Η αγωνία της σύγκρισης

Με τον ΣΤΑΘΗ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟ

Ασύγκριτος! Ο Monroe Wheeler στο γρασίδι του κήπου του, Ιούνιος 1932
Φοβάμαι -και φοβάμαι πολύ- ότι η κοινωνία έχει χτιστεί πάνω σε μια πυραμίδα φθόνου, που δεν αφήνει κανέναν να ησυχάσει. Το ίδιο συμβαίνει από την εποχή του Πλούταρχου. «Οι φυλακισμένοι ευδαιμονίζουν όσους ζουν ελεύθεροι· και οι ελεύθεροι τους πολίτες· και αυτοί πάλι τους πλούσιους· κι οι πλούσιοι τους σατράπες· και οι σατράπες τούς βασιλιάδες· κι οι βασιλιάδες τούς θεούς - σχεδόν θέλουν να βροντούνε και ν' αστράφτουν».

Αυτή η «σύγκριση», που τριβελίζει ακαταπαύστως το μυαλό, αρχίζει απ' τα λίγα και φτάνει στα πολλά -the sky is the limit- έχοντας οδηγήσει ουκ ολίγα τέκνα του ευγενούς ανταγωνισμού στο ψυχιατρείο.

Αλλά εμένα μ' αρέσουν οι ξάπλες στον ήλιο και η δουλειά που γίνεται από λαχτάρα για έκφραση. Δεν με μέλλει για τα πλούτη του πολύχρυσου Γύγη, ούτε τα φθονώ - «γιατί πολύ μακριά απ' τα μάτια μου είναι». Αλλά ξέρω το γλυκό φαρμάκι αυτού του δαίμονα, που στο αυτί σου ψιθυρίζει τα μεγαλεία των ομότεχνών σου. Τα λαμπρότερα σπίτια τους, τα περισσότερα «εύγε» τους, τα πιο ωραία έργα τους, την καλύτερη σειρά που κάθονται, το καλύτερο αμάξι που οδηγούν. Μ' έχει πιάσει κι εμένα ζήλεια-φθόνος. Αρρώστησα με τις συγκρίσεις κι αντί να χαίρομαι για τα δικά μου αγαθά, λυπόμουν για τα αγαθά των άλλων.

Στην αδιαμόρφωτη ηλικία, όταν δεν ξέρεις τι θες απ' τη ζωή, είναι λιγάκι φυσικό να παρασύρεσαι. Αβαντάρει επίμονα και ο καταναλωτισμός, που υποδαυλίζει ακριβώς αυτό το αίσθημα (γίνε πιο έτσι από τον τάδε). Ομως μετά, υποτίθεται, παίρνεις τις αποφάσεις σου και χτίζεις τη ζωή σου. Τότε είναι αποφασιστικό να κοιτάξεις πρώτα απ' όλα μέσα σου. Τον εαυτό σου. Τη δουλειά σου. Τις δικές σου αληθινές επιθυμίες - κι όχι αυτές που υπαγορεύει ο φθόνος και η μόδα. Να βάλεις στόχους ανάλογους με την πνοή σου και το σθένος σου. Να πάψεις να τρελαίνεσαι με τις συγκρίσεις.

Το λέει κι αυτό ο Πλούταρχος: όταν ο Αρίστιππος έχασε ένα πλούσιο κτήμα του, ρώτησε έναν που υποκρινόταν ότι συλλυπάται: «Ενα μονάχα χωραφάκι δεν έχεις εσύ; Και τρία δεν μένουνε σε μένα; Γιατί λοιπόν να μη λυπάμαι εγώ μάλλον για σένα;».

Αυτό δεν δείχνει μόνο το έωλο των συγκρίσεων, αλλά και το γεγονός ότι στην παραζάλη τους ξεχνάμε να χαιρόμαστε αυτά που έχουμε ήδη.

Και τι έχουμε; Και τι δεν έχουμε;

Είμαστε νέοι, κύριοι της ζωής μας, υγιείς, χαιρόμαστε τα μακρινά ταξίδια, γράφουμε ό,τι ακριβώς πιστεύουμε, ξέρουμε να αγαπάμε, χάσαμε πολλούς φίλους, αλλά μας έχουν μείνει αρκετοί, δουλεύουμε όπως θέλουμε, χαιρόμαστε το σώμα μας και τον νου μας. Δεν είναι λίγα - ούτε αυτονόητα.

Παλιά, για να αντέξω τις συγκρίσεις, είχα επιδοθεί στην απομάγευση εκείνων που με ξεπερνούν. Ηθελα να σηκώσω το πέπλο και να δείξω ότι η υπέροχη ζωή ορισμένων, δεν είναι τόσο υπέροχη όσο δείχνει. Κι έπειτα, πέρασα στην αντεπίθεση: κόμπαζα και μεγαλοποιούσα όσα η τύχη μού είχε φέρει. Κι οι δύο στάσεις είναι λάθος. Γιατί εξακολουθούσαν να δέχονται κρυφά την αγωνία της σύγκρισης.

Ενώ αυτό που είναι υπέροχο και εννοεί ο Πλούταρχος είναι: αυτά που έχουμε και μας δίνουν χαρά, να τα ορίζουμε σε σχέση με τον εαυτό μας, με τις ανάγκες μας και τις δυνάμεις μας - και όχι σε σύγκριση με τους άλλους.

Είναι λιγάκι δύσκολο, αν έχεις μάθει αλλιώς κι η οικονομία στηρίζεται στο εμπόριο του φθόνου. Αλλά είναι κάτι, το να το προσπαθείς. Να ξαπλώνεις στον ήλιο και να χαμογελάς - απλώς να ξαπλώνεις στον ήλιο και να χαμογελάς. Επειδή υπάρχεις κι είσαι αυτός που είσαι.

Ο πατέρας μου, που σαν σήμερα πέθανε πριν από 7 χρόνια, και εκτιμούσε βαθιά τη ζωή, αντί να πει όσα είπα, απλώς θα έκανε τον σταυρό του. Αλλά δεν έχει διαφορά.

Σχόλια