάκια της αυλής και τα βατόμουρα.
Επιπλέον, είχε τις πιο καθαρές και καλλιεργημένες φωνητικές χορδές σε ολόκληρο το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Δεν ξερόβηξε ούτε μία φορά. Και, περιέργως, δεν παρασύρθηκε να φορτίσει τον αέρα με τους θηλυπρεπείς ακκισμούς που υποτίθεται ότι αντισταθμίζουν το άγχος, εκτός κι αν κάποιος υπεύθυνος για ζητήματα μάρκετινγκ είχε τη μικροψυχία να διαμαρτυρηθεί βλέποντάς την να φέρνει τα μαλλιά της πίσω απ' το αφτί με τη στερεότυπη κίνηση του δεξιού της χεριού, σαν μαθήτρια Γυμνασίου. Εντούτοις, μια χροιά αμηχανίας δεν έβλαπτε ανεπανόρθωτα το κενό πνεύμα των τηλεοπτικών διαδικασιών, τουλάχιστον στο βαθμό που το Αγαπάτε αλλήλους δανειζόταν κάτι από το άρωμα της Σανέλ δίχως να παραβιαστούν τα προσχήματα.
Τέλος, τα τέσσερα ή πέντε μικρά σαρδάμ με τα οποία θα την χρέωναν οι αυστηρότεροι προέκυψαν σαν συμπαθητικές λοξοδρομήσεις του λόγου προς τα εκεί όπου το ασυνείδητο παρενοχλούσε τη θηλυκότητα του εγώ της. Αντίθετα απ' ό,τι θα έκανε φέρ' ειπείν η Ντόρα Μπακογιάννη, η οποία θα απέφευγε επί ποινή θανάτου τα σφάλματα του λόγου καταπίνοντάς τα σαν κορόμηλα, η βουλευτίνα μας τα εκμεταλλεύτηκε αναγνωρίζοντάς τα, αυθόρμητα, σαν παιγνιώδεις αποδείξεις του δικαιώματος σε μιαν αδεξιότητα καθ' όλα μη επιλήψιμη και αντιτιθέμενη στην πόζα της απειλούμενης πολυμάθειας των διασήμων, οπότε αυτά ενεπλάκησαν ατιμωρητί στον ορισμό της ζωντάνιας. Ετσι, η έμμεση πρόσκληση του γυναικείου της εαυτού στην περιοχή της τρυφερότητας αντηχούσε ενισχυμένη.
Ξαφνικά, η Γκερέκου έμοιαζε τόσο αξιαγάπητη ώστε ένιωσα να σοκάρομαι. Ονειρεύτηκα ότι είχα τη δύναμη να κουβαλήσω τη συσκευή της κωλοτηλεόρασης στο δρόμο και να την αφήσω στα σκουπίδια. Σε πείσμα της εμπειρίας που είχα πιστώσει στον εαυτό μου και η οποία ήταν ζυμωμένη με την αμετακίνητη απέχθεια για όλες τις φάρσες του φαίνεσθαι, συνειδητοποιούσα πόσο βαθιά είχε αφομοιώσει αυτή η γυναίκα τα μαθήματα ιδιοσυγκρασίας πάνω στη σκηνή, όπου μια φορά κι έναν καιρό θα είχε μάθει ότι όφειλε κανείς να χαλιναγωγεί την τάση για θεατρινισμούς και όπου το κρυφό όνειρο μιας πιο διανοουμενίστικης παρουσίας στην επικαιρότητα θα πρέπει να της είχε κάψει, με τη φλόγα του, τις βλεφαρίδες, πριν η πλάστιγγα γείρει οριστικά προς τα βελτιωτικά της εμφάνισης. Τεχνητές βλεφαρίδες ή όχι, λίγο μετρούσε εν προκειμένω, γιατί η Αντζελα συνέπιπτε με μια κυρία που ενσάρκωνε το είναι της με εντιμότητα. Ηταν αυτό που οι λαϊκοί αστέρες της δεκαετίας του '60, σαν τον Βοσκόπουλο, που κύριος οίδε πού πήγε και τον βρήκε, προσφωνούσαν ειδικά με την περίφημη εκείνη λέξη -«κυρία»-, δηλαδή κυρίαρχη όλων των ανοιχτών οχυρώσεων που τίθενται αυτομάτως υπό πολιορκίαν όταν είσαι γυναίκα.
Εννοείται ότι έχω πάψει, εδώ και αιώνες, να διακρίνω το ελάχιστο ενδιαφέρον στο ύφος των πολιτικών, όλων ανεξαιρέτως, πόσο μάλλον στην αδαμαντίνη των μειδιαμάτων του τηλεοπτικού θεάματος, όπου το φθόριο έχει δώσει τις πιο πληκτικές μάχες για την καταπολέμηση της ψυχικής τερηδόνας κι έτσι οι πάντες διαθέτουν τον αναπόσπαστο πανομοιότυπο κύκλο εμπιστοσύνης τους, σαν ψηφιακό φωτοστέφανο. Ως εκ τούτου, υποχρεώθηκα να μελετήσω για ώρα αυτή τη γυναίκα ώστε να εξακριβώσω σε τι οφειλόταν η παραίσθηση ενός τόσο εντυπωσιακά ενάρετου και κομψού εκτοπίσματος. Δεν βρήκα τίποτα. Που σημαίνει πως υπάρχουν πολλά ακόμη να ερευνηθούν σχετικά με τη βιοχημική επιρροή του τηλεοπτικού μέσου. Ξαναπιάνουμε δουλειά.

7 - 25/09/2005

Σχόλια