Το ποτάμι

Με τον ΣΤΑΘΗ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟ

Λίγες μέρες στο νησί που γεννήθηκες. Δεν παίρνεις το αυτοκίνητο για τα βουνά, τις πέτρινες ερημιές που σ' αρέσουν. Κάτι έχει αλλάξει φέτος. Κάθεσαι μέσα και διαβάζεις. Και δεν είναι ένα από τα συνήθη σκαμπανεβάσματα του βίου - που άλλοτε μας σπρώχνει στη δράση κι άλλοτε στη θεώρηση. Είναι μια βαθιά αμηχανία που νιώθεις για τον κόσμο και τον εαυτό σου. Θέλεις να βρεις ένα φως -κάτι να σε ξεστραβώσει. Το βράδυ, που κλείνεις το παράθυρο, μερικές φορές τα άστρα είναι διαυγή -οι Πλειάδες που δεν άφηναν τη Σαπφώ να κοιμηθεί, «ο καιρός, η ώρα, η νιότη που περνούν»- είσαι πάλι χαμένος κάτω από τη μακρινή τους λάμψη.

Δεν είσαι ιδιαιτέρως ευσυγκίνητος, ούτε το μπούνκερ -το παιδικό δωματιάκι σου- σού ανακαλεί μνήμες παλιές. Σπανίως σκέφτεσαι τα παιδικά Χριστούγεννα. Κι όποτε ψάχνεις το ίχνος εκείνου του παιδικού θάμβους κάτω από το δέντρο, κάτω από τη σκέπη τη χριστιανική, βρίσκεις μόνο τη στωική «αθαυμαστία», το nil admirari του Κικέρωνα. Το θαύμα έχει σπάσει, σαν παιχνίδι που έπεσε απ' τα χέρια μας - στέκεσαι αμήχανος μπροστά στις σκόρπιες βίδες του. Αλλά αυτό έχει συμβεί προ πολλού!

Είναι τόσο όμορφο το νησί σου! Τα κυπαρίσσια της Αναφωνήτρας στη μελανή βροχή, η θάλασσα που σπάει στα θεόρατα βράχια της δυτικής ακτής, «την ίδια ώρα που το ασπόνδυλο χταπόδι το πόδι του βυζαίνει, χωμένο στο δικό του σπίτι, όπου δεν φέγγει ήλιος». Σκέφτεσαι τις ωραίες εικόνες στο στάσιμο δωμάτιο, όπου κάθε ανάσα μπορεί να είναι αποφασιστική, γνωρίζοντας πως αρκετά χάρηκες τον ανθό χωρίς ρίζα, αρκετά αυτοσχεδίασες -στα βουνά πρέπει να ξαναπάς μόνο κατάλληλα ντυμένος.

Για να γίνω σαφής: όταν είμαστε παιδιά, ο κόσμος είναι ένα όλον, ηρωικό και θαυμαστό -κάτι σαν τον κόσμο του Ομήρου. Το χέρι μας κινεί κάποιος θεός, ή η μαμά μας -διχασμός κανένας. Μετά μεγαλώνουμε: ο κόσμος σπάει, προσωπικότητα και μοναξιά αναδύονται αγκαλιασμένες, υπάρχουν πράγματα που γίνονται και πράγματα που δεν γίνονται, γεννιέται μια ένταση στα σπλάχνα που δεν ησυχάζουν ποτέ - όπως η θάλασσα. Μένουμε αμήχανοι μπροστά στη γλυκιά και ταυτόχρονα πικρή ύλη του κόσμου, μπροστά στον έρωτα που μας λύνει τα μέλη, μπροστά στην άστατη καρδιά μας, που, όπως ο Ανακρέοντας, «πάλι αγαπά και δεν αγαπά, είναι τρελή και δεν είναι».

Τότε είναι η στιγμή της απόφασης. Η επιλογή μπροστά στο δίλημμα. Ο τρόπος που θα ζήσεις. Τα πράγματα που θα κάνεις. Αυτοί που θα πας και αυτοί που θ' αφήσεις - οι αξίες που μέσα τους θα ανασαίνεις, ο τρόπος που θα φιλάς ή θα λες αντίο, ο τρόπος που θα θυμάσαι τα περασμένα, ο τρόπος που θα διαμορφώνεις τα μέλλοντα. Είναι η στιγμή της ενηλικίωσης -το μεγάλο ναι ή το μεγάλο όχι. Η στιγμή που τα παιδιά γίνονται άντρες, οι λυρικοί ποιητές τραγωδοί -κι αργά ή γρήγορα όλοι μαθαίνουν ότι το τέλος του ταξιδιού είναι ο θάνατος.

Αυτές τις μέρες, τις ψυχρές και διαυγείς, που ζεις με τα ελάχιστα και κουβεντιάζεις για τον σεισμό της Ινδονησίας με μια αγράμματη γειτόνισσα, συνειδητοποιείς λοιπόν ότι εσύ, αυτήν την ενήλικη απόφαση δεν την έχεις πάρει ακόμα. Από απληστία κατ' αρχήν: ήθελες και την απατηλή λάμψη και την εσωτερική φωτιά. Και τον δήμο και τους σοφιστές. Και το σουξέ και την ποίηση. Από καθήλωση σε κάτι εφηβικό έπειτα: έχεις απομείνει χρόνια τώρα, με στυλώμενα μάτια, να κοιτάς την πληγή που σε μεθάει -η ένταση μέσα σου έχει γίνει μυθιστόρημα, η μοναξιά σου ένα έπος από πράξεις αθαμβείς- έχεις μάθει να ζεις με τις Πλειάδες που δύουν, τα κυπαρίσσια στο νησί, τους αναστεναγμούς, τις σκιές στο dvd, την «ώρα σου» που απλώς περνάει. Κι έχεις μάθει να σ' αρέσει! Εχεις αγαπήσει την τρικυμία μέσα σου, χαίρεσαι την ανευθυνότητά σου.

Αλλά κάτι δεν δουλεύει πια! Ειδικά φέτος κατέληξες, ότι το μεταμοντέρνο σμίξιμο που χρόνια επιχειρείς, ανάμεσα στην αγοραία χάρη και την ομορφιά, είναι ανέφικτο, αν όχι υποκριτικό - ειδικά όταν εφαρμόζεται σε πράγματα μεγάλα. Και νιώθεις αμήχανος, όπως όταν ήσουν φοιτητής και η ζωή απλωνόταν μπροστά σου. Ομως, τώρα είναι διαφορετικά. Αν και απέφυγες να επιλέξεις τρόπο και στρατόπεδο - σχεδόν επέλεξε η ζωή για σένα, ή η ελικοβλέφαρη Αφροδίτη, ή έστω κάποιο παιδί της Νύχτας και της Εριδας- ο Πόνος, ο δακρυφόρος Σπαραγμός - ή η μαμά σου, που η όψη της τα λέει όλα.

Αυτός είναι ο λόγος που δεν πηγαίνεις φέτος στα βουνά. Δεν θέλεις άλλα σύννεφα, άλλες εσωτερικές εντάσεις. Στο παιδικό δωματιάκι, όπου ο χρόνος έχει σταματήσει, ιδρώνεις μαστορεύοντας ένα παλιό πικαπ! Οφείλεις να το φτιάξεις, να δουλέψει- να ξανακουστεί εδώ μέσα μουσική, το τραγούδι το παλιό (που ετυμολογείται απ' την τραγωδία!), αφού το κλάμα ενός μωρού δεν θα 'ρθει να σκίσει την ακίνητη μεμβράνη. Στα σκαλοπάτια του 2005, στέκεσαι τεταμένος, αλλά ειλικρινής. Το λυρικό σου έλος πασχίζει να γίνει ποταμάκι. Δράση. Γάργαρο νερό. Δρόμοι, ταξίδια, στόχοι -εκεί που όλα εκβάλλουν...-και γίνονται μια άχνα, ίριδα, περαστικές αισθήσεις, πνεύμα.

Δεν είναι λόγος να μελαγχολείς- αντιθέτως. «Ενώ μπαίνουμε στα ίδια ποτάμια, τρέχει συνεχώς διαφορετικό νερό», όπως στοχάστηκε πολύ πριν από σένα ο Ηράκλειτος. Πλύσου, ντύσου καλά και πήγαινε να γιορτάσεις με τους ζωντανούς. Ευτυχισμένο το 2005.

Η αποφασιστική στιγμή του ταξιδιού: αφού όλοι φτάνουμε στο ίδιο σημείο, τουλάχιστον εμείς ας πάμε μέσα από τις λεμονιές!


La Televizione

Ας φυσά τώρα

*ΠΟΛΥ με έχει αρρωστήσει η ιστορία του σεισμού, αλλά την ξέρω τη φύση μου. Θα περάσει κι αυτό.

*ΠΑΕΙ και η Σούζαν Σόνταγκ, που τη γνώρισα πρώτη φορά στις «Σημειώσεις της για το Camp». Ηταν η πρώτη που συστηματικά, το 1964, διατύπωσε την άποψη ότι το υπερβολικά κακόγουστο στιλ μπορεί να είναι καλόγουστο -και διέκρινε σε ορισμένα υπερβολικά δημιουργήματα του κιτς τον τρεμάμενο έπαινο και την τρυφερότητα εκείνου που τα δημιουργεί προς τους ήρωές του. Καλύτερο παράδειγμα έγιναν αργότερα οι ταινίες του Γουότερς και η ματιά πάνω στην Ντιβάιν, που ξεχείλιζε από αγάπη και καλοσύνη, ενώ την έδειχνε να τρώει κόπρανα! Ηταν τολμηρή περίπτωση η Σόνταγκ για τα δεδομένα της Αμερικής, αν και ο στοχασμός της δεν ήταν πρώτου μεγέθους.

*ΠΟΛΛΑ ακούγονται για τη μελαγχολία των γιορτών κ.ο.κ. Από το στόμα πολλών πριγκίπων της δημοσιογραφίας βγαίνουν βατράχια. Είναι λογικό, τώρα που όλοι πασχίζουν να συντονιστούν στο άσθμα της ευτυχίας, μερικοί να καταρρέουν. Να ανακαλύπτουν τα κουσούρια της καθημερινής αδράνειας, π.χ. το γεγονός ότι η καριέρα και το cruising θέρισαν σύρριζα το δροσερό βλαστάρι της μητρότητας! Ε, καλά, ας κάνουν υπομονή, από Δευτέρα πάλι ο κόσμος μας θα είναι Sex and the City.

*ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΣ, οι γιορτές με απωθούν για ένα μόνον λόγο: για το εμπόριο της μπεμπέκας, τις διαφημίσεις παιχνιδιών, τις σιχαμένες φωνές που οργούν χαρούμενες στο ραδιόφωνο σα να ρεύονται και την ορνεώδη μηχανή κέρδους που υποδύεται το πουλάκι στη βροχή, το μοσχαράκι στη φατνούλα του Χριστούλη. Με απωθεί μόνο η ροζ σφαγή ανάμεσα στις χαμούρες, όλο μπρίο και μυσταγωγία, ποια θα ενθυλακώσει πρώτη τον 13ο μισθό των μεροκαματιάρηδων. Αν φτάναμε κατευθείαν στη γιορτή και στο χορό- ειλικρινώς, my dear, θα ήταν η καλύτερή μου.

*ΑΠΛΩΣ, να πω κάτι που έχω ίσως ξαναπεί: απ' τη διαχείριση της μελαγχολίας μας, αυτές τις μέρες, μπορεί να βγουν πολύ ωραία πράγματα - αρκεί να είμαστε σοβαροί και ψύχραιμοι. Η ζωή είναι ένα κύμα -όλα περνούν. Μέσα από αυτά που πρόσκαιρα μας κάμπτουν, καλό είναι να καταλάβουμε «ποιος είναι ο ρυθμός που κυβερνά τους ανθρώπους» (Αρχίλοχος). Αφού ήρθε έτσι φέτος, ούτε αγωνία ούτε έκσταση: απλώς θα περάσει κι αυτό.

*ΕΓΩ πάντως, μετά από χρόνια, θα πάω σε σπίτι φιλικό. Με έχει πιάσει μια τρυφερότητα αναδρομική για τους παλιούς μου φίλους. Βεβαίως, θα 'θελα να χιονίζει, θα 'θελα να ζουν όσοι έχουν πεθάνει, να γνωρίζω την ιαπωνική, να έχω πυκνά ξανθά μαλλιά και με φωνάζουνε Ρολάνδο. Αλλά δεν έχει καμία απολύτως σημασία τι θα 'θελα. Ο,τι υπάρχει είναι άγιο [τα σιχαμένα παιχνίδια, τα ραδιόφωνα, τα κίτρινα ταξί, η ροζέ σαμπάνια, η εφημερίδα «Κεραυνός», το Ιντερνετ, οι χρησιμοποιημένες κάλτσες, το χαρτί που έσκισες (και είχα το τηλέφωνό μου), οι μπριζόλες του Sea Satin που πετάνε το χάραμα, το δέντρο της Ντόρας, το περιοδικό Male κ.ο.κ.) -ό,τι υπάρχει είναι καλύτερο από ό,τι δεν υπάρχει. Πέφτω στα γόνατα και το προσκυνάω. Τώρα είναι γιορτή, τώρα είναι τώρα. Θα ζήσουμε με αυτό το χέρι που πιάνει το δικό μας. Αλίμονο στους πεθαμένους, νεαρέ!


ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 31/12/2004

Σχόλια

  1. Ο «ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ» είναι θεατρικό έργο στο οποίο ιστορείται ο μυθικός έρωτας του Πολύφημου και της Γαλάτειας σε έμμετρη μορφή.
    Σας δίνω την πρώτη πράξη του έργου. Οι επόμενες θα σας δοθούν εφόσον μου πείτε ότι τις θέλετε.





    Copyright 2005 ΠΏΡΙΉΣ ΧΟΛΙΑΣΤΟΣ
    για την ελληνική γλώσσα σε όλο του κόσμο
    Η πυευματική ιδιοκτησία αποκτάται χωρίς καμιά διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της. Επισημαίνεται πάντως ότι κατά το Ν. 2387/20 (όπως έχει τροποποιηθεί με το Ν. 2121/93 και ισχύει σήμερα) και κατά τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (που έχει κυρωθεί με τo Ν. 100/1975), απαγορεύεται η αυαδημοσίευση, η αποθήκευση σε κάποιο σύστημα διάσωσης και γενικά η αναπαραγωγή ΤΟΥ παρόντος έργου, με οποιονδήποτε τρόπο ή μορφή, τμηματικά ή περιληπτικά,στο πρωτότυπο ή σε μετάφραση ή άλλη διασκευή, χωρίς γραπτή άδεια του εκδότη.




    Είναι αναμφισβήτητος κανόνας πως ο έρωτας αυτιπληρώνεται με μια περιφρόνηση οικεία και κρυμμένη. Γι αυτό οι άνθρωποι πρέπει να φυλάγωνται απ' αυτό το πάθος που καταστρέφει ΤΟ παν και αυτοκαταστρέφεται.
    (Φραγκίσκος Βάκων, Φιλοσοφικά Ηθικά και Πολιτικά Δοκίμια)








    ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
    (δράμα σε πέντε πράξεις)
    Χρόνος: μυθικός
    Τόπος: Οι πρώτη, όεύτερη, τέταρτη και
    πέμπτη πράξεις διαδραματίζονται στη
    Σικελία. Η τρίτη στον Όλυμπο,
    Πρόσωπα του έργου: Γαλάτεια, Γλαύκη, Νηρηίδες (η φωνή τους), Πολύφημος, Γλαύκος, Δίας, Ερμής. Αφροδίτη, Άκις.
    ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ (παραλία)
    ΓΑΛΑΤΕΙΑ

    Τι θάμα είναι σήμερα που εγίνει!
    Ο σκοτεινός πώς φώτισεν ο κόσμος!
    Γεμάτη με γητέματα και μάγια
    η φύση πώς γλυκάστραψε μπροστά μου!
    Κι ούτε γεννήθηκα πριν από χρόνια.
    To σήμερα εμένα έχει γεννήσει.
    Και του Νηρέα εγώ παιδί δεν είμαι-
    ο Έρως μάννα μου κι αυτός πατέρας.
    Σήμερα ο Άκις μού ’πε μ’ αγαπάει-
    ότι κι αυτόν τον χτύπησαν τα βέλη
    Τον φτερωτού Θεού γιά με. Αχ! Έρω!
    Διπλα σ’ ευχαριστώ απ' την καρδιά μου.
    Η κάθε λύπη μου έχει πιά φύγει
    κι αλάφρυνα που λες και θα πετάξω.
    Αχ! Έρωτα! Σε φίλτρο ποιό βνθίζεις
    τα βέλη σου και όποιονε χτυπήσουν
    την ευτυχία τον κάνοννε να νιώσει…
    Πριν ήμουνα μιά Νύμφη όπως όλες.
    Τώρα μια Νύμφη είμαι που αγαπάει
    και,Ερωτα, μια Νύμφη που αγαπιέται.
    Τo σώμα μου μιά γλύκα το κατέχει.
    Χαρά μια χύθηκε μες στην φυχή μου-
    χαρά και γλύκα μου τα μάτια τον ΆΚΙ.
    Tι κι αν αθάνατη τάχατες ήμουν!
    Και τι να το ‘κανα της ζωής το όώρο
    αν μακριά μου έμενε η αγάπη;
    Μα έχω απ' αγάπη πλημμυρίσει.
    Θεοί! Αυτό λοιπον το μυστικό σας!
    Θεά είμαι κι εγώ τώρα κοντα σας.
    Τώρα κι εμέ της ευτυχίας ο ήλιος
    με φέγγει όλη. Κι είναι και δικιά μου
    Η γνώση όλη κι όλη η δύναμή σας.
    Πριν σαν τη Γη την προγιαγιά μου ήμουν,
    ως ήταν oι Θεοί πριν την καρπίσουν.
    Όπως εκείνην τα θεριά σπαράζαν
    ΚΙ αγριοι δράκοντες τη μακελλεύαν
    έτσι κι εμέ η θλίψη με κρατούσε.
    Και τα θεριά του πόνου με ξεσκίζαν.
    Κι όπως αυτή στολίστηκε με ρυάκια,
    και με δεντρά και με πουλιά και μ’ άνθη
    έτσι και 'γω 'μαι τώρα στολισμένη
    με μύρια δώρα.Και λαλώ-κι ανθίζω.
    Σ’αυτά τα μέρη η ζήση μου περνούσε.
    Με τις πολλές παρέα τις αόερφές μου
    έπαιζα όλη μέρα και γελούσα.
    Καμιά η θάλασσα της Σικελίας
    κρυφή απ' τις χάρες της δε μου κρατούσε.
    Και των βυθών της τη χρυσή μαγεία
    και των νερών της τις τερπνές εικόνες
    και τον φωτόλουστο τον λευκαφρό της
    όλα γιά μάς λες τα ’χε φυλαγμένα.
    Μα ΚΙ αν δεν τά ’χε ποιός τηνε ρωτούσε;
    ποιος στα τρελλα της νιότης μας παιχνίδια
    κάποιον φραγμό να βάλει θα μπορούσε;..
    Όμως σα νιό κι εκείνη κοριτσάκι
    γελούσε και χαιρότανε μαζί μας
    μ’ όποιο ξεφάντωμα νεανικό μας.
    Αλλ' άψυχη χαρά ήταν εκείνη
    και στη σπηλιά μας βράόυ σα γυρνούσα
    οι πέτρες της βαραίναν την ψυχή μου
    κι ενιωθα τη χαρά μου προδομένη.
    Κι εγώ, η αθάνατη,μες στου θανάτου
    τα βρόχια ήμουνα παγιδεμένη.
    Κενό ένα μέγιστο ένιωθα εντός μου
    σα να μη γίνανε όσα είχαν γίνει
    και σαν αυτά που ήτανε να γίνουν
    αξία μέσα τους καμιά δεν κλείναν.
    Και μέσα βυθιζόμουνα στον πόνο
    που η έλλειψη μαζί της πάντα φέρνει.
    Πόσες ευχές όεν εκανα στο Δία
    θνητή παρακαλώντας να με κάνει
    ώστε ο θάνατος να με λυτρώσει
    απ’ όσους η ζωή μού ’δινε πόνονς...
    Ή πάλι του ’λεγα: «Δία Πατέρα
    κάνε με μια πετρούλα-εν' ανθάκι
    Κάνεμ’ ένα ρυάκι, ένα πουλάκι
    τον πόνο της αγάπης να μη νιώθω».
    Αλλά ο Δίας δε μ’ άκουγε. Και τώρα
    βλέπω γιατί- Θεέ, Μεγάλε Δία
    μ’ άφησες όπως ήμουν γιατί άλλο
    σχεδιαζανε τα φρένα σου γιά μένα.
    Μ’ άφησες όπως ήμουν για να νιώσω
    την πιο μεγάλη απ’ όλες ευτυχία.
    Και να! Όλα στη ζωή μου μέσα αλλάξαν
    κι όλα της τα κενά έχουν γεμίσει
    απ' της αγάπης τη γλυκειά τη χάρη.
    Νερά, τώρα σα μέσα σας θα μπαίνω
    σαν άγνωστη έτσι να ’μαι θα σας μοιάζω-
    σαν κάποιο άλλο να κρατείτε σώμα.
    Και σείς, συντρόφισσες των παιχνιδιών μου,
    θα με κοιτάζετε σα να ’μουν ξένη.

    (Μπαίνει η Γλαύκη, βλέπει τη Γαλάτεια να μιλάει και κάθεται παράμερα, αθέατη από αυτήν).

    Είναι που τώρα μόνη μου δεν είμαι.
    Είναι που τώρα όπου και να πάω
    του Άκι την ψυχή έχω μαζί μου
    σφιχτά με τη δικήνε μου πλεγμένη.
    Eίναι που του Άκι μου η κάθε σκεψη
    και σκέψη έγινε γλυκειά δική μου.
    Είναι σ’ αιώνιο ένα φιλί που δέσαν
    οι δυό υπάpξεις μας, καθώς όεμένο
    το ακρογιάλι με το κύμα είναι.
    Μ’ ας πάω τώρα στις καλές μου φίλες
    τον νέο μου εαυτό να τους γνωρίσω. Ας πάω γιά να όουν οι αόερφές μου Την αλλαγή που μού ‘φερε η αγάπη.
    Και να στολίσω ας πάω το κορμί μου όπως να κάνουν ξέρουν οι γυναίκες
    γιατ’η ομορφιά θαρρώ μαγνήτης είναι
    που την αγάπη τη γλνκειά τραβάει.

    (Βγαίνει η Γαλάτεια. H Γλαύκη έρχεται
    στο κέντρο της σκηνής).


    ΓΛΑΥΚΗ
    Ας ήτανε κι εγώ να τραγουδήσω
    γιά την αγάπη όπως η Γαλάτεια.
    Ο Άκις δεν τη διώχνει από κοντά του
    και δείχνει να του αρέσει. Κάποια μέρα
    θα τους ενώσει σίγουρα η Αγάπη.
    Αλλ’ αν εγώ το στομα μου θ’ ανοίξω
    κατάρες και βρισιές θα ‘χω γιά κεινην-
    γιά χρόνια τον Πολύφημο αγαπάω
    κι ούτε αυτός που με προσέχει όιόλου.
    To πάθος που γι αυτόν έχω με τρωει.
    Η γλύκα τον μουάχου του ματιού του
    με λιώνει.Κι όπου αν πάω,κι όπου γυρίσω
    η θύμησή του όλην με κατέχει.
    Μα εκείνος τον αγύριστο το νου του
    Τον εχει στη Γαλάτεια όλον δοσμένον.
    Γιά χρόνια τώρα υποφέρω έτσι.
    Κι ολόκληρη η ζωή μου έχει φύγει
    Σ’ αυτόν τον πόνο μεσα βουτηγμέυη.
    Πόσο προσπάθησα να τόνε κάνω
    κι εμένα λίγο έστω να προσέξει…
    Χαμένη πήγε κάθε μου προσπάθεια.
    Γι αυτόν υπάρχει λες στον κόσμο μέσα
    μον' η Γαλάτεια κι άλλη πια καμία.
    Και κάθε τόσο εν’ απ’ τα μεγάλα
    σφάζει τα πρόβατά του και θυσία
    στην Αφροόίτη τη θεά προσφέρει,
    δική του να του δώσει τη Γαλάτεια. Κνίσσες γεμίζει όλος γυρω ο τόπος
    και λιγοστεύουνε τα πρόβατά του.
    Μα η Γαλάτεια γνώμη δεν αλλάζει.
    Γιά μένα βέβαια καλό αυτό ’ναι
    γιατί μ’ αφήνει μια μικρήν ελπίδα
    πως κάποτε ο Πολύφημος θα πάψει
    να θέλει εκείνη που τον αποφεύγει
    και στη δική μου αγκαλιά θε να ‘ρθει.

    (Μικρή σιωπή . Σκεπτική)

    Πολύ χαρούμευη ήταν η Γαλάτεια.
    Εύχομαι η αιτία της χαράς της
    αρχή και για χαρά δική μου να ‘ναι.
    Αλλά σα να ‘ργησε απόψε ο ύμνος
    που ψάλλουν κάθε βράδυ οι αδερφές μου-
    που τους καυμούς τους στα φτερά του παίρνει
    και τους σκορπά στο βραδινόν αέρα
    κι αυτός, όπου ψυχή, τηνε σπαράζει.

    (Μπαίνει ο Πολύφημος.Η Γλαυκη πάε ι κοντά του και με τα δυό της χέρια αγκαλιάζει τα χέρια του με λαχτάρα).

    Καλώς τον τον Πολυφημο.Τι κάνεις;

    ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ

    Καλά κι εγώ 'μαι και τα πρόβατά μου.
    Καλά κι η μέρα πήγε ως τα τώρα.
    Τέσσερα αρνιά οι προβάτες μου γεννήσαν.
    Τ’ άφησα στη σπηλιά με τις μανάδες.
    Τ’ άλλα τ’ απόλυσα εδώ πιό πέρα
    να βόσκουν στο παχύ της γης χορτάρι
    κι ήρθα να δω γιά λίγο τη Γαλάτεια
    ΚΑΙ γιά ν’ ακούσω τ’ όμορφο τραγούδι
    που ολες αντάμα λέτε κάθε βράδι.

    ΓΛΑΥΚΗ
    Αχ! αν τα λόγια σου ήτανε μαχαίρια
    χίλιες φορές θα μ’ είχανε σκοτώσει
    έτσι οπως ίσια μπαίνουν στηυ καρδιά μου.
    Κι έτσι αθώα ως βγαίνουν σου απ' τα χείλη
    απόδειξη καθένα είναι ΟΤΙ
    πιό εύστοχο το βέλος ειναι ’κείνο
    που ρίχνεται χωρίς να σημαδεύει.

    ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
    Τα λόγια σου δεν τα καταλαβαίνω,
    Γλαύκη ,και δεν μπορώ να σου απαντήσω.
    Mα πες μου πούθε πήγε η Γαλάτεια;
    Και μήπως ηρθα αργά γιά το τραγούδι;

    ΓΛΑΥΚΗ
    Εδώ τριγύρω κάπου ειν’ η Γαλάτεια.
    Eίναι καλά.Την είδα εγώ πριν λίγο.
    Kι ακόμα το τραγούδι οι αδερφές μου
    δεν το ’πανε. Σα να σε περιμέναν.

    (Ακούγεται μιά γλυκειά μουσική
    και ύστερα το τραγούδι,)

    Μα να που το τραγούδι αρχινάει.

    (Ο Πολύφημος της κάνει νόημα να σωπάσει.
    Kαι ΟΙ δύο κάθονται αμίλητα ακούγοντας)

    ΝΗΡΗΙΔΕΣ
    Έρωτα εσύ, ασπροφτέρουγο αγόρι
    εσύ μάς γέννησες-δε μας λυπάσαι;
    Ρίξε τα βέλη σου τα πυρωμένα
    και φέρε στο κρεβάτι μας τον άντρα.
    Ελα και δος μας ό,τι δίχως κείνο
    η νύχτα Τάρταρα κι Άδης η μέρα.
    Έλα και τα κορμιά έχουν ανοίξει
    σαν τα πολύσπερμα ώριμα ρόδια.
    Έλα και τάισε, μέρεψε το λύκο
    που κλείνουμε ανάμεσα στα πόδια.
    Έλα στα ζαρκαδένια μας τα στήθια
    να φέρεις το τραχύ αντρίκιο χέρι.
    Εσύ που την Ψυχή είχες αγαπήσει
    κι ωσότου να τη βρεις πονούσες τόσο,
    εσύ την πυρκαγιά μπορείς να νιώσεις
    βαθιά μέσα στα στήθη μας που καίει.

    Εσύ που γέννησες Θεούς κι ανθρώπους,
    Έρωτα, μή μονάχες μάς αφήνεις
    και φέρε στο κρεβάτι μας τον άντρα.
    Κι αν, Έρωτα,ζωή μάς έχεις δώσει-
    μα είναι θάνατος χωρίς αγάπη.
    Δίχως τον άντρα είναι το κορμί μας
    έρημος που ανήλεα την καίει
    ο φλογερός της πεθυμιάς ο ήλιος.
    Ερωτα στείλε μπόρες, καταιγίδες…
    Στείλε θεέ τον άντρα.-πότισέ μας.
    Στείλε θεέ ένα χέρι να χαδέψει
    Τ' αχάδευτο κι αφίλητό μας τ’ άνθος.
    Είμαστε ατρύγητα μικρά δεντράκια
    και μάς βαραίνουν οι πολλοί καρποί μας΄
    Διαφευτευτές ζητάμε πεινασμένους.
    Να δώσουμε-να δώσουμε ζητάμε.
    Ερωτα δος μας τη γλυκειάν αγάπη.
    Εσύ μάς γέννησες-δε μάς λυπάσαι;

    ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
    Μόνες εδώ να πλένε στ’ ακρογιάλι
    κανείς να τις λυπάται είναι αλήθεια…
    Θυσίες κάνουνε στην Αφροδίτη;

    ΓΛΑΥΚΗ
    Κάνουν μα η θεά όεν τις ακούει.
    Αλλά εγώ ανάγκη δεν την έχω.
    Εκείνο που ζητούσα εγώ το βρήκα.
    Και εισ' εσύ Πολύφημε ο άντρας
    που αγαπώ .Μ’ αρέσει η δύναμή οου.
    Μ’ αρέσει το αντρίκιο το κορμί σου.
    Μ’ αρέσ’ η μυρωδιά σου η τραγίσια.
    Μ’ αρέσουν όσα λες και όσα κάνεις.
    Γιατί και συ δε μ’ αγαπάς λιγάκι;
    Και δε με νιάζει αν πετώντας βράχια
    βουλιάζεις τ’ ανεμόφτερα καράβια.
    Και δε με νιάζει αν τρως ανθρώπων κρέας.
    Kαι δε με νιάζει αν έτρωγες και μένα
    τα χέρια σου αφού πρώτα θα με κλείσουν.

    ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
    Έχω καράβια να βουλιάξω χρόνια,
    σα μου ’πε η Γαλάτεια πως δεν πρέπει.
    Κι όταν μου είπε πως καλό δεν είναι
    να τρώω ανθρώπους, έχω σταματήσει.
    Ο,τι μου είπε όλα τα ’χω κάνει.
    Όμως αυτή και πάλι δε με θέλει.
    Ακόμα τα μαλλιά μου τα χτενίζω
    και τώρα δε γυρνώ με βρώμια ρούχα.
    Μα τίποτα δεν άλλαξε. Τι άλλο
    να κάνω πρέπει για να μ’ αγαπήσει;
    Kαι τελευταία την είδα να μιλάει
    με το βρωμιάρη :αυτόν-το γιο του Πάνα.
    Τον Άκι. Και την είδα να γελάει
    μαζί του όπως με μένα δε γελάει.
    Με μέ γελάει για να κοροιδέψει
    κάτι που πάνω μου δεν της αρέοει
    Μ’ αυτόν γελούσε μες απ' την καρδιά της
    σα να ’θελε να τον ευχαριστήσει. . .
    Αλλά μπορεί και να μου φάνηκε έτσι.
    Δεν είναι σίγουρο αν δε δει το μάτι
    κι αν δεν ακούσουνε τ’ αυτιά καθάρια
    τις πράξεις και τα λόγια, που υποψία
    καμία στην ψυχή μας δεν αφήνουν.

    ΓΑΛΑΤΕΙΑ
    Πολύφημε γιατί να τυρρανιέσαι
    για κάποια που εκείνη δε σε θέλει
    αφού υπάρχω εγώ που η καρδιά μου
    δική σου είναι δίχως να ζητάει
    τίποτ' απ' όσα σου ζητά’ η Γαλάτεια;
    Σε μένα αρέσεις έτσι όπως είσαι
    και δε ζητώ καθόλου να σ’ αλλάξω.
    Πέτα όσες θέλεις πέτρες΄και καράβια
    βούλιαζε όσα μπορείς. Και τα μαλλιά σου
    μην τα χτενίζεις . Φόρα βρώμια ρούχα
    και μη μιλάς μ’ ευγένεια και με χάρη.
    Δε με πειράζουν ολ’ αυτά εμένα.
    Έτσι σε θέλω: αρρενωπόν κι αγροίκο
    καθώς οι άντρες οι αληθινοί ’ναι.
    Να ’χεις στο νου σου τη Γαλάτεια πάψε
    και πάρε εμένανε στην αγκαλιά σου.
    Γιατί Πολύφημε να υποφέρεις;
    Γιατί ΚΙ εμένα να με βασανίζειςς

    ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
    Γλαύκη είσαι όμορφη και σύ σαν κείνη
    ΚΑΙ σ’ αγαπώ και σενανε στ’ αλήθεια.
    Μα όπως έχω μες στα πρόβατά μου
    γιά μια προβάτα πιότερην αγάπη
    από τις άλλες, που αν θα με ρωτούοαν
    "θάθελες να σου πάρουμε τη μία,
    εκείνη την προβάτα, ή δέκα άλλες;"
    τις δέκα αντίς της θα ’δινα τις άλλες,

    έτσι και τώρα –το γιατί δεν ξέρω –
    στο νου μου έχω πάντα τη Γαλάτεια.
    Θυσίες στην Αφροδίτη όσες κι αν κάνω
    όλες ως τώρα πάνε στα χαμένα.
    Κι αφότου ηρθ' εδώ αυτός ο ξένος
    τα πρόβατά μου δύο δυο τα σφάζω
    διπλά η χάρη της να με προστρέξει.

    ΓΛΑΥKΗ
    Κι αν δε μου το ’λεγες όμως το ξέρω
    από τις κνίσσες που τον γύρω αέρα
    διπλά με μυρωόιές βαριές γεμίζουν.
    Και δίλημμα μεγάλο την φυχή μου
    στα δυο χωρίζει. Από τη μία θέλω
    να κάνει ότι ζητάς η Αφροδίτη,
    μ’ από την άλλη "όχι" λέω πάλι
    "γιατί για πάντα έτσι θα τον χάσω"•
    Δεν ξέρω τι να πω και τι να κάνω.
    Μα μήπως επερίμενα ποτέ μου
    εγώ, η Γλαύκη η όμορφη, η κόρη
    του κραταιού και δίκαιου Νηρέα
    να γίνω πεpιγέλιο της αγάπης;..
    Γη κι Ουρανέ και σύ Ωκεανέ μου
    και Χάος και Νύχτα κι Έρεβος κι Αιθέρα,
    προπάτορές μου κραταιοί, σάς κράζω
    ελπίδα μες στην τόση απελπισιά μου:
    δώστε μου του Πολύφημου το χάδ ι.
    (Τέλος της πρώτης πράξης)

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου