Πες μου σχέδια…


Αυτό το καλοκαίρι θα ξαναμπώ, μετά από χρόνια, σε ένα καράβι για τις Κυκλάδες. Και όταν θα ανεβαίνουμε στο κατάστρωμα, θα είναι αρχές του αιώνα και θα κρατάω τα «Ποιήματα - Δοκίμια - Θραύσματα» του Κάμινγκς στο ένα χέρι και στο άλλο το μικρό μου γιο.
Οταν λυθούν οι κάβοι και η Θεσσαλονίκη θα αρχίσει -επιτέλους!- να ξεμακραίνει, θα ανοίξω στην πρώτη σελίδα της εισαγωγής του Χάρη Βλαβιανού και θα μάθω πως πρέπει να γράφω τον κάμμινγκς με πεζά, όπως επέμενε ο ίδιος, κι ύστερα θα πεταχτώ να πάρω καφέ και πορτοκαλάδες και γεμιστά μπισκότα σοκολάτα για τα παιδιά και θα χαζεύουμε τα «πόδια» της Χαλκιδικής, καθώς ο αέρας θα γυρίζει τις σελίδες για να φτάσει στην 115 και να υποτιτλίσει τη θέα: «Το καθετί δίπλα στο νερό φαντάζει ωραιότερο». Και θα είναι Πέμπτη, επτά η ώρα το απόγευμα.
Υστερα θα πάμε να βρούμε την καμπίνα μας. Τα μικρά θα ενθουσιαστούν και θα θέλουν να πιάσουν το επάνω κρεβάτι. Θα τακτοποιήσουμε τα πράγματα και θα βγούμε και πάλι να χαιρετήσουμε τον ήλιο. Θα μιλήσουμε για τον Ολυμπο και τους δώδεκα θεούς του, για το Αιγαίο και πώς πήρε το όνομά του, για τα νησιά που θα έχουν αρχίσει να αχνοφέγγουν στο Νότο πριν τα καταπιεί το σούρουπο. Θα ανακαλύπτουμε τον κόσμο. Απ' την αρχή. Και μετά θα θέλω να ακούσω το Faraway So Close του Nick Cave, να πούμε παραμύθια για πειρατές και κουρσάρους στα παιδιά και θα αφήσουμε τον ύπνο να μας ταξιδέψει οικογενειακώς.
Το πρωί της Παρασκευής θα μας ξυπνήσει το σφύριγμα του καραβιού που θα «πιάνει» Ερμούπολη και η αγωνία η δική μου να προλάβω να κατέβω στο γκαράζ για να πάρω το αυτοκίνητο. (Αν είχα προλάβει να διαβάσω την «Τυραννία της Στιγμής» του Τόμας Ερικσεν, η αγωνία αυτή θα ήταν περιττή. Ισως και να εξαφανιζόταν. Αντίθετα η «Βραδύτητα» του Κούντερα ίσως, τη συγκεκριμένη στιγμή, αποδεικνυόταν καταστροφική για το υπόλοιπο των διακοπών μας).
Τα Δικαστήρια θα είναι στη θέση τους, το ίδιο και η Ανω Σύρος με την καθολική εκκλησία του Σαν Τζώρτζη, το ίδιο και οι συγγενείς και οι φίλοι που θα μας περιμένουν στο λιμάνι.
Θα φάμε πρωινό στην πλατεία δίπλα στο Δημαρχείο κάτω από τους φοίνικες και θα φλυαρώ αδιάκοπα για το θέατρο Απόλλων, για τον Μάνο Ελευθερίου, για την κατάντια του καζίνου, για το πόσο μοιάζουν η Θεσσαλονίκη με τη Σύρο, για τον Μάρκο Βαμβακάρη, για καλοκαίρια του περασμένου αιώνα, για... Και θα είναι -ελπίζω!- ακόμα καλοκαίρι όταν θα ξεκινήσουμε για τον Γαλησσά.
Θα περάσουμε ολόκληρη την υπόλοιπη μέρα στη θάλασσα. Χωρίς κανένα πρόγραμμα -μην τρομάζεις. Εγώ θα πιω ένα ποτήρι ούζο. Οσο θα διαβάζω το τελευταίο του Γιώργου - Ικαρου Μπαμπασάκη: La Vie Est Belle, et Facile. Κι έτσι θα συνεχιστεί το καλοκαίρι. Μια των ημερών θα πάμε στο σπίτι μας στη Μύκονο. Ισως να πεταχτούμε και απέναντι στην Τήνο. Για τη Δήλο δεν υπόσχομαι.
Ισως πάλι να μείνουμε εκεί, στις παραλίες της Σύρου και δεν κουνηθούμε καθόλου. Χωρίς πρόγραμμα. Χωρίς εφημερίδες. Χωρίς κινητά. Χωρίς «πρέπει».
Μονάχα ένα από όλα τα βράδια αυτού του καλοκαιριού, του 2005, όταν η Τζόπλιν θα ακούγεται, όπως κάθε χρόνο μέσα από τα πεύκα, να τραγουδάει το «when the life is easy», κι εμείς στην αυλή θα τρώμε καρπούζι και θα πίνουμε παγωμένες βότκες, ενώ τα παιδιά θα κοιμούνται με τα πόδια γεμάτα άμμο και τα «Μίκυ Μάους» στο πάτωμα, θα ήθελα να με αφήσεις να σου διαβάσω αυτό το απόσπασμα:
«Σου λέω σχέδια: Θ’ ανοίξουμε ένα μικρό διανυκτερεύον βιβλιοπωλείο για τρελούς ερωτευμένους, θα φοράω μαύρο μακρύ παλτό και σκούφο, θα κάθομαι μπροστά στη φουφού ενός καστανά, θα φοράς κόκκινο μακρύ φουστάνι και γάντια από τούλι, θα κάθεσαι σε μια μπερζέρα, θα είσαι πολύ όμορφη, τα βιβλία που αγαπάμε θα τα έχουμε σε μπαούλα χρυσοποίκιλτα, σε μεγάλα βαριά ξύλινα τραπέζια, σε κασέλες με βελούδο, σε ασημένιους δίσκους, κάθε τόσο θα σου δίνω να πιεις ζεστή σοκολάτα και μπράντυ, τα βιβλία που δεν αγαπάμε θα τα έχουμε σε σκουπιδοτενεκέδες από κασσίτερο, θα καπνίζω Gitanes, εσύ δεν θα καπνίζεις ποτέ, τα μάτια σου θα είναι πρασινοκόκκινα, τα μάτια μου θα είναι γαλαζοκόκκινα, θα πίνω Jameson, οι πελάτες θα περνάνε από έλεγχο, θα κοιταζόμαστε στα πρασινοκόκκινα και γαλαζοκόκκινα μάτια χωρίς να λέμε λέξη και θα τους εγκρίνουμε ή θα τους απορρίπτουμε στη στιγμή, θα είσαι πολύ όμορφη, θα σου διαβάζω την αυγή πριν κοιμηθείς και θα σου χαϊδεύω τα μαλλιά, θα κλαίμε μαζί, from here to eternity· πες μου σχέδια» (Εκδ. ΕΡΑΤΩ 2004).
Και θα είναι ακόμη καλοκαίρι. Και θα έχω πάψει να φοβάμαι τους χειμώνες σαν κι αυτόν που πέρασε και σαν εκείνους που θα έλθουν.


Πες μου σχέδια.


Σχόλια

  1. Έλα ρε Ναυτίλε, με ταξίδεψες στο παρελθόν. Πιτσιρικάς στο πλοίο για Κρήτη. Και να αποχαιρετάμε τα "πόδια της Χαλκιδικής".

    Αντικατέστησε τη βότκα με τσικουδιά κρητική, αλλά άσε μου στα πόδια την άμμο. Α, και στο πάτωμα τα "Μίκυ Μάους".

    Να' σαι καλά...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σα να διαβάζω στιγμιότυπα απ' το μέλλον μου.

    Να ξανα 'σαι καλά...

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου