Ενα Τάνγκο Θανάτου ο Κόσμος



Οι εποποιίες και το μακελειό των αθώων


«Το τάνγκο είναι μια θλιμμένη σκέψη που μπορεί να χορευτεί»
Ενρίκε Σάντος Ντισέπολο.

Ηθελα σήμερα να γράψω για την μοναδική εμπειρία του Tango por dos. Για τη νύχτα της περασμένης Δευτέρας, στο θέατρο Γης που πέρασε σε εκείνο το χώρο της μνήμης όπου αποθηκεύονται τα όνειρα, για τη νύχτα που έγινε η ίδια υλικό μελλοντικών ονείρων. Μ’ αυτή τη σκέψη κοιμήθηκα το προηγούμενο βράδυ, μ’ αυτή ξεκίνησε η Πέμπτη 7 Ιουλίου. Ηπια καφέ, ντύθηκα, πήρα τα αγουροξυπνημένα μικρά μου αγκαλιά, γελάσαμε, τους υποσχέθηκα ότι αυτό το σαββατοκύριακο θα πάμε για μπάνι, τα φίλησα, τα χαιρέτησα. Στο αυτοκίνητο, από τη Χαλκιδική ως τη Θεσσαλονίκη, η Εύη και μετά ο Γιώργος με επανασυνδέουν όπως κάθε μέρα, ραδιοφωνικά, με την πραγματικότητα -μ’ αρέσει που μπορούν να το κάνουν με έναν τρόπο κομψό και όχι με την βίαιη πεζότητα των περισσοτέρων συναδέλφων τους-, μιλάω αποσπασματικά στο τηλέφωνο, προσπερνώ νταλίκες με μεγάλα κομμάτια μάρμαρο, μυρίζω το καλοκαίρι από το ανοιχτό παράθυρο. Οι σκέψεις μου για αυτά που θα έγραφα για το τάνγκο για τη μουσική γεωγραφία της επιθυμίας, του πάθους, της θλίψης, του έρωτα, του θανάτου, ωριμάζουν σε κάθε χιλιόμετρο της διαδρομής. Βρίσκω σιγά σιγά τις λέξεις για αυτόν τον μαγικό χορό των δέκα-δεκαπέντε όλων κι όλων βημάτων που όπως κάθε τι γνήσια λαϊκό ξεπέρασε τα όρια της πατρίδας του, της Αργεντινής και συνεχίζει διασχίζοντας την ύπαρξή μας από τη μια άκρη ως την άλλη σαν στιλέτο. Γι’ αυτή τη μουσική που διηγείται την ιστορία ενός συγκεκριμένου λαού αλλά και όλων μαζί, θαρρείς, των λαών του Νότου και από τη συλλογική ιστορική διαδρομή περνάει με τρόπο μαγικό στην σφαίρα της μοναχικής, της ατομικής περιπέτειας. Εκεί που οι γυναίκες είναι Γυναίκες, οι άντρες είναι Αντρες, ο έρωτας είναι Ερωτας, η ζωή είναι Ζωή κι ο θάνατος είναι Θάνατος. Καθαρά πράγματα. Ξεκάθαροι ρόλοι. Θέλω να ακόμη να γράψω για τη σχέση του τάνγκο με το δικό μας αντρίκιο ζεϊμπέκικο, με τους χορούς της Κρήτης και του Πόντου, με τα αστικά τραγούδια της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης, με τα τραγούδια του Καζαντζίδη. Για όλους εκείνους τους λόγους που εμείς, το ελληνικό κοινό, αποθεώσαμε τους αργεντινούς χορευτές και μουσικούς στο τέλος εκείνης της μοναδικής βραδιάς που ακόμη και τα βαριά σύννεφα δεν είχαν καρδιά να μας βρέξουν και να χαλάσουν τον χορό τους. Διασχίζω τον κάμπο στο Λάκκωμα με το κοντέρ να ανεβαίνει επικίνδυνα στον ούτως ή άλλως επικίνδυνο δρόμο. Θέλω να φτάσω στην εφημερίδα. Να γράψω το ήδη διαμορφωμένο, στο μυαλό μου κείμενο με ρυθμό υπαγόρευσης. Κόβω λίγο ταχύτητα στις στροφές μετά την Καρδία. Βλέποντας από ψηλά τη Θεσσαλονίκη νομίζω ότι θα πρέπει να μοιάζει απίστευτα με το Μπουένος Αϊρες κι ύστερα σκέφτομαι μήπως ο Μιγκέλ Ανχελ Ζότο, η ομάδα των χορευτών του, η μουσική του Κάρλος Γκαρδέλ, του Αστορ Πιατσόλα, προκάλεσαν μια –υπέροχη- βλάβη στον εγκέφαλό μου.
Ρύσιο, Θέρμη, Κοράλες, Μπαλβανέρα, Πυλαία, Σάντα Φε, Ροζάριο, Ρίο Γκράντε. Η Αργεντινή του Τσε, η Αργεντινή του Μαραντόνα. Και ξανά στο δρόμο για Θεσσαλονίκη. Εργα, παράκαμψη, σκουπιδιάρικα, Κέντρο Διάδοσης Τεχνολογιών, η Καραμανλή πηγμένη στην κίνηση ως εκεί που φτάνει το μάτι. Η επήρεια του τάνγκο έχει μεγαλύτερη διάρκεια από ότι νόμιζα. Συνδέει σκέψεις, εικόνες, ήχους, γλώσσες, πρόσωπα, συναισθήματα, πολιτείες. Το Τάνγκο ενώνει τις Πόλεις και τις Γειτονιές του Κόσμου. Κοινή η μοίρα των ανθρώπων. Οι πιο μεγάλες διαδρομές δέκα-δεκαπέντε βήματα όλα κι όλα. Η ζωή ολόκληρη άλλα τόσα. Άλλος τα κάνει σέρνοντας τα πόδια του κι άλλος χορεύοντας. Τη θλίψη και τη χαρά του.
Ηθελα να γράψω για όλα αυτά το πρωί της Πέμπτης 7 Ιουλίου…
Αφησα το αυτοκίνητο στην Κάτω Τούμπα και πήρα το «δώδεκα» για το κέντρο. Ο γνώριμος κόσμος. Τα κορίτσια που έχουν αργήσει για τη δουλειά, οι ξενυχτισμένοι φοιτητές με σημειώσεις στα χέρια, οι συνταξιούχοι που πηγαίνουν στην ΕΥΑΘ, στα ιατρεία του ΙΚΑ, στο Μοδιάνο, ο φαντάρος που πάει στα ΚΤΕΛ, το παιδί από το συνεργείο με μια σακούλα ανταλλακτικά, η γιαγιά με τα σκουλαρίκια-δάκρυα, ένα πρεζάκι σε κακό χάλι, η ουκρανέζα με το πιτσιρίκι της, οι σκέψεις τους, τα κινητά που χτυπούν, η ασκούμενη δικηγόρος που την περιμένουν στα δικαστήρια, η ζέστη. Το τάνγκο. Η καθημερινή εποποιία των λαϊκών κοινωνικών στρωμάτων της πόλης. Σκέφτομαι αντίστοιχες εικόνες σε διάφορες πόλεις του κόσμου. Στο Κάϊρο, στο Βελιγράδι, στο Μιλάνο, στην Μασσαλία, στην Μόσχα, στη Ραμάλα, στο Παρίσι, στις Βρυξέλλες, στο Σεράγεβο, στο Τελ-Αβίβ, στην Καμπούλ, στο Δουβλίνο, στο Κανταχάρ, στη Βαγδάτη, στη Φαλούτζα στην Νέα Υόρκη, στο Λονδίνο. Λεωφορεία γεμάτα ανθρώπους που ήπιαν καφέ, ντύθηκαν, αγκάλιασαν τους αγαπημένους τους, χαιρετήθηκαν και τώρα πηγαίνουν στις δουλειές τους. Που η ζωή τους είναι ένα τάνγκο κι ας μην το ξέρουν. Και ξαφνικά…
Τέσσερις εκρήξεις…
Κι ύστερα τίποτα. Πάρεξ η μυρωδιά από αίμα.
Δεν θέλω να γράψω τίποτα. Θα ήθελα να ήξερα τάνγκο για να χορέψω τη θλίψη μου για το χτύπημα στο Λονδίνο. Που θα μπορούσε να είχε συμβεί οπουδήποτε στο κόσμο. Σε έναν κόσμο που πλέον περισσεύει ο τρόμος, ο πόνος, η αγωνία και η θλίψη και που, διάολε, την πληρώνουν πάντοτε οι αθώοι…

Σχόλια