Παιχνίδι στη ρωγμή του χρόνου (minima 015)

«Πώς θα μπορούσες με μία λέξη να περιγράψεις ολόκληρη τη ζωή ενός ανθρώπου;»*



Χαζεύω τις χριστουγεννιάτικες βιτρίνες. Αδιάφορες όπως κι ο κόσμος. Σκηνικά μιας χαζοχαρούμενης παράστασης που δεν πείθει πλέον κανέναν γιατί κανένας δεν έχει τη διάθεση να πεισθεί. Γιατί κανείς δεν επιθυμεί τίποτα πέρα από αυτά που ο μισθός του μαζί με το εορτοδάνειο του επιτρέπει να επιθυμήσει. Βλέπεις, η επιθυμία ως τραπεζικό προϊόν δεν είναι επιθυμία. Είναι ένα ακόμη χρέος. Κι όμως, ανάμεσα σε αυτά τα θλιβερά σκηνικά, υπάρχουν κάποιες βιτρίνες που δεν δεσμεύονται από τον τρέχοντα χρόνο. Είναι οι βιτρίνες των παιχνιδάδικων. Είναι αυτές οι ρωγμές στα αδιαπέραστα τείχη της πόλης. Ρωγμές-περάσματα σε έναν άλλο κόσμο, εκτός του κόσμου τούτου. Εναν κόσμο πέραν της καθημερινής ανάγκης, πέραν της καταναλωτικής επιθυμίας, πέραν της προσωπικής φιλοδοξίας, πέραν της κοινωνικής ματαιοδοξίας. Οι Καθεδρικές των Παιδιών. Ναοί ολοφώτιστοι που μέσα τους εξακολουθεί να λειτουργεί η αρχαία γιορτή -κι ας συνυπάρχει με την επιχειρηματική λογική του κέρδους- ποιος άλλωστε Οίκος του Θεού δεν υπήρξε και οίκος εμπορίου; Αν είναι αλήθεια ότι κάθε που χαίρεται ένα παιδί χαμογελάει ένας άγγελος, τότε τα παιχνιδάδικα είναι σίγουρα περιτριγυρισμένα από αγγέλους που μαζεύονται να πάρουν τη δόση τους από τη χαρά των πιτσιρικάδων. Οι έμποροι δεν κατάφεραν ποτέ να εκδιώξουν τους αγγέλους. Μόνο όταν τους διώχνουμε από τα όνειρά μας ή όταν μεγαλώνουμε χάνονται οι άγγελοι. Ομως τα παιδιά κατοικούν στο όνειρο και είναι αυτά που καθαγιάζουν τα καταστήματα παιχνιδιών. Είναι αυτοί οι τόσο υποψιασμένοι εν τη αθωότητά τους και τόσο αθώοι εν τη επιθυμία τους πιτσιρικάδες που ενώ έχουν ήδη καταστρώσει τα σχέδιά τους και έχουν προεπιλέξει το παιχνίδι τους είναι πάντοτε έτοιμοι να παρασυρθούν από το διπλανό δεινοσαυράκι, τον παραδίπλα «Αρχοντα των Δαχτυλιδιών» ή «εκείνο εκεί… πού;… εκεί σου λέω… μα πού μου λες;… Εκείνον, εκεί πάνω, τον πειρατή-ρομπότ!». Και δεν είναι οι διαφημίσεις και τα άλλα τεχνάσματα που τα παρασύρουν –κι ας λένε οι «γεροντοκόρες» της παιδαγωγικής και της παιδοψυχολογίας, ό,τι θέλουν, κρίνοντας εξ ιδίων τα αλλότρια. Είναι το όνειρο που τα οδηγεί. Και η καθαρή επιθυμία. Και –ναι!- η τσέπη του πατέρα ή της μάνας τους ή του παππού τους. Τα ίδια στέκονται πέραν των υποτακτικών και προστακτικών της επιβίωσης. Απλά επιθυμούν. Γι’ αυτό και δεν τα ενδιαφέρει ούτε η τιμή, ούτε το μέγεθος. Η επιθυμία τους δεν μετριέται ποσοτικά. Καμιά γνήσια επιθυμία και κανένα όνειρο δεν μετριέται ποσοτικά. Κι αν εμείς οι μεγάλοι εκλαμβάνουμε την ανεκπλήρωτη «επιθυμία» μας ως αδυναμία ή ως θλιβερό απωθημένο, τα παιδιά έχουν τη μαγική δύναμη να μετατρέπουν την ανεκπλήρωτη επιθυμία τους σε όνειρο. Το βλέπω στους γιους μου. Μπορούν κι «αρπάζουν» το παιχνίδι μέσα από την τηλεοπτική διαφήμιση, βγαίνουν στον κήπο και παίζουν με αυτό. Το υλοποιούν. Το σπάνε. Το χαλάνε. Το βαριούνται. Σαν να το είχαν αποκτήσει πραγματικά. Ξέρω ότι μεγαλώνοντας η επιθυμία θα δώσει τη θέση της στη φιλοδοξία. Θα θέλουν να κατακτήσουν την ύλη. Θα θέλουν να κατακτήσουν τον κόσμο ολόκληρο. Και τότε θα χάσουν αυτή τη μαγική ικανότητα. Αυτή είναι η μοίρα τους. Αυτή είναι η μοίρα μας.
O χρόνος εισβάλλει στο όνειρο με το πρώτο «πρέπει» της ζωής σου και κυριαρχεί όταν παύεις να παίζεις. Αν είσαι τυχερός θα ανακαλύψεις ότι το μόνο όπλο που έχεις απέναντί του, απέναντι στο χρόνο είναι το παιχνίδι. Τίποτα άλλο…

***
Στέκομαι μπροστά στη βιτρίνα ενός παιχνιδάδικου και γίνομαι αόρατος. Ο χρόνος παγώνει. Οι άγγελοι είναι εκεί. Τα παιδιά είναι εκεί. Η επιθυμία είναι εκεί και μου χαμογελάει. Και τότε η βιτρίνα μετατρέπεται στην εικόνα της μόνης διαρκούς επανάστασης: της επανάστασης των παιδιών.

Καλό σας Σάββατο!
*Υ.Γ. 1

Επί 40 χρόνια δεν υπήρχε κρατικό ζήτημα για το οποίο να μην πήραν θέση οι εφημερίδες του και ο ίδιος τάχθηκε υπέρ ή κατά οποιουδήποτε διάσημου προσώπου. Αγαπήθηκε, αλλά και μισήθηκε όσο κανείς άλλος. Οι εργαζόμενοι φασίστα τον ανέβαζαν, φασίστα τον κατέβαζαν. Το κεφάλαιο φοβόταν τις ιδέες και τις μεθόδους του και τον αποκαλούσε επικίνδυνο κομμουνιστή. Θα μπορούσε να είχε γίνει μέχρι και πρόεδρος των ΗΠΑ, αλλά η παράνομη σχέση του με μία τραγουδίστρια, η οποία έγινε στη συνέχεια δεύτερη σύζυγος του, του έκοψε το δρόμο. Ήταν τόσο πλούσιος που μπορούσε να αποκτήσει ό,τι ήθελε.
Όταν σιχάθηκε τους πάντες και τα πάντα αποσύρθηκε στο παλάτι του μαζί με τη γυναίκα του, που ωστόσο τον παράτησε επειδή, τελικά, ήθελε μόνο να τον αγαπάνε και μάλιστα με τον τρόπο που αυτός ήθελε. Λίγο πριν πεθάνει κρατούσε στα χέρια του μια γυάλινη σφαίρα, από εκείνες με το υγρό που τις κουνάς και χιονίζει.
«Ρόουζμπαντ», είπε ο Τσαρλς Φόστερ Κέιν και ξεψύχησε. Άναψε όμως με την κουβέντα αυτή φωτιές στους δημοσιογράφους της εποχής, που έψαξαν να βρουν τι ήθελε να πει ο μεγαλοεκδότης.
Τι ήταν το «Ρόουζμπαντ»; Το παιδικό του έλκηθρο ήταν. Αυτό με το οποίο έπαιζε μικρός ένα πρωί στο χιονισμένο Κολοράντο, όταν τον πήραν μακριά από τους γονείς του. Το όνομα ενός έλκηθρου ήταν η τελευταία κουβέντα του «Πολίτη Κέιν», του πιο μεγάλου πλούσιου όλων των εποχών στην ιστορία του σινεμά. Το παλιό του παιχνίδι…
«Ρόουζμπαντ» είναι απάντηση στο ερώτημα: «Πως θα μπορούσες με μία λέξη να περιγράψεις ολόκληρη τη ζωή ενός ανθρώπου;»

Θανάσης Βικόπουλος.

Σχόλια