Τα τηγανητά μπαρμπούνια


Ψάχνοντας τα αρχαία τεφτέρια μου βρήκα, κιτρινισμένο, το παρακάτω κείμενο του Γ.Ν. Μανιώτη (ΤΑ ΝΕΑ 9/8/93). Ένα από τα συγκλονιστικότερα που έχω διαβάσει τα τελευταία 20 χρόνια:

«Με στομάχι γεμάτο μπίρα και μπαρμπούνια τηγανισμένα, οδηγεί το αυτοκίνητό του ο καλός πατέρας για να γυρίσει πίσω στο κονάκι του, στην πολιτεία. Δίπλα μια γυναίκα δεμένη χρόνια τώρα με τη ζώνη ασφαλείας. Πίσω, παιδάκια και μια γιαγιά μαυροντυμένη από τις εποχές των πολέμων που νυστάζει. Αφού χαρήκανε τη θάλασσα, τον ουρανό, τον καθαρό αέρα για ένα Σαββατοκύριακο, γυρίζουν πίσω στο σπίτι για να συνεχίσουν τη ζωή τους. Εκεί τους περιμένουν έξοδα, δουλειά, δελτία ειδήσεων και η μοναξιά της πίτσας μπροστά από την τηλεόραση. Όλα στενεμένα, μικρό σπίτι, ακόμη και το μικροσκοπικό σαλόνι, κρεβατοκάμαρα το έχουν κάνει. Τα παιδιά είναι πάντα ένα θέμα ανοικτό. Κανείς δεν ξέρει τι θα βγουν. Μπορείς να φας τα νιάτα σου να τα μορφώσεις και να τα βρεις ένα πρωί να σέρνονται έξω από την πόρτα σου με τρυπημένα χέρια. Η Εφορία να σε κυνηγά και να φεύγουν τα χρόνια τα καλά. Η γυναίκα σου να θέλει άλλο ψυγείο κι εσύ να σκίζεσαι για το γραμμάτιο του άλλου μήνα. Σαν να ‘χεις μπει καλά μες τη ζωή. Σαν το σκύλο να ψάχνεις μια μικρή χαρά πίσω από τα έπιπλα μέσα στην σκόνη στις σκοτεινές γωνιές. Κι όταν τη βρίσκεις, να ‘ναι δώρο άδωρο, γιατί η κούραση και οι προσπάθειες σου ‘χουν ξεράνει το κορμί. Αόρατο σ’ έχουν κάνει οι υποχρεώσεις. Ανύπαρκτο, μία μηχανή από κόκαλα και σάρκα που τρέχει και δουλεύει. Κι όταν τολμήσεις να κοιτάξεις το μέλλον, ποιο να ‘ναι το λευκό σπίτι που βλέπεις να σε περιμένει εκεί στο βάθος. Ο οίκος ευγηρίας σου σε περιμένει με ανοικτάς αγκάλας. Τουλάχιστον αν είχες τη χαρά κάποιας βαθιάς φιλίας όπως σ’ άλλες εποχές, πιθανόν να άντεχες τα όσα σου συμβαίνουν. Όμως οι φίλοι όταν συναντώνται δεν ξέρουν πια πώς να ανεχθούν ο ένας τον άλλον. Μισοζαλισμένοι από το θόρυβο της καθημερινής τους μάχης, προσπαθεί ο καθένας να σώσει το δικό του το τομάρι, τους άλλους θα κοιτάμε τώρα; Ο καθείς και τα όπλα του. Βάρος τελικά οι φίλοι μας και οι συγγενείς. Εξετάζουν και ζυγίζουν αν πήγες ένα βήμα πιο μπροστά ή αν παραδόθηκες κι έμεινες στάσιμος. Αν προοδεύσεις σε φθονούν, αν έμεινες στάσιμος σε αποστρέφονται και σε αποφεύγουν. Και ο χορός καλά κρατεί. Σε στενεύει η ζωή, βαραίνουν στο μυαλό σου όσα έφαγες το μεσημέρι πλάι στη θάλασσα, οι σαλάτες, οι πατάτες, τα τηγανητά μπαρμπούνια, οι μπίρες, το καρπούζι. Δίπλα η γυναίκα σου ήρεμη κοιτά το δρόμο, αυτή δεν κινδυνεύει. Ο,τι και να συμβεί αυτή θα σωθεί, τελευταία θα αποθάνει. Στο πίσω κάθισμα τα παιδιά μαλώνουν από πλήξη και η γερασμένη μάνα σου, με δασύτριχο πιγούνι, ροχαλίζει.

Τότε στρίβεις το τιμόνι, πατάς το γκάζι και σμίγεις για πάντα με το φορτηγό που έρχεται βογκώντας απέναντι από το άλλο ρεύμα.

Υστερα θα βγουν και θα πουν ότι δεν ήξερες να οδηγείς, ότι δεν ήξερες τα σήματα, ότι ήσουν μεθυσμένος, ότι… Απελπισμένος ήσουν και το ήξερες. Ο τόπος σου σε είχε απελπίσει και η ζωή που ζούσες πάνω του».

9 Αυγούστου 1993

Σχόλια

  1. Καλά να'σαι που το ξέθαψες* και το μοιράστηκες.
    Και χρόνια σου πολλά.

    * pun intended

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πραγματικα ειναι κειμενο που το διαβαζεις με μια ανασα. Κορυφαιο.

    btw, 42 εεε? Να 'σαι υγιης και να τ΄απολαυσεις.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου