Τα σπίτια μας είναι ανοιχτά


Διακοπές;

Από τι; Τι να διακόψεις όταν αυτά όλα που κάνεις είναι επιλογή σου; Ποτέ δεν την κατάλαβα την λέξη, την αποδεχόμουν -χωρίς να την καταλαβαίνω- για όσους κάνουν πράγματα από τα οποία θέλουν να ξεφύγουν αλλά και πάλι τότε δεν καταλαβαίνω τους ίδιους. Γιατί να κάνουν πράγματα από τα οποία…;

Δεν το συνεχίζω… Είπαμε ο καθένας έχει τους λόγους του που ξεμακραίνει από τις επιθυμίες και τα όνειρά του.

Από τα δεκαεπτά μου που είμαι μέσα στα χαρτιά, στα τυπογραφεία και στις αίθουσες σύνταξης, παραπάνω από τα μισά χρόνια δεν έκανα «διακοπές». Ακόμα και τις Μεγάλες Παρασκευές έβλεπα τον Επιτάφιο από τα παράθυρα των εφημερίδων, κάτω στον Καρίτση, να μεταφέρεται στη Χρίστου Λαδά και στα γύρω στενά…

Δεν με πείραζε καθόλου…

Υπήρχαν όμως και χρόνια που έκανα ένα και δύο μήνες συνεχόμενες διακοπές. Όπως τότε, το 98, στην Αμοργό…

Σπάνια χρόνια και γι αυτό πολύτιμα.

Ελάχιστες φορές έχω κάνει συμβατικές «διακοπές» και σχεδόν πάντα μου έβγαιναν ξινές… Αυτό το τουριστικό mood ποτέ δεν το χώνεψα και ποτέ δεν μου έκατσε καλά. Σιχαινόμουν και τον εαυτό μου και τους άλλους μαζί. Ή ταξιδιώτης θα είσαι ή τουρίστας. Δεν μπορείς να είσαι και τα δύο ή πότε το ένα, πότε το άλλο. Επιλέγεις και μάλιστα από πολύ νωρίς.

Κι ύστερα πέρασαν τα χρόνια και όλα αυτά τα περί «διακοπών» και περί του νοήματός τους λύθηκαν από μόνα τους…

Τώρα, αυτά τα καλοκαιρινά ταξίδια αποκτούν το ακριβώς αντίθετο νόημα. Τώρα είναι «επανασυνδέσεις» με το τότε. Με τα παιδικά χρόνια, τα χρόνια, τους φίλους, τις εικόνες της εφηβείας. Στη Σύρο, στην Τήνο, στη «δεύτερη» πατρίδα μου, τη Μύκονο που την εγκατέλειψα στα τέλη της δεκαετίας του ’80 όταν τίποτα δεν θύμιζε πια τον τόπο που αγάπησα. Τώρα μου λένε για τη Μύκονο και δεν θέλω να ακούω. Κομμάτια της τα βρίσκω αλλού πλέον. Απλά, περιμένω την εποχή που θα γίνει ερειπιώνας, όπως λέει ο Μυκονιάτης Νίκος Ξυδάκης, η άμμος και τα αρμυρίκια και οι θάμνοι θα έχουν σκεπάσει τα αίσχη των νεόπλουτων Αθηναίων και των –ντεμέκ, λαϊφ-σταϊλάδων «νεοπούστηδων», όπως τους λέμε και γελάμε-, σαν το Μάτσου-Πίτσου, κι εμείς θα γυρίσουμε εκεί, στα «κελάκια» μας και στις παραλίες μας. Μπορεί σε 10, μπορεί σε 40 χρόνια. Θα ζούμε όμως. Αυτό είναι σίγουρο. Και το νησί θα μοιάζει με μια κακοφτιαγμένη Δήλο μέχρι να τα πάρει όλα ο άνεμος και να καθαρίσει ο τόπος.

Φέτος ήθελα να πάω στο σπίτι, κάτι με κράτησε όμως και δεν το αποφάσισα. Ηταν και οι μέρες λίγες. Όμως πιο πολύ ήταν η Σύρος που δεν μου το επέτρεψε ζητώντας να την ανακαλύψω και πάλι, αυτή τη φορά μαζί με τα παιδιά μου.

Η αδελφή μου, μόνιμη Συριανή πλέον, ήταν εκεί. Η μάνα μας ήλθε από τη Μύκονο να δει τα εγγόνια. Ολοι σαν να μην είχαμε αλλάξει, σαν να μην είχε περάσει χρόνος. Μόνο τα μικρά μας υπενθύμιζαν την πορεία μας. Χωρίς να μας μελαγχολήσουν. Ισα-ίσα ήταν κι αυτά κομμάτι της επανασύνδεσης. Όπως και η καρυδόπιτα δίπλα στο Δημαρχείο, τα «Βαπόρια», η εκκλησία της Ανάστασης, το «Δελφίνι», οι νύχτες στο μπαλκόνι με «Αδολη Γη» και Μπλόντι, με τα σκυλιά μας, τα γατιά μας, τα φίδια μας –ευτυχώς δεν τα είδαμε-, τις γεύσεις και τις μυρωδιές του τόπου μας.

Ούτε κουβέντα για περιοδικά, εφημερίδες, οικονομία και ασφαλιστικά. Με το σπίτι μας ανοιχτό 24 ώρες το 24ωρο. Ένα σπίτι εφημερεύον και διανυκτερεύον όπως πάντοτε, όπως όλα τα σπίτια, όπως όλοι οι άνθρωποι εκεί, αιώνες τώρα. Λες και οι πόρτες και τα πατζούρια είναι εκεί για να μισοκλείνουν μονάχα το χειμώνα.

Αυτό το τελευταίο είναι που με ηρέμησε φέτος. Το ο,τι υπάρχουν ακόμη μέρη που οι άνθρωποι δεν κλειδαμπαρώνουν τα σπίτια τους αλλά ακόμη κι όταν φεύγουν τα αφήνουν ορθάνοιχτα…

Μια πράξη αντίστασης που δεν είναι επίτηδες. Απλά συμβαίνει. Ακόμη και σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς…

Θα επανέλθω…

Σχόλια