Η χαρά του μαλάκα

Στριπτίζ ντόπιο!
Του ΜΑΝΟΥ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ
Εγώ και πάλι που θρηνώ το γνήσιο
Στον άθλιο τόπο αυτόν τον πιθηκίσιο
Νίκος Φωκάς

Επειδή η στήλη είναι πολιτική, θα μιλήσουμε πάλι για πολιτισμό. Γράφει ο Μιχαήλ Μήτρας στο τελευταίο του βιβλίο «Διακριτικές Μεταβολές»: «Ακόμη κι ο πιο αυτάρεσκος γραφειοκράτης μπορεί τελικά να μείνει ορθολογικά ακάλυπτος μπροστά στο θέαμα μιας χορεύτριας που ισορροπεί στις άκρες των δαχτύλων της». (Εκδ. «Απόπειρα», σελ. 54). Η εξόχως ποιητική αυτή έκφραση ενέχει πάντως υποχθόνια πολιτική σημασία ανάλογη της προσπάθειας πώλησης ενός Πήγασου σε μιαν Χαλυβουργική. Ενας «μεταλογικός» γλύπτης με τη σειρά του έφτιαξε έναν καταπτοημένο Πήγασο κάποτε κι έναν μελαγχολικό Βελλεροφόντη εις απάντησιν (κυρίως επειδή εξοντώθηκε μια ακόμη Χίμαιρα)· κι ένας ποιητής ταλαιπωρήθηκε στιχοπλέκοντας μιαν υψικάμινο (1935). Τα πράγματα είναι πολύ κοντά μεταξύ τους (με την προϋπόθεση να μην απομακρύνονται). Η τέχνη πάλι είναι εκείνος ο Λαβύρινθος στον οποίο ο Μίτος δίνεται στην έξοδο κι όχι στην είσοδο. Σ' όποιον φτάσει... Μεταλογική δημιουργία! Ετσι αναφέρονται τα έργα του Χαλεπά από το 1918 ώς τον θάνατό του (1938). Κατά τη γνώμη μου η φράση αυτή αποτελεί δοκιμότατο ορισμό της ποίησης -ανάλογο της ταύτισης μιας νεανικής συλλογής στίχων με Τρακτέρ (1934). Το πάντα επίκαιρο δηλαδή ποιητικό όπλο όλων όσοι διαθέτουν ακόμη στον σκληρό και αγνώμονα αυτόν τόπο καρδιά από βαμβάκι.«Εις αναζήτησιν του λαϊκού» θα μπορούσε επίσης να τιτλοφορείται, διδακτορική διατριβή κάποιου αληθινά μερακλή με τον τρόπο του Κόντογλου, ο οποίος επιστέφει την κτιτορική επιγραφή της τοιχογραφίας του στο Γαλάτσι (σήμερα στην ΕΠΜΑΣ) με το εξής σοφόν: «Οποιος δεν είναι μερακλής πρέπει για να πεθάνει γιατί στον κόσμο άδικα τον τόπο μόνο πιάνει».Ιδού το πρόβλημα του πολιτισμού μας, φίλτατοι. Απωλέσαμε την ιθαγενή μας λαϊκότητα στο όνομα μιας «λαϊκοέντεχνης» μοντερνιτέ, η οποία ξιπάζεται από εισαγόμενα σουσούμια. Οι «μορφωμένοι» μπορούν, λ.χ., να προφέρουν από τηλοψίας τα «σουνάμις» (sic) αγνοώντας ότι οι ζωντανές γλώσσες υποτάσσουν το εισαγόμενο στοιχείο στη δική τους νόρμα κι όχι αντίστροφα. Ο αείμνηστος Σπύρος Μαρινάτος έλεγε -κι έγραφε- ότι τσουνάμια από τη Θήρα κατέστρεψαν τον μινωικό πολιτισμό στις βόρειες ακτές της Κρήτης. (Κι ο Ηλίας Πετρόπουλος αναφερόταν σε «σουνέτια», την περιτομή δηλαδή των μικρών Μουσουλμάνων). Προσέξτε άρα, όχι την περιπέτεια μιας λέξης αλλά τον κυκεώνα των κοινωνιολογικών και εθνογραφικών της συμφραζομένων. Συν τους κυματισμούς των μεταφορικών της νοημάτων ή των επανασηματοδοτήσεών της (ουφ! το πρόφερα).Μια - χώρα - δεν είναι - πάντα - μόνο - ο τόπος - που - δείχνει - ο - χάρτης, επιμένει ο Μήτρας (σελ. 137, όπ. αν.) και εγώ συμπληρώνω πως Ούτε - ο - πολιτισμός - είναι - αυτό - που κυοφορείται - το - οικείο - υπουργείο - του. (Απλώς είναι η γραφειοκρατική του συσκότιση).Το μέγα κακό προήλθε από την εξαφάνιση του λαϊκού χάριν κάποιων βίαια επιβεβλημένων συμπεριφορών, οι οποίες μπέρδευαν τον εκσυγχρονισμό με τη νεοπλουτίστικη επίδειξη, και τον μυθοποιημένο μικροαστισμό με την κοσμοπολίτικη υψηλοφροσύνη της αστικής παιδείας (Εμπειρίκος, Εγγονόπουλος, Σεφέρης, Τσάτσος, Τσαρούχης, Μαυροΐδης, κ.ά.). Η κυριαρχία του «λαϊκοέντεχνου» λαϊκισμού εγκαινιάζεται επί δικτατορίας και λαμπρύνεται με τη μεταπολίτευση. Οτι θέλει ο λαός... κατά την αθυρόστομη εμμονή του Κανιάρη. Από τους λαϊκούς πρωταγωνιστές του «Δράκου» ή της «Ευδοκίας» φθάνουμε απνευστί στις κτηνοβασίες λουκουμάδων και χοίρων της πρόσφατης κινηματογραφίας τού δήθεν, όπου η Κίρκη μεταμορφώνει τα γουρούνια σε διανοουμένους και το χυδαία λαϊκίζον προβάλλεται ως τολμηρή άποψη. Υπάρχει ένας ομφάλιος λώρος που συνδέει το λαϊκό με την πρωτοπορία και που καταλήγει σε διαλεκτική εξίσωση. Σήμερα η λαϊκή φόρμα υποβιβάζεται σε φολκλόρ, δηλαδή σε εύπεπτες εκδοχές της αγοράς, ενώ η ψευδολαϊκότητα οδηγεί σε ψευδομοντερνισμό. Η απώλεια του λαϊκού πληρώνεται με πανάκριβα λύτρα πολιτιστικής εξαθλίωσης, την οποία ζούμε καθημερινά. Γιατί το λαϊκό περισσότερο από μορφή είναι μια στάση ζωής. Οπως και το «λαϊκοέντεχνο», εξάλλου, είναι η απίσχναση μιας φόρμας που καταντάει προϊόν συγκεκριμένων προδιαγραφών. Παράδειγμα ο Μίκης στο Μέγαρο, και μάλιστα τραγουδισμένος όχι από τον εμβληματικό, μακρονησιώτη Μπιθικώτση αλλά από κάποιον σταρ υπηρεσίας. Ετερο παράδειγμα: η απογευματινή ζώνη του Γ' Προγράματος βρίθει από «λαϊκά» τραγούδια, λες και δεν υπάρχουν άλλες μπάντες στο ραδιόφωνο για να τα φιλοξενήσουν. Ή λες και μπορεί ν' ακουστούν ο Α. Ευαγγελάτος ή ο Θ. Αντωνίου σ' άλλη συχνότητα. Πρόκειται για τις ίδιες λαϊκοατάλαντες Μπερνάρντες που μελοποιούν μέχρι και Κωστή Παλαμά, και οι οποίες «εντέχνως» προωθούν το «λαϊκό» ως σοβαρή μουσική. Ο φασισμός του «λαϊκοέντεχνου» αποτελεί τη χειροπιαστή αμηχανία μας να διαχειριστούμε το λαϊκό έστω και ως ανάμνηση. Τέλος. Λίγο έξω απ' τη Χαλκίδα οδηγώ και βρέχει. Συγχρόνως βροχή τα μαγαζιά με τολμηρό πρόγραμμα και οι αφίσες με δέλεαρ από βαλκάνιες γειτονιές. Αιφνιδίως με κεραυνοβολεί η επιγραφή «Στριπτίζ ντόπιο».Ο σουρεαλισμός της αθλιότητας σ' ένα μεταγροτικό τοπίο όπου «λαϊκοί» υπομάγκες διασκεδάζουν και τζιράρει το μαύρο χρήμα της ανάπτυξής μας. Στη λεωφόρο Συγγρού επιστρέφοντας, μετράω δεκαοχτώ ανάλογους «ναούς της ουράνιας γαλήνης», όπως θα λέγονταν στο Πεκίνο. Εν Αθήναις θα μπορούσε απλώς να μετονομαστεί η οδός σε «Χαρά του μαλάκα»... Δηλαδή, εκείνου που ξέχασε το παρελθόν και δεν βολεύεται στο παρόν του όπως εξάλλου δεν βολεύεται και στο σώμα του.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 21/01/2005

Σχόλια