Το φαινόμενο Ουμ Καλσούμ


Oταν το τραγούδι σταματάει το χρόνο

Φέτος έκλεισαν 30 χρόνια από το θάνατο της Ουμ Καλσούμ (1903-1975), της γυναίκας που ένωσε με τη φωνή της τους Αραβες κι έγινε όσο ακόμα ζούσε θρύλος για το λαό της. Οι αναφορές στα ελληνικά Μέσα ελάχιστες και εν πολλοίς τυπικές. Σαν φιλολογικά μνημόσυνα. Ανάμεσα στις εξαιρέσεις το αφιέρωμα του Κωνσταντίνου Ζαχόπουλου στο «Βήμα-Dona» της περασμένης Κυριακής (5/6/05) που διέσωσε την τιμή των ελληνικών περιοδικών εν μέσω γιουρο-θριάμβων και γιουρο-Συντάγματος και στάθηκε η αφορμή για τις παρακάτω σκέψεις:
Από το 1934 μέχρι και το 1973, όταν η Ουμ Καλσούμ τραγουδούσε ζωντανά στο ραδιόφωνο του Καΐρου, η φωνή της έμπαινε από τα μπαλκόνια και τα παράθυρα σε καφενεία, παζάρια, σπίτια, παράγκες, μαγαζιά, υπηρεσίες, γραφεία και αυτοκίνητα. ΙΧήδες, ταξιτζήδες, οδηγοί λεωφορείων και τραμ τραβούσαν το χειρόφρενο, οι επιβάτες κατέβαιναν για να ακούν καλύτερα, οι τροχονόμοι κρεμούσαν τις σφυρίχτρες τους μέχρι να τελειώσει η εκπομπή που μερικές φορές κρατούσε και τρεις και τέσσερις ώρες. Κι αυτό δε συνέβαινε μονάχα στις μεγάλες πόλεις της πατρίδας της, το Κάιρο και την Αλεξάνδρεια, αλλά και στο Χαρτούμ, στη Βηρυτό, στη Δαμασκό και στις περισσότερες πόλεις του αραβικού κόσμου. Οταν φυσικά δε βομβαρδίζονταν από τους δυτικούς ή δε σπαράσσονταν από εμφύλιους πολέμους και κινήματα.
Η κηδεία της το 1975 επισφράγισε με εντυπωσιακό τρόπο το πέρασμά της στον κόσμο. Τρία εκατομμύρια άνθρωποι τη συνόδευσαν στην τελευταία της κατοικία που κι αυτή ακόμη επιλέχτηκε από το λαό που τη λάτρεψε, κόντρα στις επιλογές των αρχόντων, που ήθελαν να τη θάψουν στο νεκροταφείο των επωνύμων. Οι Αιγύπτιοι άρπαξαν το φέρετρο και το πήγαν στο λαϊκό νεκροταφείο του Καΐρου για να την έχουν, λες, για πάντα κοντά τους.
Αντίστοιχο φαινόμενο δεν έχει υπάρξει στην ιστορία της τέχνης πουθενά στον κόσμο. Για τους Αραβες η Ουμ Καλσούμ υπήρξε ό,τι για τους Ελληνες η Σοφία Βέμπο, ο Στέλιος Καζαντζίδης και ο Νίκος Ξυλούρης, αν μπορούσαμε να τους ενώσουμε σε μια και μόνη μορφή, μια ζωή και μια σταδιοδρομία -χωρίς να θέλω να υποτιμήσω, συγκρίνοντάς τους μαζί της, κανέναν από αυτούς τους τρεις εμβληματικούς καλλιτέχνες. Αλλωστε, κάτι παρόμοιο συνέβαινε, τηρουμένων των αναλογιών, όταν έπαιζε η «Μαντουμπάλα» και σταματούσαν τα τρένα για το Μόναχο και κατέβαιναν οι επιβάτες και ο μηχανοδηγός για να ακούσουν τον «Στέλιο τους». Κάτι αντίστοιχο που συμβαίνει και σήμερα στην Κρήτη, όταν ακούγεται η φωνή του Ξυλούρη.
Η Ουμ Καλσούμ εξέφρασε τα αισθήματα, τα πάθη, τη χαρά και το λυγμό του λαού της με εκείνο το σχεδόν άγνωστο στους δυτικούς ήθος της Ανατολής. Κι εκείνος της το ανταπέδωσε και της το ανταποδίδει ακόμη, 30 χρόνια μετά.
Η Καλσούμ ανήκει στην ίδια χορεία των φαινομένων όπως αυτό της Φεϊρούζ, της Εντίθ Πιαφ, της Μαρίας Κάλλας, της Ελα Φιτζέραλντ, του Ελβις Πρίσλεϊ, των «Μπιτλς» ή της Αμάλια Ροντρίγκεζ, που είναι αδύνατον να «κατανοηθούν» αποκλειστικά με βάση το ιστορικό πλαίσιο και τις κοινωνικές συνθήκες της εποχής στην οποία εμφανίστηκαν. Η ένταση και η διάρκειά τους υποσκάπτει κάθε απόπειρα κατανόησης και ταξινόμησης.
Σε αυτήν ακριβώς την αδυναμία κατανόησης και ερμηνείας κρύβεται η «μυστική» τους δύναμη αλλά και η διαφορά τους με φαινόμενα τύπου Sakis, Anna και Elena -της ellinikis show biz- ή των pop idols της παγκόσμιας σκηνής κι όχι στην «εμπορικότητά» τους, όπως τους κατηγορούν οι «προτεστάντες» της «ποιοτικής» τέχνης. O καθένας και η καθεμία από τους πρώτους έχει πουλήσει κι εξακολουθεί να πουλάει όσο όλοι μαζί οι διάττοντες του star system.
Η «μυστική συνταγή» δεν κρύβεται ούτε καν στη μελωδία και το στίχο.
«Μακάρι να μη σε ερωτευόμουν / Στη φωτιά να μην καιγόμουν / Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ / Με την ανάσα μου τα βήματα μετρώ / Την κάθε λέξη σου θυμάμαι / Από την ώρα που ξυπνώ / Μέχρι την ώρα που κοιμάμαι / Μες στην αγάπη χάθηκα / Κι όλοι λένε πως τρελάθηκα», τραγουδούσε η Ουμ Καλσούμ, κι αν δε σου πουν πως το τραγούδι -το «Ana Fi Intizarak» («Σε περιμένω»)- είναι δικό της, μπορεί να νομίσεις πως είναι στίχοι από ένα ακόμη σαχλαμαροτράγουδο του σωρού, ένα ακόμη «σουξεδάκι» ή η προδημοσίευση της επόμενης συμμετοχής μας στη Eurovision.
Γιατί εκείνο που κάνει ένα τραγούδι να σταματά το χρόνο ξεπερνώντας τον και τον τραγουδιστή του να γίνεται θρύλος, να ξεπερνά με τη σειρά του τα σύνορα του χρόνου και της χώρας του, να ενώνει κοινωνικές τάξεις, γενιές και ενίοτε λαούς, δεν έχει να κάνει με την κατανόηση αλλά με τις αισθήσεις. (Ο Διονύσης Χαριτόπουλος («Τα Νέα» 5/10/2002) σε ένα εξαιρετικό άρθρο όπου ανάλυε το φαινόμενο του Στέλιου Καζαντζίδη, κάνοντας παράλληλη αναφορά στην Φεϊρούζ και την Ουμ Καλσούμ, εύστοχα αναφέρεται στον Γκράμσι, που σύστηνε στους ηγέτες της εργατικής τάξης να προσπαθήσουν να περάσουν από το «κατανοώ» στο «αισθάνομαι»).
Και αυτό είναι κάτι που ο άνθρωπος το αναζητά παντού και με κάθε τρόπο, από τις συναυλίες στα στάδια μέχρι το μπουζουκομάγαζο και από το Μέγαρο Μουσικής μέχρι το «σκυλάδικο». Εκεί η βαθύτερη αιτία της μαζικής τηλεθέασης της Γιουροβίζιον και η μαζική συμμετοχή στις επινίκιες πομπές των «ειδώλων» του. Κι η ουσία δεν είναι αν όλα αυτά ακούγονται βλάσφημα αλλά το κατά πόσο, στις ημέρες μας, μπορεί κάποιος να συναντηθεί μέσα από το τραγούδι με αυτό το γνήσιο αίσθημα και όχι με ένα προϊόν που παράγεται -υποτίθεται- για συγκεκριμένες ανάγκες, συσκευάζεται αναλόγως και προωθείται προς πώληση και κατανάλωση μέχρι την ημερομηνία λήξης του.


Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου