Επιστροφή στην αμεριμνησία


«Διακοπές» με προορισμό την παιδική ηλικία

Εχω πέντε καλοκαίρια να πάω στο Δελφίνι, στη Σύρο. Μου λένε ότι δεν έχει αλλάξει πολύ, εκτός από μερικά σπιτάκια που έχουν χτιστεί παραπάνω. Σίγουρα εγώ έχω αλλάξει περισσότερο. Σε λίγες ώρες θα μπούμε στο καράβι. Είμαι εδώ και δεν είμαι. Η Θεσσαλονίκη μυρίζει κατράμι και φρεσκοστρωμένη άσφαλτο από την Ολγας μέχρι την Αγγελάκη κι από το χειμώνα που πέρασε. Σήμερα είναι Τρίτη 12 Ιουλίου - γράφω τούτο εδώ το κείμενο που ξέρω ότι θα το διαβάσω τυπωμένο… σήμερα, Κυριακή 17 Ιουλίου. Ο ενεστώτας που γίνεται μέλλοντας που θα γίνει ενεστώτας πέντε μέρες μετά. Σαν να στέλνεις γράμμα στο εαυτό σου και να τρέχεις πιο γρήγορα κι από το ταχυδρομείο για να το παραλάβεις. Ενα παράξενο συναίσθημα που δεν έχει να κάνει με τη χρονική απόσταση ούτε και με την απόσταση μερικών εκατοντάδων ναυτικών μιλίων που χωρίζει την Τσιμισκή από τη Σύρο, όσο με την εναλλαγή των καταστάσεων. Κι όμως, αν το ξανασκεφτείς, αυτό είναι η ζωή: μια σειρά από ενεστώτες. Δεν υπάρχουμε ούτε πριν ούτε μετά. Η ζωή είναι ένα ταξίδι σε ενεστώτα χρόνο, όπου η μόνη βεβαιότητα είναι ο τελικός προορισμός του. Κι όμως, αυτήν τη βεβαιότητα κάνουμε πως την αγνοούμε, εφευρίσκοντας «διακοπές», «τριήμερα» και «προορισμούς», επιχειρώντας να ξεφύγουμε από τις κοινωνικές συμβάσεις με άλλου είδους συμβάσεις. Στην πραγματικότητα, οι «διακοπές» μας είναι το ίδιο αγχώδεις με τον υπόλοιπο χρόνο. Κανείς δεν εξερευνά, κανείς δεν ανακαλύπτει, διότι αυτά προϋποθέτουν την έλλειψη συγκεκριμένου σκοπού, κι αυτό είναι κάτι που σε μια ζωή γεμάτη «πρέπει», υποχρεώσεις, φιλοδοξίες, επιδιώξεις μας τρομάζει περισσότερο κι από το θάνατο. Την ίδια στιγμή που θέλουμε να δραπετεύσουμε απ' όλα αυτά ανακαλύπτουμε πως μας είναι αδύνατο να ζήσουμε έστω και είκοσι μέρες χωρίς τον καταναγκασμό τους, αφού αυτά έχουν γίνει ο μόνος ρυθμιστικός παράγοντας της ζωής μας. Αλλωστε, το ταξίδι προϋποθέτει και κάτι ακόμη: την επιβράδυνση των ρυθμών μας. Τη βραδύτητα που θα μας επέτρεπε να μαζέψουμε «ευτελή σπαράγματα, σύντομες εντυπώσεις, μικρές μαρτυρίες, ασήμαντα γεγονότα στο όριο της σαχλαμάρας», όλα αυτά που θα μας γύριζαν πίσω, στην εποχή της αμεριμνησίας, στη μόνη πατρίδα που είχαμε ποτέ: την παιδική ηλικία. Τότε που καμία σύμβαση και καμιά υποχρέωση δεν μπορούσε να αναιρέσει τον ενεστώτα χρόνο της ζωής. Τότε που το να είσαι ξυπόλητος όλη μέρα, το να κοιμάσαι στα καθαρά σεντόνια με την άμμο στα πόδια, να τρως παγωτό μαζί με τις ελιές από τη σαλάτα και ύστερα τη σαρδέλα για το ούζο του πατέρα δεν ήταν επίτευγμα ούτε παρασπονδία. Ηταν ο ίδιος ο Παράδεισος. Ενας Παράδεισος που, τώρα που μεγαλώσαμε, από τη μια νοσταλγούμε και από την άλλη βρίσκουμε απίστευτα βαρετό, ρίχνοντας κλεφτές ματιές κινητό μας. Διότι από εκεί μάθαμε πια να περιμένουμε το απρόοπτο, την έκπληξη, την ανατροπή. Κι ας λέμε ότι μόλις φτάσουμε στο νησί θα το απενεργοποιήσουμε έτσι ώστε να μη μας βρίσκει κανείς. Κι αν το κάνουμε για λίγο, μετά από ελάχιστη ώρα θα το ανοίξουμε για να δούμε αν είχαμε μήνυμα ή αναπάντητη κλίση. Ο χειρότερος εφιάλτης του σύγχρονου ανθρώπου είναι αυτός: να μην τον αναζητά, να μην τον χρειάζεται, να μην τον βρίσκει κάποιος. Κι ας είναι αυτός ο κάποιος η τράπεζα που θα του υπενθυμίσει το χρέος στην πιστωτική του κάρτα, καταμεσήμερο στη Φολέγανδρο! Αρκεί να μη νιώσει ότι εξωπετάχτηκε από το «γήπεδο».
Σήμερα είναι Κυριακή 17 Ιουλίου. Το Δελφίνι παραμένει η πιο όμορφη παραλία της Σύρου και μια από τις πιο ωραίες των Κυκλάδων. Αφήνω για λίγο στην άκρη τη «Μικρή Πραγματεία Περί Αμεριμνησίας» του Denis Grozdanovitch (Εκδ. Πόλις, μτφ. Ξένια Σκούρα 2005) όπου γίνεται λόγος «για τον ντιλεταντισμό και την αμεριμνησία, το χρόνο και την ταχύτητα, τα νησιά και την ευτυχία, τα σπορ και τη μελαγχολία… αλλά και για γάτες, χελώνες και κινέζους» και χαζεύω τη θάλασσα. Πίνω αργά τον καφέ μου, ανάβω τσιγάρο και τσεκάρω τη σελίδα 9 στα «Πολιτιστικά» του Αγγελιοφόρου. Το κείμενο που γράφω σήμερα, Τρίτη 12 Ιουλίου, είναι εδώ. Ολοκληρωμένο. Τίτλος, πλάγιος, φωτογραφίες, miniMALIA. Ομως αυτήν τη φορά δεν είναι από επαγγελματική διαστροφή αλλά για να επιβεβαιώσω το «θεώρημα του Ενεστώτα». Βουτάω στη θάλασσα μαζί με τους δύο μου γιους. Ο χειμώνας και η μυρωδιά της ασφάλτου εξαφανίζεται. Παρατηρώ τα βότσαλα ένα ένα, σκάβω με το κουβαδάκι, μένω να παρακολουθώ ένα ζωύφιο της άμμου που σκαρφαλώνει στο βιβλίο και τρυπώνει στη σελίδα 34. Το ανοίγω. Γράφει για το βραδύποδα, ένα δενδρόβιο θηλαστικό που ζει στις ζούγκλες του Αμαζονίου και που μπορεί να παραμείνει μέχρι δέκα συνεχόμενες ημέρες κρεμασμένος από το ίδιο κλαδί, χωρίς να δείχνει καμιά διάθεση ν’ αλλάξει θέση και δεν κατεβαίνει παρά μόνο αν το επιβάλλει μεγάλη ανάγκη: πείνα ή κένωση. Θα μείνουμε άλλες δέκα μέρες στο Σύρο. Νιώθω ευτυχισμένος. Επιτέλους ζω, έστω και για λίγο, την αμεριμνησία του ενεστώτα και μέσα από αυτήν την αλήθεια της στιγμής που δεν απομακρύνεται με την ίδια ταχύτητα. Διακόπτω το χρόνο.
Σας εύχομαι το ίδιο!

Σχόλια