To «παράδοξο» του «Dream Show»


(Το άρθρο γράφτηκε και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα πριν απο το χθεσινό ρεσιτάλ αηδίας. Αν το ήξερα θα το "κατάπινα" αμάσητο!. Παρ' αυτά το βγάζω κι εδώ. Για να μου υπενθυμίζει οτι η τηλεοπτική χυδαιότητα είναι ακατάβλητη.)


Οταν το θέατρο «διαβρώνει» την τηλεόραση

Ποτέ δεν κατάλαβα την ανελέητη κριτική που γίνεται στα ριάλιτι σόου, λες και είναι η μεγαλύτερη και η πιο κακοφορμισμένη πληγή της ελληνικής τηλεόρασης. Εχω λίγο πολύ παρακολουθήσει τα περισσότερα και δεν αισθάνομαι την ανάγκη να δικαιολογηθώ γι' αυτό. Η αλήθεια είναι ότι έχω βαρεθεί απίστευτα παρακολουθώντας κάποια από αυτά, ειδικά όταν δείχνουν σκηνές μέσα από το «σπίτι», κι άλλες φορές έχω ενοχληθεί από τη σπουδαιοφάνεια κάποιων «καθηγητών» και συμμετεχόντων στις «κριτικές» επιτροπές και από τον άκομψο τρόπο που παρουσιαστές και παρουσιάστριες επιδιώκουν την αποκάλυψη και μεγέθυνση «σκανδάλων» (συνήθως πρόκειται για υποτυπώδη φλερτ που σπάνε την ανία του εγκλεισμού) μεταξύ των παικτών. Σε καμιά όμως περίπτωση δεν έχω αισθανθεί το «ιερόν μένος» που εκφράζουν κάποιοι εναντίον τους.
Στις περισσότερες νιώθω σαν να παρακολουθώ τα δρώμενα σε ένα ενυδρείο στο οποίο τα «ψάρια» γυροφέρνουν, τρώνε το φαΐ τους, αγαπάνε το κελί τους και προετοιμάζονται για να παρουσιάσουν τα φωνητικά (sic) ή άλλα -ό,τι διαθέτει ο καθένας- προσόντα τους. Ενίοτε διακρίνεις κάποιο «ψαράκι» που ξεχωρίζει. Που μοιάζει να βρέθηκε κατά λάθος εκεί μέσα, αφού τα προσόντα του δείχνουν πως θα μπορούσε να διαπρέψει ελεύθερο στο πέλαγος. Μια τέτοια περίπτωση ήταν, στο περσινό «Super Idol», ο Κύπριος Σταύρος Κωνσταντίνου, με την πραγματικά συγκλονιστική φωνή, αλλά και ο Ησαΐας Ματιάμπα από το πιο παλιό «Να η Ευκαιρία». Παιδιά που θα διαπρέψουν στο χώρο τους, ανεξάρτητα από την «ανορθόδοξη» -αλήθεια ποια είναι η «ορθόδοξη»;- είσοδό τους σε αυτόν. Σπάνιες περιπτώσεις, όπου σε εκπλήσσει η ειλικρίνεια σ’ αυτό που έκαναν και η ποιότητα στο άγουρο των προθέσεών τους, που μάλιστα επιβραβεύτηκαν από το τηλεοπτικό κοινό. Πράγμα που δείχνει ότι ο κόσμος μπορεί να καταναλώνει κουτόχορτο, δε λέει όμως ποτέ «όχι» σε ένα καλοψημένο φιλέτο, αν αυτό του προσφερθεί
Πέραν αυτών των εξαιρέσεων, στις καλύτερες των περιπτώσεων μπορείς να αφεθείς σε ένα ερασιτεχνικό -και γι' αυτό ενδιαφέρον θέαμα-, φτιαγμένο από το τίποτα. Στη χειρότερη, αποτελούν ένα κακό θέαμα ανάλογο των καλλιστείων ομορφιάς ή κάποιων μεταμεσονύχτιων trash προγραμμάτων μικρών καναλιών, μια πασαρέλα με ελαφρώς ταλαντούχα ή παντελώς ατάλαντα «ψώνια», που βάζουν τα δυνατά τους για να μπουν στη showbusiness. Τίποτε περισσότερο ή λιγότερο συναρπαστικό ή επικίνδυνο.
Σίγουρα δεν υπάρχει κάτι που να υποδηλώνει ότι κάτι σημαντικό μπορεί να λειτουργήσει μέσα εκεί, ότι μπορεί να υπάρξει κάποια ρωγμή, κάποια στιγμιαία έστω μεταστροφή ήθους και χαρακτήρα παικτών (και κριτών). Αυτά δηλαδή που συμβαίνουν στον έναν ή στον άλλο βαθμό στις πραγματικές δραματικές σχολές, στα ωδεία και τα εργαστήρια. Σίγουρο είναι επίσης ότι τη μικρότερη ευθύνη τη φέρουν οι παίκτες. Μπορεί αυτά τα παιδιά να μη γίνουν ποτέ σπουδαίοι καλλιτέχνες -άλλα διότι δεν έχουν τη στόφα να γίνουν και άλλα επειδή θα φέρουν εσαεί το «στίγμα» της συμμετοχής τους σε ένα ριάλιτι- το σίγουρο είναι ότι δε διαφέρουν σε τίποτε από τους εκατοντάδες συνομηλίκους τους που εγγράφονται κάθε χρόνο στις σχολές τέχνης. Ούτε περισσότερο «ψώνια» είναι ούτε λιγότερο.
Κι αν αυτά ισχύουν για τα περισσότερα ριάλιτι-«ακαδημίες», διαφορετική είναι η περίπτωση του «Dream Show». Το παρακολουθώ εδώ και λίγο καιρό. Κυρίως τις Κυριακές, που τα παιδιά παρουσιάζουν τα κομμάτια τους, αλλά και τις Παρασκευές, που έχουν πρόβα. Τις αρχικές επιφυλάξεις μου -ομολογουμένως πιο έντονες από τα υπόλοιπα «ακίνδυνα» ριάλιτι- αναίρεσε η συμμετοχή τεσσάρων σπουδαίων θεατρανθρώπων: του Γιάννη Κακλέα, του Κώστα Ζαχαράκη, του Κώστα Αρζόγλου και της Βάνας Πεφάνη ως «καθηγητών» της «ακαδημίας». Συμμετέχουν όχι απλώς ακομπλεξάριστα αλλά και με όλη τους την ψυχή, προσφέροντας ό,τι μπορούν, όσο μπορούν στα παιδιά που συμμετέχουν και στο κοινό που παρακολουθεί. Δημιουργοί αξιολογότατοι όλοι, με σημαντική ιστορία πίσω τους αλλά και με ανάλογα παρακινδυνευμένα τολμήματα (ο Κακλέας έχει σκηνοθετήσει Μιμή Ντενίση), θαρρείς κι έχουν βάλει τα δυνατά τους να αποδείξουν πως το θέατρο είναι μια τέχνη ανοξείδωτη. Μια τέχνη που έχει την ικανότητα να εξαγνίζει ακόμη και τα πιο ευτελή προϊόντα του θεάματος, να ξεγυμνώνει τα «ψώνια» κι όσους θέλουν να το εκμεταλλευτούν και ίσως κάτι περισσότερο: να είναι το θέατρο που «διαβρώνει» την τηλεόραση, που κατορθώνει να περάσει το «μήνυμα στο μπουκάλι».
Και μέχρι στιγμής το πετυχαίνουν.
Γιατί για όλα τα πράγματα, ακόμη και για την τηλεοπτική πραγματικότητα, υπάρχει το ενδεχόμενο μιας μη σχεδιασμένης ή προγραμματισμένης ανατροπής ακόμη και μέσα από τους κανόνες ενός ριάλιτι.
Στο κάτω κάτω, δεν είναι λίγο να παρουσιάζεις έστω και μια σκηνή από την «Οπερα της Πεντάρας» του Μπρεχτ σε μια ζώνη υψηλής θεαματικότητας. Πότε άλλοτε συνέβη κάτι τέτοιο;

Σχόλια