Μεταξύ ζωής και πραγματικότητας


Από το «απέραντο φρενοκομείο» στην απέραντη απελπισία

Η ατμόσφαιρα θαρρείς και γίνεται όλο και πιο αποπνικτική. Και δεν είναι η αβάσταχτη υγρασία του φετινού Ιουνίου. Ούτε έχει να κάνει με αυτήν τη χρόνια ακινησία της Θεσσαλονίκης ή τους εκ διαμέτρου αντίθετους, απάνθρωπους ρυθμούς της μετα-ολυμπιακής Αθήνας και της μονότονης πλέον και ατελέσφορης γκρίνιας γι’ αυτές τις πόλεις. Είναι αυτή η διάχυτη, παχύρρευστη απαισιοδοξία, που μεταδίδεται από τον έναν στον άλλο σαν την πανούκλα μέσα από το 4ης και 5ης γενιάς κινητό μας, τις κουβέντες στο γραφείο, τα μουρμουρητά στο λεωφορείο, τις αδιέξοδες συζητήσεις με τους φίλους, την κατήφεια στο μεσημεριανό τραπέζι. Είναι η απαισιοδοξία που απορροφάται από την τηλεοπτική εικόνα για να μας επιστραφεί ενισχυμένη ως ένα θέαμα αθλιότητας -της δικής μας αθλιότητας- όπου η κάθε λογής εξουσία διατυμπανίζει την ανικανότητά της να επιλύσει και το μικρότερο, έστω, πρόβλημα, ενώ συσσωρεύονται και άλλα μέρα με την ημέρα, με αποτέλεσμα να συμβαίνει το παράδοξο: το θέαμα της αθλιότητας, η τηλεόραση-καθρέφτης να γίνεται πιο δημοφιλής κι από αυτό το «θέαμα της ευτυχίας», πάνω στο οποίο είχε, επί δεκαετίες, στηρίξει την ύπαρξή της.
Ο αναλογικός κόσμος μοιάζει να βουλιάζει μέσα σε μια οθόνη που αναπαράγει, ψηφιακά αυτήν τη φορά, το ναυάγιο της ίδιας μας της πραγματικότητας. Θέαμα που διακόπτεται (ή μήπως συμπληρώνεται;) από διαφημίσεις καταναλωτικών και στεγαστικών δανείων, πιστωτικών καρτών, κρατικού τζόγου, οικονομικών προγραμμάτων κινητής τηλεφωνίας, αυτοκινήτων που μπορούν να αποκτηθούν με μηδενική προκαταβολή και να εξοφληθούν σε δεκάδες δόσεις, εάν δεν ειρωνεύονται το κοινό τους με ευτυχισμένες οικογένειες, μαγικά ταξίδια και πανάκριβα είδη πολυτελείας, εκτός τόπου και χρόνου.
Σύντομα αντιλαμβάνεσαι ότι δεν είσαι μόνο εσύ ο απαισιόδοξος, ότι ολόκληρη η κοινωνία βαδίζει στα όρια της απελπισίας, ότι κι έξω τα πράγματα δεν είναι καθόλου καλύτερα. Οι συζητήσεις ξεκινούν με γκρίζες περιγραφές και καταλήγουν σε μαύρα συμπεράσματα.
Ομως και αυτή ακόμη η συνειδητοποίηση της κοινής μοίρας δεν παίρνει το βάρος από πάνω σου, αλλά ίσα ίσα σου στερεί και την τελευταία ελπίδα πως κάπου αλλού, αν τολμούσες να φύγεις από τη χώρα σου, τα πράγματα θα ήσαν κάπως καλύτερα. Δεν έχεις δηλαδή καν την ελπίδα που πριν από λίγα χρόνια είχε ο -φτωχότερος- γείτονας που περνούσε παράνομα τα σύνορα, που στοιβαζόταν σε σκυλοπνίχτες για να βρει την τύχη του.
Το «απέραντο φρενοκομείο» της δεκαετίας του '80 και η «απέραντη χρηματιστηριακή φούσκα» της δεκαετίας του '90 έχουν δώσει τη θέση τους στην απέραντη απελπισία.
Μια απελπισία σχεδόν βουβή, που δεν εκλογικεύεται ούτε καν ως οικονομική δυσπραγία, αφού είναι φανερό ότι πηγάζει από κάπου βαθύτερα κι ότι απλώς οξύνεται από το άγχος της επόμενης δόσης, του επόμενου λογαριασμού, του επόμενου χρέους που θα διογκώσει τα ήδη συσσωρευμένα χρέη και τις μελλούμενες υποχρεώσεις.
Δεν έχει να κάνει με την αγωνία για την εξόφληση του όποιου -ατομικού ή συλλογικού- χρέους. Περισσότερο μοιάζει με εκείνη τη συγκαταβατική απαισιοδοξία που ακολουθεί το «σφράγισμα» της ακάλυπτης επιταγής. Τη μοιρολατρική αποδοχή της αδυναμίας να είσαι «εντάξει» με τις υποχρεώσεις σου απέναντι στον πελάτη, στο συνεργάτη, στην αγορά, στο φίλο, στο συγγενή, στην κοινωνία, στον ίδιο σου τον εαυτό. Χωρίς μάλιστα να νιώθεις πως απαξιώνεσαι ηθικά, αφού κανείς άλλωστε δεν είναι «εντάξει» απέναντί σου, αφού κανείς δεν είναι «εντάξει» με κανέναν.
Ομως η απελπισία των ημερών μας δεν έχει ως μοναδικό αίτιο την κοινή και εδραιωμένη από τα κάθε λογής «Ευρωβαρόμετρα» διαπίστωση ότι γινόμαστε όλο και φτωχότεροι, όλο και πιο απαισιόδοξοι. Κι άλλες φορές βιώσαμε τη φτώχεια σε βαθμό απείρως μεγαλύτερο από το σημερινό. Τη φτώχεια πέραν της απόλυτης ανέχειας, στα όρια του λιμού. Ποτέ όμως δε βυθιστήκαμε τόσο πολύ στην απελπισία.
Σίγουρα δεν είναι η απελπισία του καταπιεσμένου από κάποιον τύραννο, κατακτητή ή εισβολέα.
Δεν είναι καν η απελπισία μπροστά σε μία συντελεσθείσα ή επερχόμενη ήττα. Διότι η ήττα προϋποθέτει παιχνίδι και το παιχνίδι (ακόμη κι αν παίζεις με… τη Βραζιλία) ενέχει την αμυδρή έστω ελπίδα της νίκης επί του αντιπάλου.
Εδώ ελπίδα δεν υπάρχει. Η μοναδική αναμέτρηση που λαμβάνει χώρα είναι αυτή ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη ζωή. Εκεί που η ζωή «τρώει» γκολ από τα αποδυτήρια, χωρίς να έχει την παραμικρή πιθανότητα, όχι να προηγηθεί, αλλά έστω να ισοφαρίσει, να ταυτιστεί με την πραγματικότητα.
Η απελπισία -η πραγματικότητα- των ημερών μας δεν έχει αντίπαλο, έχει να κάνει με αντικειμενική πλέον αδυναμία πραγματοποίησης των επιθυμιών και των προσδοκιών μας σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Είναι η απελπισία της τελεσίδικης διάψευσης. Είναι η απελπισία που δε μετριάζεται από κανενός είδους στήριγμα και κανενός είδους παρηγορητικό παραμύθι, αφού ακόμη κι αυτή η Εκκλησία με τα έργα και τις ημέρες της διαψεύδει το «παραμύθι των φτωχών και των αθώων». Είναι η απελπισία που διαβρώνει ολόκληρη την κοινωνία μαζί με τα εσωτερικά της σύνορα, καταδικάζοντάς μας σε μια διαρκή αναβολή αποφάσεων και σε μια υποχρεωτική αδράνεια. Μια απελπισία κοινής λήψης, όπου κανείς και τίποτα δε μοιάζει να μπορεί να της αντισταθεί.
Τίποτα; Κανείς;
Ο εχθρός της απελπισίας είναι η ερώτηση. Γι' αυτό και δεν υπάρχουν απελπισμένα παιδιά (ακόμη κι αν η κατάστασή τους, όπως αυτά που ζουν στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, είναι απελπιστική). Επειδή δε σταματούν να θέτουν ερωτήματα.




Σχόλια