Η γενιά της Ηττας αποχωρεί


απο-ΓΗ-ώσεις #22

«Η κλεψύδρα του χρόνου αμείλικτα εξαντλείται»

Αποχωρούν ο εις μετά τον άλλον. Πριν από λίγο καιρό ο Μίλτος Σαχτούρης, ο Χαρίλαος Φλωράκης, προχτές ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Αγγελοι χωρίς φτερά, φημισμένοι πολεμιστές ή άγνωστοι στρατιώτες, ποιητές ή καπετάνιοι, επώνυμοι ή ανώνυμοι. Οσοι γλίτωσαν τη σφαίρα, την κρεμάλα, τις κακουχίες των πολέμων, την προδοσία, τη γελοιοποίηση της εξουσίας, τη φυματίωση, την αυτοκτονία -σωματική ή ψυχική- απογειώνονται ένας ένας. «Πλήρεις ημερών», όπως τους χαρακτηρίζουν οι αφασικοί Επίγονοι που ούτε πληρότητα γνωρίζουν ούτε καν τι μέρα είναι. Ατακτοι στο βουνό, πειθαρχημένοι στη ζωή και στις ιδέες, άτακτοι και πάλι στην πορεία τους προς το επέκεινα. Κανείς τους δε δέχτηκε την τιμητική αποστρατεία, την υπέστησαν όμως αγόγγυστα. Κι όταν τα λογής λογής μειράκια τους ξωπέταξαν με εκείνο το αχρείο «σύντροφε, να περνάς για κανένα καφέ να σε βλέπουμε», δεν τους έφεραν κανένα από τα διακοσμητικά λάβαρα στο κεφάλι να τους το ανοίξουνε στα δύο. Γύρισαν, άνοιξαν την πόρτα και βγήκαν περήφανοι, στητοί. Δεν παραπονέθηκαν παρά μόνο για το ότι δεν έφυγαν νέοι και επέλεξαν να πέσουν ο εις μετά τον άλλον όρθιοι, «παπουτσωμένοι». Οχι σαν τους συντετριμμένους ήρωες του Αρθουρ Μίλερ στο «Θάνατο του Εμποράκου».

Οι Επίγονοι τους ξόρκισαν με την ταμπέλα «η γενιά της Ηττας», κι ύστερα τους ξέχασαν. Γιατί ήταν αυτή η Ηττα που έγινε εφαλτήριο για τους Επιγόνους. Κανείς δεν τους χρειάστηκε πλέον παρά μονάχα ως ζωντανά μνημεία συμφιλίωσης, ζωντανά κάδρα στους τοίχους. Αυτή, η δεύτερη μεταπολεμική γενιά των σημερινών 50άρηδων και 60άρηδων, η γενιά του «φάτε, μάτια, ψάρια και κοιλιά περίδρομο» υπήρξαν τα θύματα και οι θύτες τους. Θύματα της βαριάς σκιάς που έριξαν επάνω τους αυτές οι τιτάνιες μορφές και θύτες όχι με το δίκιο του πατροκτόνου αλλά με το φθόνο της κακής σποράς, που με ελιγμούς και δουλοπρέπειες εξαγόρασαν το κλέος των «ηττημένων».

Εκείνοι δεν παρέστησαν εις τας τελετάς, είτε γιατί δεν τους κάλεσαν είτε γιατί προτίμησαν τη μέχρι τέλους σιωπή. Στις λίγες, τις ελάχιστες φορές που τους ζητήθηκε, από τα ίδια μειράκια που τους ξήλωσαν κάποτε τα γαλόνια, να παραβρεθούν, επαναλάμβαναν τα λόγια του Φιλοκτήτη: «Φύγε, Οδυσσέα! Δε θέλω τίποτα! Δεν μπορώ να ξεχάσω τίποτα! Κίνησα κι εγώ από χρέος και καθήκον. Με παρατήσατε δω! Με γειά και χαρά σας! Επέζησα -ένας Θεός ξέρει πώς- και με γειά και χαρά μου! Αντε να πάρεις το Κάστρο σου κι άσε μένα εδώ! Ξέμαθα να ζω μ' ανθρώπους! Εμαθα να ζω και να εκτιμώ ακόμα και τα θεριά! Φύγε!».

Κι όμως, κάποιοι, χωρίς και πάλι να προδώσουν, ύψωσαν ανάστημα και συνεισέφεραν όσο μπορούσαν στην Πόλη. Αλλος με ποιήματα, άλλος με κείμενα και κριτικές, άλλος δίνοντας ένα χέρι στην εμπέδωση της δημοκρατίας και το ξεπέρασμα των διαχωριστικών γραμμών. Και μετά ξανά σιωπή. Για χρόνια πολλά. Μέχρι το τέλος.

Από τι είδους υλικά ήταν φτιαγμένοι δε θα το μάθουμε. Από την «ανάγκη και την οργή»; Φτάνουν αυτά; Φτάνει η ήττα σε έναν πόλεμο, η ήττα μια ιδέας για ανδρωθεί τέτοια γενιά; Ισως κάποτε η επιστήμη βρει το γονίδιο που είναι υπεύθυνο γι' αυτήν τη συναίσθηση του χρέους, γι' αυτήν την ώς το τέλος αξιοπρέπεια της μεταπολεμικής γενιάς. Ισως βρει και την αιτία της εξαφάνισής του από το DNA των επόμενων γενιών.

«Mας ρωτήσανε πολλοί», είχε πει ο Μανόλης Αναγνωστάκης, «ποια είναι τέλος πάντων αυτή η περίφημη γενιά σας... Ποιο είναι το έργο της, ποια η παρουσία της, ποιο το ιδανικό της; Nαι, δυστυχώς. Aκούγονται ακόμη αυτές οι γεμάτες απορία ερωτήσεις. Γιατί η δική μας η γενιά, περνά σιγά σιγά χωρίς να αφήνει τα οριστικά ίχνη στο διάβα της, χωρίς να επιβάλλει την παρουσία της, τα κυρίαρχα ιδανικά της, εγκαταλείποντας τον στίβο έρμαιο στους λογής λογής χρεοκόπους και εν αμαρτίαις γηράσαντας ή σε νεότερους φωνασκούς που “επαναστατούν”, “οργίζονται” και κραυγάζουν χωρίς να υποπτεύονται το μοναδικό νόημα κάθε επανάστασης. Mέσα σε ένα ασφυκτικό χώρο απ' όπου λείπει το οξυγόνο της ελευθερίας, μέσα στις δύσοσμες συνθήκες που έχουν παγιωθεί από χρόνια τώρα στην πατρίδα μας, η δική μας η γενιά, αποδεκατισμένη από τα καλύτερα παιδιά της, κτυπημένη από παντού, έμεινε ουσιαστικά στις στήλες του περιθωρίου ή παράδωσε την “εκπροσώπησή” της στα χέρια των πιο αδύναμων μελών της, που, στην καλύτερη περίπτωση, τουλάχιστον πλαστογραφούν το αληθινό νόημα του αγώνα της. Σ' έναν τόπο που σε όλους τους τομείς αποθεώνεται η μετριότητα, η δουλοπρέπεια και ο ελιγμός, η απορφανισμένη γενιά μας, μην μπορώντας να παίξει τον ηγετικό ρόλο που ιστορικά της ανήκε, κινδυνεύει να ενταφιαστεί άφωνη, μονίμως αποσχομένη, ενώ η κλεψύδρα του χρόνου αμείλικτα εξαντλείται».

Κώστας Λειβαδίτης, Δημήτρης Παπαδίτσας, Νίκος Καρούζος, Νικόλας Κάλας, Κλείτος Κύρου, Στρατής Τσίρκας, Δημήτρης Χατζής, Μιχάλης Κατσαρός, Αντρέας Φραγκιάς, πιο πρόσφατα ο Μίλτος Σαχτούρης, προχτές ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Κι άλλοι εκατοντάδες πιο πριν ανάμεσά τους, λιγότερο επιφανείς. Ατέλειωτες σειρές πολεμιστών που σφράγισαν την εποχή και τον κόσμο.

Η γενιά της Ηττας αποχωρεί σαν τους Δροσουλίτες που, όταν διασχίζουν τον ορίζοντα, αφήνουν άλαλους όσους τους αντικρίσουν. Μεριάστε! Μη στενεύετε άλλο τον ορίζοντα!
Μαζί τους αποχωρεί ο Παλιός Κόσμος. Και ο Καινούργιος φαίνεται να αργεί ακόμη, σαν να περιμένει το βιολογικό τέλος των Επιγόνων. Η νεότερη γενιά, αυτή των σημερινών 20άρηδων και 30άρηδων, έχει πάρει ήδη θέση γύρω από τα τείχη. Κι αυτή η γενιά δε θα έχει ούτε την ευαισθησία ούτε το έλεος των παππούδων της.

Σχόλια