Για την Κυρά της Θάλασσας

Μία μορφή, χίλια ονόματα κι ούτε ένας «κώδικας»

Ποιος θεός, ημίθεος, άγιος, μάρτυρας, γκουρού ή Πάπας αξιώθηκε ποτέ κάτι παραπάνω από ένα ναό, ένα τέμενος, ένα μαυσωλείο, μια παγόδα ή μερικά ξωκλήσια;
Ποιος στρατηγός, πολεμιστής ή ήρωας αξιώθηκε ποτέ κάτι παραπάνω από έναν ανδριάντα μπούστο ή όρθιος, άντε, μερικές φορές πάνω σε κανένα κοντόχοντρο άλογο με το αχρησιμοποίητο σπαθί να κρέμεται στο πλευρό του;
Για ποιoν θνητό ή αθάνατο άνδρα συρθήκανε στα γόνατα τόσοι πολλοί, τόσο πολύ, με δική τους επιθυμία και όχι εξαναγκασμένοι από το βούρδουλα, το γιαταγάνι, την κάννη του μυδράλιου ή την εθελοδουλία;
Και ποιος αξιώθηκε μια σχέση τόσο προσωπική με τους απλούς ανθρώπους, ώστε να τον προσφωνούν, να τον επικαλούνται, να τον χαιρετίζουν ή να τον ικετεύουν με τα πιο διαφορετικά επίθετα αγάπης, θαυμασμού, λατρείας αλλά και οικειότητας, εντοπιότητας, συγγένειας λες και είναι δικός τους, του σπιτιού τους άνθρωπος;
Θεοτόκος, Μεγαλόχαρη, Φανερωμένη, Βρεφοκρατούσα, Γλυκοφιλούσα, Γιάτρισσα, Ελευθερώτρια, Διασώζουσα, Παρηγορήτισσα, Παντάνασσα, Κοσμοσώτειρα, Κερά, Γοργόνα, Εκατονταπυλιανή, Σουμελά, Θαλασσινή, Ακρωτηριανή, Κανάλα, Καβουριανή, Βουνιώτισσα, Γκρεμιώτισσα, Λιμνιά, Ποταμίτισσα, Βρυσιανή, Κεχριά, Τουρλιανή, Φοδελιώτισσα, Βρεσθενίτισσα, Αγιοαγαλούσαινα, Καστρινή, Ανωγειανή, Ναυπακτιώτισσα, Μελικαρού, Αρχοντοπαναγιά, Ανέμη, Κυρα-Ψηλή, Χαριτωμένη, Μαυρομάτα, Κυρά-Χωστή, Γαλατιανή, Σπηλιανή, Δέξια, Εικονίστρια, Μυρτιδιώτισσα, Κυρία των Αγγέλων, Αχειροποίητος, Οδηγήτρια, Θεοσκέπαστη, Τρυπητή, Πλατανιώτισσα, Πορταΐτισσα, Φιδούσα, Αθηνιώτισσα, Πολίτισσα, Μελικαρού, Χρυσοκαστριώτισσα Αμπελακιώτισσα, Δαμάσια, Παλατιανή, Ολυμπιώτισσα, Υψηλή, Φλεβαριανή, Μεσπορίτισσα, Δεκαπεντούσα, Βηματάρισσα, Γκουμπελίδικη, Εικοσιφοίνισσα, Θεοσκέπαστη, Καρδιανή, Ηλιόκαλη, Ξενοπούλα, Περγιαλού, Χοζοβιώτισσα, Ρόδον το Αμάραντον, Αξιόν Εστι…
Πάνω από χίλια τα ονόματα, τα Θεοτοκονύμια, με το καθένα να φανερώνει την προσωπική σχέση, τη βεβαιότητα της παρουσίας στον κάθε τόπο ξεχωριστά και σε όλους μαζί. Ο Πεντζίκης την έχει πει Παναγία Θάλασσα.
Κι έπειτα από τα ονόματα είναι τα τραγούδια, οι προσευχές, οι ύμνοι, τα δίστιχα και τα τετράστιχα από κάθε γωνιά αυτής της γης. Τραγούδια για τη ζωή της, για το γιο της, για την αγάπη και για το θρήνο της.
(Τέσσερις τόμους έχει ο Νίκος Κεφαλληνιάδης για την Παναγιά (εκδ. Φιλιππότη), ο ένας μοναχά για τα τραγούδια της).
«Είναι μικρό, φτωχό το κλησιδάκι σου / μα η χάρις σου είναι άπειρη κι ατέλειωτη. / Ατέλειωτα, ως το ρεύμα της πηγής σου, / που χύνεται και χύνεται / κι από κοντά αθόρυβα / παράδοξα το ρεύμα σου πληθύνεται. / Είθε και στην καρδιά μου, που έχει στραγγιχτεί, / να δώσει ζωή και δύναμιν η χάρις σου» (για την Παναγιά του Ντομάν στη Σκιάθο).
Είναι τα ποιήματα πιστών και «απίστων». Θαρρείς και οι δεύτεροι να την αγάπησαν περισσότερο από τους θεοτικούς, τους υποχρεωμένους από την πίστη. Ο Βάρναλης, ο Ρίτσος, ο Ελύτης, ο Γκάτσος…

Κανένα αρσενικό, είτε θεός είτε άνθρωπος, δεν αξιώθηκε τέτοια αγάπη και τόσα αφιερώματα. Μονάχα μια γυναίκα, μια Μαρία, που γέννησε και μεγάλωσε το παιδί της, που έκλαψε όταν εκείνο έφυγε από κοντά της, που το καμάρωνε από μακριά, που ανησύχησε για το μέλλον του κι ας ήξερε απ’ την αρχή, που ξεριζώθηκε η καρδιά της σαν ήλθε η μέρα, που θρήνησε, που αποσύρθηκε σε μια γωνία και που κατάφερε να ζήσει μετά το θάνατό του. Τίποτα λιγότερο ή περισσότερο απ’ ό,τι θα έκανε κάθε γυναίκα Εβραία, Παλαιστίνια, Τουρκάλα, Ελληνίδα. Αμερικάνα, Κινέζα, Ρωσίδα, Τσιγγάνα, Ουκρανέζα, τότε, τώρα, αύριο. Πάντα. Ούτε εκστρατείες ούτε επαναστάσεις και δεν κατέκτησε καμιά χώρα και κανένα θρόνο. Επαθε κι έμαθε πως ή είναι όλου του κόσμου τα παιδιά παιδιά σου ή δεν είναι κανένα κι έτσι κατέκτησε καρδιές κι έτσι έγινε ένα απέραντα κτητικό «Αχ, Παναγιά μου»…

Τίποτα το δυσνόητο, τίποτα το υπερβατικό ή μυστικιστικό, κανένας κρυμμένος κώδικας, κανένα σύμβολο φορτωμένο με δόγματα και ερμηνείες Γραφών. Το πρόσωπό της πίνει καφέ στη Νίκης και κόβει βόλτες στην Τσιμισκή, γεννάει θεούς στα μαιευτήρια, ζεσταίνει γάλα, μετρά τον πυρετό, παρηγορεί, αντέχει, χαζεύει τηλεόραση, χαϊδεύει μέτωπα κοιμισμένων παιδιών-πολεμιστών, μαγειρεύει, στρώνει τραπέζι, γκρινιάζει, επαγρυπνεί, μαλώνει, απομακρύνεται σε μια γωνία, ανάβει καντήλια στα νεκροταφεία. Αλλες φορές κορίτσι είναι κι άλλες γερόντισσα. Δικαιώνεται εν ζωή και όχι μετά θάνατον. Γι' αυτό και υπερβαίνει ακόμη κι αυτήν τη θρησκεία που ίδρυσε ο Υιός της. Γι' αυτό και στέκει καταμεσής ορατών και πάντων των αοράτων ως η δόξα του πόνου που νικάει τον πόνο.

«Ο πλούτος ακένωτος, ζωοδόχος πηγή, ζωηφόρος αγάπη, επιτάφιος τής απόγνωσης. Να μην την καταδέχονται και να ‘ναι τόσο καταδεκτική. Η έκφρασή της μια μεγάλη σιωπή, εύλαλη. Σκουπιδοτενεκέδες περιττών λόγων καθημερινά στις εξώθυρες, γεμάτοι οι λάκκοι. Το πέμπτο ευαγγέλιο της Παναγίας είναι όλο λευκές σελίδες, είναι γραμμένο από θωπευτική σιωπή, από μελάνι παραμυθίας. Είναι μία ανοιχτή αγκαλιά, μια σεμνή παρουσία, ένα ρόδο, ένα κουκί θυμίαμα στο λιβανιστήρι τής γιαγιάς, μία αχτίδα ήλιου στην κλειστή κάμαρη, η μόνη γυναικεία μορφή στο κελί τού ασκητή, η διακόνισσα τού Αθω, η αρχόντισσα τού Πρωτάτου, η θαυματουργός Γερόντισσα», γράφει ο Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης.

Της Παναγίας, αύριο, με το καλοκαίρι να αιωρείται σαν τους πολυελαίους στους πίνακες του Σπύρου Βασιλείου μεταξύ ουρανού και θάλασσας.

Ας μου συγχωρεθεί αυτό το τάμα των σημερινών απογειώσεων. Το όφειλα εδώ και χρόνια…


MiniMALIA

  • Παστερνάκ, Τσβετάγιεβα, Ρίλκε - η αλληλογραφία των τριών (εκδ. «Μεταίχμιο», 2005). Ενα ζευγάρι νέων Ρώσων ποιητών αλληλογραφούν με ένα μεγάλο Γερμανό ποιητή. Μία ερωτική συνομιλία αγγέλων…
  • Ο πρώτος, ο Μπαρίς Παστερνάκ (1890-1960), δεν αντέχει το παιχνίδι που ο ίδιος ξεκίνησε…
  • Η δεύτερη, η Μαρίνα Τσβετάγιεβα (1892-1941), σπάει κάθε όριο, εφορμά στο ερωτικό πάθος, γίνεται θύτης και θύμα. Ολοκαύτωμα.
  • Ο τρίτος, ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε (1875-1926), συναντά τη Ρωσία που αγάπησε πιο πολύ από την ίδια του την πατρίδα, αμύνεται στη σφοδρότητα των επιθυμιών του, χρησιμοποιώντας ως ασπίδα τον ίδιο, τον επικείμενο θάνατό του.
  • «Οι πόθοι τους και οι εμμονές τους δίνουν την αίσθηση σωσίβιου, φάρου, ακρογιαλιάς», όπως γράφει στον πρόλογο του βιβλίου η Σούζαν Σόνταγκ.
  • Η Heather Nova γεννήθηκε στην Καραϊβική από πατέρα ντόπιο και μάνα Καναδέζα κι έζησε όλα τα παιδικά της χρόνια σε ένα καΐκι, ακούγοντας Dylan, Baez, Neil Young, Roberta Flack, Beatles, Stones, Van Morrison, Cat Stevens, Joni Mitchell. Τους κουβαλά όλους μαζί στα τραγούδια της και το καινούργιο άλμπουμ της, το «Redbird», κυκλοφορεί αυτές τις μέρες και γίνεται το soundrack του φετινού Αυγούστου.

Τουλάχιστον για όσους πρόλαβαν να το ακούσουν…

  • Χτες, Σάββατο βράδυ, τιμήσαμε τις «φιλίες από το ‘75», πηγαίνοντας στο Σάνι για τους «Αχαρνής» του Διονύση Σαββόπουλου.
  • Μια επιστροφή από τα «θυμαράκια» για την οποία θα μιλήσουμε την ερχόμενη εβδομάδα...

Σχόλια