Εκ προμελέτης (Αντίο "κουβαράκι"!)

Πετάχτηκε από το πουθενά σε ένα από αυτά τα γαμημένα χιλιόμετρα που κάνω καθημερινά πάνω-κάτω από το χωριό στην πόλη και τούμπαλιν. Δεν πρόλαβα να αντιδράσω. Ακουσα το «γκντουπ» στη λαμαρίνα και μετά δυο-τρία χτυπήματα κάτω από το αμάξι και στις ρόδες. Ο εφιάλτης των δύο τελευταίων χρόνων είχε γίνει πραγματικότητα. Ασυναίσθητα το πόδι μου σανίδωσε το φρένο. Σταμάτησα λίγα μέτρα πιο κάτω και πετάχτηκα από το αυτοκίνητο. Ούτε πόρτα πρόσεξα ούτε αν έρχεται κανένας. Ζούσα τον εφιάλτη μου ως πλήρες ολοκλήρωμα. Με το χρόνο παγωμένο και τον αέρα να πυκνώνει, να στερεοποιείται. Η απόσταση από το τριχωτό κουβαράκι έμοιαζε αγεφύρωτη. Δοκίμασα να τρέξω. Δεν βοηθούσαν τα πόδια. Εφτασα. Στάθηκα από πάνω του. Δεν μπορούσα να διακρίνω τίποτα. Σάλευε. Γονάτισα χωρίς να αγγίζω. Κοιτούσα. Ξεχώρισα ένα ποδαράκι. Τόσο δα. Να ανοιγοκλείνει τα νυχάκια του. Δεν θα ήταν πάνω από 3, άντε 4 μηνών. Μωράκι. Οι σκέψεις μου γέμισαν υποκοριστικά. Ο κόσμος μίκραινε –το κουβαράκι μεγάλωνε, δεν ξέρω… Όλα γινόντουσαν κόκκινα. Δεν έβλεπα το κεφάλι του. Ηταν γυρισμένο προς τα μέσα. Κάτω από σώμα. Απλωσα το χέρι μου. Τα δάχτυλά μου μού φάνηκαν άθλια. Σαν σκουλήκια. Τα μίσησα. Το άγγιξα απαλά. Με τα δάχτυλα. Δεν είχα άλλο τρόπο. Απαλό τρίχωμα. Καστανακόκκινο. Όλα κόκκινα. Κανένα ήχος. Δεν άκουγα τίποτα. Ο κόσμος στο mute. Ο χρόνος στο pause. Η ψυχή μου στην κόλαση. Η ψυχή του εκεί. Ακόμη. Γύρισε όσο μπορούσε το κεφάλι του στο πλάι. Δεν μπορούσε. Ελάχιστα. Πλημμυρισμένο στο αίμα που έβγαινε από το στόμα και το αυτί του. Κι όμως έκανε ένα ανεπαίσθητο «χχχχ». Το «χχχ» της άμυνας, της ενόχλησης, της ζωής που υπερασπίζεται τη ζωή. Το «χχχ» που ήταν ένα μεγάλο «ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ ΝΑ ΠΑΣ ΑΝΘΡΩΠΕ!». Στο διάολο έχω πάει γαμώτι μου. Του χάϊδεψα το σβέρκο να ηρεμήσει λίγο, να καταλάβει πως ξέρω από γατιά, πως ξέρω από χάδια, πως ξέρω…
Προσπάθησα να το γυρίσω με την ψευδαίσθηση ότι δεν έχουν χαθεί όλα. Ότι δεν μπορεί να έχουν χαθεί όλα. Ότι όλα τα κλισέ λειτουργούν. Ότι οι γάτες είναι εφτάψυχες. Μαλακίες. Μαλακίες. Μαλακίες. Από κάτω ήταν ανοιχτό. Επιασα κόκκαλα, έπιασα όργανα, έπιασα αίμα, έπιασα το γάλα της μάνας του, έπιασα τον εαυτό μου να ουρλιάζει «βοήθεια» και να μη βγαίνει ήχος μέσα σε ένα κρύο αβάσταχτο. Έκλεισα με την παλάμη μου την ανοιγμένη κοιλιά του προσπαθώντας να συγκρατήσω ο,τι έβγαινε από μέσα. Σαν να του έκλεινα τη ζακέτα να μην κρυώνει. Το αίμα έτρεχε από παντού. Γύρισα το κεφάλι του λίγο ακόμη. Το κρατούσα πλαγιασμένο. Πνιγόταν. Κι άλλο αίμα από το στόμα. Αφρός από τη μύτη. Μια νταλίκα πέρασε από δίπλα. Κόρναρε. Το είδα στον αέρα το κορνάρισμα. Δεν το άκουσα. Συνειδητοποίησα ότι καθόμουν οκλαδόν μέσα στη μέση της ασφάλτου και ότι δεν μπορούσα να κουνηθώ από εκεί δε πα να περνούσε η νταλίκα από πάνω μου. Το κοίταξα πάλι. Τεντώθηκε. Απλωσε τα νυχάκια. Νομίζω ότι για μια στιγμή σκεφτήκαμε το ίδιο πράγμα: τη μάνα μας. Κι ύστερα έφυγε. Πέταξε μέσα από τα χέρια μου. Πάνω από το κεφάλι μου, πάνω από την άσφαλτο, πάνω από όλα. Ενιωσα απίστευτα ανήμπορος –εγώ, ο ικανός να αφαιρεί ζωές. Σηκώθηκα. Περάσαμε μαζί στα χωράφια. Εσκαψα. Εκοψα λουλούδια. Το άκουσα να νιαουρίζει από τη μεριά της θάλασσας. Αφησα για ώρα τα δάχτυλά μου στο λαιμό του μήπως και λάθεψα και δώσει σημάδι ζωής. Προσευχήθηκα. Αναρωτήθηκα αν αυτά τα περήφανα ζώα έχουν ένα δικό τους «ή Ταν ή επι Τας» που να έχει να κάνει με την ελευθερία της ψυχής τους. Το σκέπασα με χώμα. Θα ήθελα να ‘χα το θάρρος να ρίξω χώμα και στα δικά μου μαλλιά. Να βρω έναν τρόπο πένθους αντάξιο για την ύβρη που διέπραξα. Και τότε μόνο άρχισε πάλι να αραιώνει ο αέρας και να παίρνω ανάσες. Θα μπορούσε να ήταν μια όμορφη ημέρα σήμερα. Το πρωί είχε σηκωθεί να πάει μια μοναχική βόλτα. Ισως την πρώτη που τόλμησε μόνο του. Χάζευε τις πεταλούδες. Ενιωθε την πρώτη ζέστη του καλοκαιριού. Ηταν Τρίτη. 14 Ιουνίου του 2005. Τώρα ήταν τίποτα. Είναι όλα. Είναι άτρωτο.

Και απο τώρα και στο εξής θα έχω να σηκώνω και αυτό το βάρος. Το ελάχιστο για κάποιους. Το ασήκωτο για εμένα. Ακόμη πιο θνητός. Μέχρι το τέλος…

Θέλω να κάνω, από καρδιάς, μια έκκληση προς όλες και όλους όσοι θα έχετε την δυστυχία να ζήσετε κάτι ανάλογο: Μη φύγετε! Συντροφέψτε αυτό το πλασματάκι στα τελευταία του λεπτά. Το έχει ανάγκη. Πιο πολύ όμως το έχετε ανάγκη εσείς. Πιστέψτε με!
(Πόσο μάλλον αν μπορέσετε να το σώσετε. Εγώ δεν μπόρεσα…)





Σχόλια

  1. Πήγε εκεί. Και δεν σου κρατάει κακία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. πραγματικά δεν έχω λόγια...
    δάκρυσα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Διάολε! Είναι από τις χειρότερες εμπειρίες. Ξέρω πως αισθάνθηκες.

    Στα 123.000 χιλιόμετρα που δείχνει ο μετρητής έχουμε χτυπήσει ένα σκυλάκι. Μόλις τον περασμένο Σεπτέμβρη, ένα αυτοκίνητο σκότωσε το δικό μας αγαπημένο σκυλί.

    Πονέσαμε και τις δυο φορές.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Το κουβαράκι με παρακάλεσε να σου πω να μη νοιώθεις έτσι... Ξέρει ότι τίποτε δεν ήταν "εκ προμελέτης". Σε ευχαριστεί για το χάδι που του έδωσες πριν φύγει για πάντα.
    Θα νοιώσει πιο αναπαυμένο λέει,μόλις αισθανθεί ότι ξεπέρασες τις ενοχές...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ενας εφιάλτης που είναι και δικος μου κάθε φορά που χιλιομετρώ. Λυπάμαι που σ' εσενα έγινε πραγματικότητα. Μόνο μιά φράση μου ρχεται να πώ: "Παιδάκι μου!" ....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. ρε γαμώτο είναι άσχημο, αλλά σε κάθε βήμαμπορούν να γίνουν τέτοια και πολύ πολύ χειρότερα
    εγώτην προηγούμενη βδομάδα χτύπησα μια σαύρα σε ένα χωματόδρομο... αν πήγαινα λίγο πιο αργά...
    δεν γινεται ομως να υπάρξεις και να κινηθείς σε αυτό τον κόσμο χωρίς να σκοτώνεις με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, για φαί, για αποφυγή ενόχλησης, γιατί δεν μπορείς να προσέχεις τα πάντα...
    Κάθε μέρα περπατώντας έξω σκοτώνουμε κάποια μερμήγκια ή άλλα ζουζούνια
    προχθες είδα μια γάτα εδώ στη γειτονιά μου και είχε στο στόμα της ένα μωρό κοτσύφι, μήπως θα το έτρωγε; έτσι το σκότωσε...
    άσχημα είναι τα ατυχήματα, καλό είναι να προσέχει όσο μπορεί κανείς, ομως ατυχήματα πάλι συμβαίνουν

    γιατί δηλαδή εκ προμελέτης;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Μπραβο που ειχες τη δυναμη να σταματησεις και να πας κοντα.Εγω δεν ξερω αν θα πηγαινα.Λεω πως ναι,αλλα και μονο στην περιγραφη,πονεσα...............
    .........................................................................................................
    αλλα ετσι ειναι.Μονο το δικο μας πονο σκεφτομαστε.ΤΟ κερατο μου..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. "δεν γινεται ομως να υπάρξεις και να κινηθείς σε αυτό τον κόσμο χωρίς να σκοτώνεις με τον έναν ή τον άλλο τρόπο..."

    ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Το ακούσιο δεν είναι επιλήψιμο, ποιος ξέρεις τι άλλο "σκοτώνουμε" κατα λάθος καθημερινά! Το μέγεθος(σωματικό τουλάχιστον) του θήματος δεν έχει σημασία (αν έχεις ασπαστεί το Ζωροαστρισμό βέβαια)αλλά κανείς δεν ξέρει ποιες μοίρες πρέπει να "συναντηθούν" και πως πρέπει να πληρώσει η κάθε μια από αυτές... αν βέβαια πάρχει κάποιος που κινεί τα νήματα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. τουλάχιστον, ευτυχώς για σένα φίλε μου που μιλάς εσύ γι συτό...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Πρωσωπικα θα συχαινόμουν να πιάσω τα χυμένα έντερα ενός αδέσποτου γατιού. Το καλύτερο που θα μπορούσες να κάνεις είναι να το έβγαζες από την μιζέρια του μια ώρα αρχύτερα για να μην υποφέρει,αφού η κατάσταση του ήταν μη αναστρέψιμη σε κάνει να νιώθεις καλύτερα εμείς στην γειτονιά μου συνηθίζαμε να βασανίζουμε ζωάκια για παίζουμε. Τώρα πάτησες εσύ ένα γατί , δεν λες πάλι καλά που δεν τράκαρες πουθενά., αύριο μπορεί να κολλήσεις εσύ καμιά τοξοπλάσμωση από καμιά γάτα και να πας με τρόπο αργό και επώδυνο. Μην καταστρέφεις ότι δεν μπορείς να δημιουργήσεις.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου