Oταν (συν)ομιλούν οι ποιητές

«Σ' αυτούς τους μίζερους καιρούς οι ποιητές υπάρχουν για να λένε ότι οι καιροί είναι μίζεροι πρώτον, για να ψέγουν την παθητικότητα, δεύτερον και τρίτον, για να υψώνουν το χιούμορ στη δύναμη εκείνη που το κάνει να κλονίζει τα παραδεδεγμένα, ν' ανοίγει χαραμάδες προς την αλήθεια, και να μας προτρέπει να το γλεντάμε εντωμεταξύ».
Νίκος Καρούζος


«33X3X33 – ποιήματα, δοκίμια, θραύσματα» του e.e. cummings (Μετ. Χάρης Βλαβιανός εκδ. ΝΕΦΕΛΗ - 2004), «Μαύρο φως – Ποιήματα εις μνήμην Γιώργου Σεφέρη» του Richard Burns (Μετ. Νάσος Βαγενάς, Ηλίας Λάγιος εκδ. ΤΥΠΩΘΗΤΩ, 2005, σελ. 68), «Παστερνάκ – Τσβετάγιεβα – Ρίλκε η αλληλογραφία των τριών» (Μετ. Σταυρούλα Αργυροπούλου, Γιώργος Δεπάστας εκδ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2005, σελ 396).

Τρεις διαφορετικές εκδόσεις –ποιητικές συλλογές τα δύο πρώτα, δημοσίευση επιστολών το τρίτο–, ένα λογοτεχνικό φαινόμενο: η συνομιλία μεταξύ ποιητών. Μια συνομιλία, που διεξάγεται είτε μέσω της μετάφρασης- μεταγραφής- μεταφοράς (nachdichten στα γερμανικά) των ποιημάτων ενός ποιητή από άλλον είτε μέσω της έμπνευσης από ένα ποίημα, που δημιουργεί νέα ποιήματα είτε μέσω της απλής –μέσω αλληλογραφίας– επικοινωνίας. Και στις τρεις περιπτώσεις το αποτέλεσμα είναι απολαυστικό για τους λάτρεις της ποίησης και ταυτόχρονα πολυδιάστατο. Απολαυστικό γιατί, πέραν αυτής καθαυτής της ανάγνωσης των ποιημάτων και του κειμένου, αισθάνεσαι πως σου δίνεται η δυνατότητα να εισχωρήσεις σε ένα εργαστήρι αλχημιστών της ποίησης, σε έναν τόπο όπου γεφυρώνονται οι αποστάσεις μεταξύ γλωσσών, γενεών, εποχών και σχολών τέχνης, έναν τόπο συνάντησης αγγέλων. Πολυδιάστατο, διότι βαδίζοντας στα χνάρια των ομοτέχνων τους, οι ποιητές στην ουσία διανύουν «άλλη μια φορά ολόκληρο το δρόμο που έχουν περπατήσει», αλλά και γιατί ταυτόχρονα φωτίζεται ένα μεγάλο μέρος από το ψηφιδωτό της κάθε εποχής μέσα στην οποία γεννήθηκε το κάθε ποίημα.



=================
ΑΥΤΟ ακριβώς κάνει ο ποιητής Χάρης Βλαβιανός (1957- ) με τα ποιήματα- δοκίμια- θραύσματα, που ο ίδιος επέλεξε, προσφέροντάς μας το «33X3X33», χωρίς να κρύβει ούτε στην εισαγωγή ούτε –πολύ περισσότερο– στην ίδια τη μετάφραση τη βαθύτερη σχέση που τον συνδέει με την ποίηση του cummings. Σχέση, που ξεκινά στα πρώτα φοιτητικά του χρόνια στην Οξφόρδη και είναι αυτή ακριβώς, που του επιτρέπει την μεταφραστική «ασέβεια»: τη μεταφορά, τη μετασύνθεση (το nachdichten) των ποιημάτων του μεγάλου Αμερικανού μοντερνιστή. Ο e.e. cummings (1894-1962), συνομήλικος του Μπρετόν αλλά και των Μπέκετ, Πάουντ και Ελιοτ βρίσκει έτσι, με ιδανικό τρόπο αλλά και με παράδοξα μεγάλη καθυστέρηση, τη θέση του ανάμεσα στους σπουδαίους ποιητές του 20ού αιώνα που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Ας σημειωθεί ότι μεταφράσεις περιορισμένων έργων του έγιναν για πρώτη φορά μετά το θάνατό του και δημοσιεύτηκαν σε ελάχιστα βιβλία και περιοδικά. Ενα παράδοξο, που αξίζει ιδιαίτερης μελέτης των αιτιών του, τη στιγμή που άλλοι –σαφώς υποδεέστεροι– ξένοι ποιητές είναι πολύ πιο γνώριμοι στο ελληνικό κοινό. Ενας από τους λόγους, είναι σίγουρα «η ιδιότυπη τυπογραφική τακτική», το σπάσιμο των φράσεων αλλά και των ίδιων των λέξεων που εικονοποιούνται με την παρεμβολή κομμάτων, παρενθέσεων και τελειών για να «αναγκάσει τον αναγνώστη να ξεμπλέξει ο ίδιος με τις λέξεις». Ενδεικτική αυτών, η εμμονή του ποιητή να γράφει με πεζά το όνομά του, εμμονή που σέβεται ο Χάρης Βλαβιανός (κι ελπίζω όλοι οι διορθωτές κειμένων από εδώ και εις το εξής). Ο σεβασμός, όμως, τελειώνει εδώ. Η μετάφραση μιας τόσο δύστροπης, αντικομφορμιστικής και πειραματικής γλώσσας προϋποθέτει μια βαθύτερη σχέση αλλά και μια γκάμα εργαλείων και «ευκολιών» που θα επιτρέπει την «ασέβεια» χωρίς να προδίδει την ουσία. Κι αυτά είναι πράγματα που δεν βρίσκονται εύκολα, ακόμη και σε μια χώρα που παράγει πολλούς και καλούς ποιητές όπως η δική μας. Η, που έπρεπε να περάσουν κάμποσες δεκαετίες μέχρι να βρεθούν.
Η δίγλωσση έκδοση, πέραν του ότι ουσιαστικά ξανασυστήνει τον e.e. cummings (έτσι, με πεζά, όπως το ήθελε ο ίδιος) στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, προσφέρει παράλληλα τη σπάνια ευκαιρία να απολαύσουμε τη συνομιλία δύο ποιητών από διαφορετικές χώρες και διαφορετικές γενιές, όμως, τόσο συγγενικών μεταξύ τους, αλλά και τη δυσκολία του εγχειρήματος που ανέλαβε και έφερε ιδανικά εις πέρας, ο Χάρης Βλαβιανός.


========================
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ πολύπλοκη είναι η περίπτωση «Μαύρο φως - Ποιήματα εις μνήμην Γιώργου Σεφέρη», όπου ο Αγγλος ποιητής Richard Burns συνομιλεί με το τελευταίο μέρος της «Κίχλης» –που γράφτηκε τον Οκτώβριο του 1946– και από τις ημερολογιακές εγγραφές του Γ. Σεφέρη, τη 2η και τη 17η Ιουνίου του ίδιου χρόνου, καταθέτοντας δεκατρία δικά του ποιήματα και διανύοντας το σεφερικό δρόμο του «σκοταδιού μέσα στο φως». Σε αυτή τη συνομιλία, συμμετέχουν οι Ελληνες ποιητές Νάσος Βαγενάς και Ηλίας Λάγιος μεταφράζοντας με τη σειρά τους τα ποιήματα του Burns δημιουργώντας, στην ουσία, δεκατρία επιπλέον ποιήματα, όλα τους γεννημένα με αφορμή την «Κίχλη», αφού και εδώ επιχειρείται το nachdichten, η δημιουργία δηλαδή ενός ποιήματος «στη γλώσσα του μεταφραστή που έχει γεννηθεί από ένα ξένο ποίημα και εκτελεί λειτουργίες αντίστοιχες με εκείνες του πρωτοτύπου», όπως γράφει ο Ν. Βαγενάς.


================
ΤΟ τρίτο έργο αφορά την αλληλογραφία τριών ποιητών: δύο Ρώσων, του Μπαρίς Παστερνάκ (1890-1960) και της Μαρίνα Τσβετάγιεβα (1892-1941) κι ενός Γερμανού του Ράινερ Μαρία Ρίλκε (1875-1926), τον οποίο οι δύο πρώτοι λατρεύουν σαν θεό τους. Ενα ερωτικό τρίγωνο που ανταλλάσσει γράμματα γεμάτα συναίσθημα αλλά και σπάνια πνευματικότητα. Μια πραγματική συνομιλία αγγέλων που κρατάει τέσσερις όλους κι όλους μήνες και που σταματά με το θάνατο του θεού-Ρίλκε, σφραγίζοντας για πάντα τη ζωή των άλλων δύο. Η Σούζαν Σόνταγκ συμπληρώνει την πολύτιμη αυτή έκδοση της «αλληλογραφίας των τριών» με τον πρόλογό της, που σκιαγραφεί ολόκληρη την εποχή κατά την οποία συνέβη –μια από τις συγκλονιστικότερες του περασμένου αιώνα– καταλήγοντας:
«Σήμερα που “τα πάντα πνίγονται στο φαρισαϊσμό” –μια φράση του Παστερνάκ–, οι πόθοι τους και οι εμμονές τους δίνουν την αίσθηση σωσίβιου, φάρου, ακρογιαλιάς».
Αίσθηση που ισχύει και για τα τρία έργα, στα οποία αναφερθήκαμε.

Σχόλια