Πάμε σαν άλλοτε (;)

Η Αλκηστις Πρωτοψάλτη, ο Γιώργος Νταλάρας, ο Χρήστος Νικολόπουλος, η Ελευθερία Αρβανιτάκη, η Δήμητρα Γαλάνη, ο Γιάννης Πάριος, η Χάρις Αλεξίου, ο Μανώλης Μητσιάς, η Αννα Βίσση, η Μαριώ, η Γλυκερία, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Μάνος Λοΐζος και ο Νίκος Ξυλούρης σαρώνουν εδώ και καιρό το τοπ 50 του ελληνικού ρεπερτορίου. Στο μαγαζί όπου εμφανίζονται ο Διονύσης Σαββόπουλος και ο Νίκος Πορτοκάλογλου δεν πέφτει καρφίτσα. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει σε όλα τα είδη μουσικής, είτε δίνει συναυλία ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου είτε εμφανίζεται ο Τόλης Βοσκόπουλος. Το ίδιο και στον κινηματογράφο, όπου Αγγελόπουλος και Βούλγαρης είναι ό,τι ο Ολυμπιακός και ο Παναθηναϊκός για το ποδόσφαιρο. Το ίδιο και στην τηλεόραση, όπου εκτός από τους «Απαράδεκτους», που κάνουν ρεκόρ τηλεθέασης κάθε Παρασκευή στο Mega, οι «παλαιοί» Κουτσομύτης, Κοκκινόπουλος, Φώσκολος, Ακρίτα, Δήμητρα Παπαδοπούλου, Ρέπας και Παπαθανασίου, παραμένουν -με ελάχιστες εξαιρέσεις- δίχως αντίπαλο και διαδόχους.
Και για να μη λέμε μόνο για τα δικά μας: οι U2, οι REM, o Τομ Γουέιτς, ο Μπον Τζόβι, η Κάιλι Μινόγκ, οι Iron Maiden, ο Ελβις Κοστέλο, ο Μικ Τζάγκερ, η Νάνσι Σινάτρα αλλά και ο πατέρας της, Φρανκ Σινάτρα, φιγουράρουν στην κορυφή των τσαρτ Aνατολής και Δύσης. «Δεινόσαυροι» όπως οι Deep Purple, οι Uriah Heep, οι Nazareth, οι AC/DC και, φυσικά, οι Rolling Stones συνεχίζουν τις εμφανίσεις τους σε όλο τον κόσμο. «Ιερά τέρατα» όπως οι Doors, οι Who, οι Gang of Four επανασυνδέονται, αντικαθιστώντας τα εκπλιπόντα μέλη τους, βγάζουν νέους δίσκους και ξεκινούν παγκόσμιες περιοδείες. Οι Queen ετοιμάζονται να κάνουν το ίδιο.
Πού βρισκόμαστε; Σε ποιο έτος ακριβώς ζούμε; Σε ποια δεκαετία; Στη δεκαετία του '60, του '70 ή του '80; Ή μήπως «κολλήσαμε» στη δεκαετία του ’90, αρνούμενοι να πάμε παρακάτω;
Το σίγουρο είναι ότι ζούμε οπουδήποτε αλλού κι άλλοτε εκτός από το σήμερα, εκτός από τη δεκαετία του… (Αλήθεια πώς τη λέμε αυτήν τη δεκαετία που διανύουμε, «δεκαετία του μηδέν»;).
Τα «αστέρια» των προηγούμενων 30 χρόνων μοιάζουν να παραμένουν σε ένα αβασίλευτο μεσουράνημα στο πολιτιστικό μας στερέωμα. Κι αυτό δεν είναι μια απαξιωτική διαπίστωση για τους προαναφερθέντες καλλιτέχνες. Η διάρκεια και η αντοχή δε συμπεριλαμβάνονται στις αδυναμίες αλλά στις αρετές της τέχνης, του θεάματος αλλά και του πολιτισμού γενικότερα. Οι επανασυνδέσεις μουσικών σχημάτων, οι επανεκτελέσεις ιστορικών έργων και τιμητικές συναυλίες για καλλιτέχνες σαν τον Μίκη Θεοδωράκη, οι επανεκδόσεις βιβλίων και δίσκων, οι αναδρομικές εκθέσεις μεγάλων ζωγράφων, οι επαναπροβολές, για πολλοστή φορά, παλιών ελληνικών ταινιών και οι επαναλήψεις τηλεοπτικών σειρών που έχουν κλείσει 15ετία και μάλιστα πετυχαίνοντας υψηλή τηλεθέαση, δε συνιστούν ψόγο. Ούτε και η ευρεία αναγνώριση ή η καλλιτεχνική και -γιατί όχι;- εμπορική επιτυχία ανθρώπων που θήτευσαν για πολλά χρόνια αθόρυβα αλλά με συνέπεια στο χώρο τους (π.χ. οι «δικοί μας» Πασχάλης Τερζής και Μαριώ αλλά και ο σπουδαίος Δημήτρης Παπαϊωάννου) έχει κάτι το μεμπτό. Ισα ίσα. Πολύ περισσότερο όταν κάποιοι από αυτούς εξακολουθούν να έχουν τη δύναμη να ανανεώνονται και να είναι δημιουργικοί. Στο κάτω κάτω, δεν έχουν αγκιστρωθεί οι ίδιοι με το στανιό στην κορυφή. Χωρίς τη σταθερή προτίμηση του κοινού, θεατών και ακροατών, θα είχαν αποσυρθεί είτε στις συλλογές κάποιων φιλότεχνων -οι καλύτεροι- είτε στο «σκουπιδοτενεκέ της Ιστορίας» -οι χειρότεροι.
Το πρόβλημα είναι αλλού. Το πρόβλημα είναι πως τίποτε καινούργιο δεν έχει, της δεκαετίας ήδη μεσούσης, εμφανιστεί στον ορίζοντα. Τίποτε που να δείχνει ότι θα σφραγίσει την εποχή μας. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, ό,τι παράγεται -ή πολλές φορές, αναπαράγεται- προέρχεται από ανθρώπους που διέπρεψαν τις περασμένες δεκαετίες. Αν μάλιστα συμπεριλάβουμε κι εκείνους που ξεκίνησαν την καριέρα τους τη δεκαετία του ’90, η σούμα όσων εμφανίστηκαν από το 2000 και μετά είναι ιδιαίτερα απογοητευτική και ποσοτικά και ποιοτικά (Καλομοίρα Σαράντη, Νίνο, Πολυξένη, Ηλιάδη και κάνα δυο ακόμη). Η νεότερη γενιά, ειδικά των λεγόμενων λαϊκών ή εμπορικών καλλιτεχνών, είτε αρκείται στην κλωνοποίηση των παλαιότερων (Βανδή, Κοκκίνου κ.λπ.), με τα γνωστά ευτράπελα αποτελέσματα, είτε διανύει τη λαμπερή μεν αλλά εφήμερη τροχιά ενός πυροτεχνήματος, όπως αυτά που σφράγισαν την Πρωτοχρονιά του 2000 ή εκείνα της Τελετής Εναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων και του ολοκαυτώματος των Τουρκοβουνίων. Στην καλύτερη περίπτωση, κάποιοι αποφασίζουν να βαφτιστούν στην «κολυμπήθρα του Σιλωάμ», κάνοντας στροφή στο ρεπερτόριό τους αλλά και στροφή στο χρόνο. Οπως ο Αντώνης Ρέμος, ερμηνεύοντας τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη.
Αν όλα αυτά ίσχυαν μόνο στην Ελλάδα και το φαινόμενο δεν είχε παγκόσμιες διαστάσεις, θα λέγαμε ότι φταίνε αποκλειστικά τα ΜΜΕ, φταίνε οι δισκογραφικές εταιρίες, φταίει η βιομηχανία του θεάματος που θάβουν οτιδήποτε καινούργιο, ενώ ταυτόχρονα συνεχίζουν να προωθούν το παλιό. Η ευθύνη όλων αυτών είναι μεγάλη αλλά δεν αρκεί για να εξηγηθεί η ακινησία και η επιστροφή στο παρελθόν. Η οπισθοδρόμηση είναι συνολική. Λες κι ο κόσμος -κοινό και δημιουργοί- αρνείται, πέμπτο χρόνο τώρα, να περάσει στον 21ο αιώνα. Φοβούμενος, ενστικτωδώς, τα χειρότερα και θυσιάζοντας τα καλύτερα…
Ισως πάλι το νέο, η γενιά των δημιουργών του μιλένιουμ, να κινείται υπόγεια, ετοιμάζοντας την αντεπίθεσή της στο δεύτερο μισό της «δεκαετίας των μηδενικών».

Σχόλια

  1. hello sir,

    zzz (sleepy)

    dizzy, dizzy, screeving (but dizzy)

    το όνομα τηθ δεκαετίαθ αυτήθ είναι (κάποιοθ είπε):
    noughties ...βγαίνει από το nought:μηδέν...

    not to be confused with : naughties (άτακτα)

    και ας είναι...

    καλημέρα!
    back to sleep...

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου