Οι βλαβερές συνέπειες του καπνού

Από την ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ

«Ο αιώνας που πέρασε μάς αποχαιρέτησε μ' ένα τσιγάρο στο χέρι. Ο επελθών μάλλον θα είναι εντελώς άκαπνος», διάβαζα τις προάλλες.

Λέτε; Αμφιβάλλω. Πιθανότερο είναι η απαγόρευση να ξαναδώσει στο τσιγάρο την αίγλη του παρά να γίνει το τσιγάρο η κακιά συνήθεια μιας χούφτας αμετανόητων περιθωριακών. Θυμίζω ότι για τους συγγραφείς της μνημειώδους ιστορίας του καπνού, που κυκλοφόρησε στις αρχές της χρονιάς, το δίδυμο Sander L. Gilman και Zhou Xun, το κάπνισμα είναι μια δραστηριότητα που ορίζει τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος, «ενισχύοντας τη σχέση μας με το δίκτυο που ονομάζουμε ανθρωπότητα». Οσο κι αν σήμερα ο καπνός λογίζεται «μίασμα - που μολύνει το ανύποπτο σώμα τού χρήστη και καταστρέφει όχι μόνο τις κοινωνικές σχέσεις αλλά και την ίδια τη ζωή», όσο κι αν το κάπνισμα «συνδέεται με το κατ' εξοχήν διακύβευμα της μοντέρνας αυτονομίας: επιλέγουμε να κάνουμε κάτι που καταστρέφει τη δυνατότητά μας να επιλέξουμε στο μέλλον;», η γοητεία του τσιγάρου παραμένει, γιατί «ενδίδουμε σ' αυτήν οικειοθελώς, σε αναζήτηση της απόλαυσης, ακόμη κι αν, ή ίσως ακριβώς επειδή αυτή η απόλαυση είναι άρρηκτα δεμένη με την υπόσχεση της διακινδύνευσης».

Δεν ξέρω αν έχει εκπνεύσει εντελώς σήμερα το παμπάλαιο, συναρπαστικό αίτημα του «ζην επικινδύνως» -έστω κι αν το κάπνισμα είναι η πλέον ασφαλής εκδοχή του. Υπήρξε πάντως συστατικό στοιχείο της κουλτούρας μας. Ακόμη κι αν τα αμερικανικά ταχυδρομεία απάλειψαν το τσιγάρο από τα γραμματόσημα που απεικονίζουν τον μπλουζίστα Ρόμπερτ Τζόνσον ή τον εμβληματικό ζωγράφο Τζάκσον Πόλοκ, ακόμη κι αν οι Γάλλοι ακολούθησαν ασμένως, αποσπώντας τη γόπα από τα δάχτυλα του Καμί, τα δαχτυλίδια του καπνού θα συνεχίσουν να θολώνουν γλυκά κάθε χειρονομία που ομνύει στη θεατρικότητα, να συνοδεύουν κάθε πνευματικό σκίρτημα. Το συνειδητοποιούμε ξεφυλλίζοντας το άλμπουμ του κριτικού Luc Sante με τον ειρωνικό τίτλο «Νο Smoking». Μέσα από τις σελίδες του μας ατενίζουν θολά ο Μάιλς Ντέιβις και ο Ρόμπερτ Μίτσαμ, η Μέριλιν Μονρόε και ο Πίτερ Φολκ, ο Τζακ Λέμον και ο Ζακ Τατί, η υπέροχη Τζιν Σίμπεργκ από το αριστούργημα του Τριφό «Με κομμένη την ανάσα». Είτε το θεωρούμε «υπέροχο» (όπως ο Ρίτσαρντ Κλάιν στην ελεγεία του «Τα τσιγάρα είναι υπέροχα») είτε αυτοκαταστροφικό, χωρίς το κάπνισμα ο 20ός αιώνας δεν θα ήταν αυτό που υπήρξε. Τι μπορεί να το αντικαταστήσει; Πώς μπορεί η κοινοτοπία της καλής υγείας να ανταγωνιστεί μια «κομμένη ανάσα»;

Το τσιγάρο, ανάμεσα στον δείκτη και τον μέσο, κάνει το χέρι πιο εύγλωττο, το στόμα λαλίστερο, το μυαλό διαυγέστερο. Ο καπνός είναι υπαινιγμός -μπορεί να του προσδώσει κανείς όποιο περιεχόμενο προκρίνει. Κι ύστερα, ό, τι και να έχει κανείς να καταλογίσει στο κάπνισμα, σίγουρα δεν μπορεί να το καταδικάσει ως στερημένο νοήματος -αφού, με τα λόγια του ίδιου του Ντεριντά, είναι μια δραστηριότητα που «σηματοδοτεί τη σημασία». Fumer est prier (το κάπνισμα είναι προσευχή), έλεγαν οι καπνιστές του ρομαντικού Παρισιού στην αυγή του 20ού αιώνα. Το κάπνισμα είναι καταβροχθιστικό πάθος, θα επέμεναν οι θεριακλήδες επίγονοί τους, φέρνοντας στο μυαλό μας τα πούρα της Κολέτ, τις πίπες του Σιμενόν, τα κίτρινα δάχτυλα του Σαρτρ και την εγγραφή της Σιμόν ντε Μποβουάρ στο ημερολόγιό της, λίγο καιρό πριν ο σύντροφός της πεθάνει: «Ο Σαρτρ θα μπορούσε να σώσει τα πόδια του μόνο αν σταματούσε το κάπνισμα. Αν δεν ξανακάπνιζε ποτέ, η κατάστασή του θα βελτιωνόταν πολύ και θα εξασφάλιζε ήρεμα γηρατειά και φυσιολογικό θάνατο. Αλλιώς θα έπρεπε να του κόψουν τα δάχτυλα, μετά το πέλμα, μετά τη γάμπα. Ο Σαρτρ έδειξε να εντυπωσιάζεται. Οσο για τον καπνό, είπε ότι ήθελε να το ξανασκεφτεί...».

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 04/06/2005






Σχόλια