Megapolis ή Virtual Cities; (minima 011)

Πόλεις του 21ου Αιώνα.

Ποιες θα πεθάνουν; Ποιες θα γεννηθούν; Ποιες θα αντέξουν και ποιες θα σβήσουν; Ποιες θα καταφέρουν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες, χωρίς να γίνουν απάνθρωπες; Πόσες θα διατηρήσουν την ιστορική τους συνέχεια και τις μνήμες, χωρίς να μετατραπούν σε απολιθώματα, και πόσες θα επιλέξουν να αποκοπούν από αυτές χάριν της λειτουργικότητας; Πόσες θα συντριβούν κάτω από το βάρος των αριθμών, του χρόνου, της αυθαιρεσίας, της αδράνειας;

Μέχρι το 2010 το 80% του πληθυσμού της Γης θα ζει στις πόλεις. Με άλλα λόγια, στον 21ο αιώνα το σύνολο σχεδόν της ανθρωπότητας θα επιλέξει να ζει σε ένα απόλυτα τεχνητό περιβάλλον όπου πίσω από τη βιτρίνα των εμπορικών κέντρων και τους ουρανοξύστες θα εκτείνονται απέραντες παραγκουπόλεις, όπως αυτές του Καϊρου και του Ρίο ντε Τζανέιρο, άθλιες εργατικές συνοικίες απομεινάρια του περασμένου αιώνα με εφιαλτικές πολυκατοικίες-κουτιά που θα καταρρέουν στο παραμικρό κούνημα του Εγκέλαδου, όπως στην Κωνσταντινούπολη. Εφιαλτικές αλλά με δορυφορικό “πιάτο” σε κάθε μπαλκόνι, δίπλα στο απλωμένο σώβρακο και στη σκουπιδοσακούλα-σκιάχτρο για να διώχνει τα περιστέρια. Οι γειτονιές θα σβήσουν και τη θέση τους θα πάρουν τα “σινεπλέξ” και τα πολυκαταστήματα των 7.000 τετραγωνικών και των 2.000 θέσεων πάρκινγκ. Τα όρια των πόλεων θα συνεχίσουν να επεκτείνονται όσο και οι ανάγκες του πλήθους. Απεριόριστα. Ο πολεοδομικός ιστός θα εξακολουθήσει να “καταπίνει” εξοχικές συνοικίες, χωράφια, λόφους, δάση, γειτονικές κωμοπόλεις, ακτές, παραλίες, τα πάντα. Κανένας σχεδιασμός και κανένα πρόγραμμα δε θα καταφέρει να ανακόψει αυτή την εξάπλωση, καθώς θα προσκρούει στην ανάγκη του ανθρώπου για κατοικία και δουλειά όπου και όπως μπορεί. Μέχρι που όλες οι κοντινές πόλεις και οι οικισμοί θα συνδεθούν μεταξύ τους σε μια αδιάσπαστη οικοδομική ενότητα, μια “Mεγαπόλη”, χωρίς κεντρικό άξονα, που θα εξαπλώνεται διαρκώς και θα κατακερματίζει το φυσικό περιβάλλον ή θα το μετατρέπει σε σκουπιδότοπο ή έστω ΧΥΤΑ.

Την ίδια στιγμή οι πλούσιοι θα συνεχίσουν να μετακινούνται προς τα προάστια και να δημιουργούν νέες πόλεις-δορυφόρους για να στεγάσουν τις επιχειρήσεις τους. Οι νεόπτωχοι, οι μετανάστες δεύτερης γενιάς και οι μοναχικοί καταλαμβάνουν το κέντρο των παλαιών πόλεων. Οι πιο φτωχοί, ντόπιοι και ξένοι, θα κατοικούν στις συνοικίες-γκέτο κοντά στις εισόδους / εξόδους των πόλεων εκεί όπου θα καταφθάνουν διαρκώς και νέα κύματα μεταναστών. Αυτές οι τρεις ενότητες της πόλης θα ξεχωρίζουν όλο και πιο πολύ μεταξύ τους κοινωνικά και πολεοδομικά. Οι πιο απαισιόδοξοι υποστηρίζουν μάλιστα ότι πολύ σύντομα θα δούμε ξανά τείχη και ηλεκτροφόρους φράχτες που μπροστά τους το τείχος του Βερολίνου –συμπληρώθηκαν προχθές 15 χρόνια από την πτώση του- θα έμοιαζε με μάντρα δημοτικού σχολείου. Τα οικονομικά και εμπορικά κέντρα θα αποτελούν απαγορευμένες ζώνες για τους πολίτες Β’ κατηγορίας. Το ίδιο και οι περιοχές κατοικίας της ανώτερης τάξης. Το ίδιο απαγορευμένη θα είναι και η πρόσβαση στις συνοικίες-γκέτο ακόμη και την ημέρα. Οι πόλεις παρά να την απίστευτη ανάπτυξη και εξάπλωσή τους θα γίνουν ευάλωτες σε κάθε είδους χτύπημα.

Αυτό είναι το “μαύρο” σενάριο.

Ενα άλλο σενάριο μιλάει για τη σταδιακή εγκατάλειψη της πόλης, όχι όμως και την καταστροφή ή τη μετάλλαξή της σε εφιαλτικό σκηνικό όμοιο με αυτό της “Απόδρασης από τη Νέα Υόρκη” ή του “Dark City”. Θα αρχίσει δηλαδή να συμβαίνει αυτό που είχε προβλέψει από το 1980 ο Alvin Toffler στο βιβλίο του "Το Τρίτο Κύμα": έναν κόσμο όπου η επιχειρηματική δραστηριότητα και οι άνθρωποι θα έχουν μεταναστεύσει σε μικρές αγροτικές κοινότητες στην ύπαιθρο. Το χτύπημα στους “δίδυμους πύργους” πριν από 3 χρόνια και το κύμα ανασφάλειας που ήλθε να αντικαταστήσει την αίσθηση προστασίας και ελευθερίας επιλογών που μέχρι τότε έδινε η πόλη-κέντρο-του-κόσμου, ενέτεινε αυτή την τάση φυγής από τις πόλεις. Αλλά δε θα είναι μόνο αυτό το τραγικό γεγονός και άλλα παρόμοια που θα μας κάνουν να φύγουμε από τα μεγάλα αστικά κέντρα. Πάνω από όλα είναι το ότι σήμερα και πολύ περισσότερο αύριο, θα μπορούμε να το κάνουμε χάρη στις νέες τεχνολογίες, τη δυνατότητα τηλεεργασίας αλλά και διεκπεραίωσης των υποθέσεών μας μέσω υπολογιστών και τηλεφώνων. Πράγμα που σταδιακά θα μας απελευθερώσει από την ανάγκη να βρισκόμαστε στο “κέντρο”, αφού αυτό θα είναι στην οθόνη μας, δηλαδή παντού ανεξάρτητα από το πού ζούμε. Οι κοινωνικές και επικοινωνιακές λειτουργίες της πόλης μεταφέρονται στις εικονικές πολιτείες, στα sim-cities. Οι ιστορικές πόλεις θα μετατραπούν σε μουσεία ή πολιτιστικά, εκπαιδευτικά, συνεδριακά, τουριστικά κέντρα και σε προσωρινούς τόπους κατοικίας για διπλωμάτες, επιχειρηματίες, στρατιωτικούς, φοιτητές, εκπαιδευτικούς και άλλους εξ ανάγκης νομάδες (βλ. προηγούμενο τεύχος). Πόλεις με μικρότερη ιστορική αξία θα συρρικνωθούν και άλλες θα αποτελέσουν προσωρινά μεταναστευτικά κέντρα, κάτι σαν σταθμοί μετεπιβίβασης πληθυσμών από μια χώρα ή μια περιοχή σε άλλη. Οι πόλεις παύουν να έχουν τα χαρακτηριστικά και τη λειτουργία του άστεως και αποκτούν νέες εξειδικευμένες λειτουργίες: πόλεις-πανεπιστήμια, πόλεις-γκέτο, πόλεις-μουσεία, πόλεις-θρησκευτικά κέντρα. Κάτι σαν την Οξφόρδη, το Βατικανό, την Ιερουσαλήμ. Οι απαισιόδοξοι δε βλέπουν με καλό μάτι ένα τέτοιο σενάριο, το οποίο το θεωρούν εξίσου εφιαλτικό με εκείνο της “Mεγάπολης” και πάντως ανησυχητικά συντηρητικό, κάτι σαν μια παραλλαγή του “Σκοτεινού Χωριού” που είδαμε πρόσφατα στους κινηματογράφους σε μια πιο τεχνολογική εκδοχή. Ενα σενάριο που ευνοεί τους προνομιούχους αυτού του κόσμου χωρίς να λύνει το πρόβλημα επιβίωσης του μεγαλύτερου τμήματος του πληθυσμού.

Οι αισιόδοξοι υποστηρίζουν αντίθετα ότι αυτή η διαδικασία θα φέρει την αναγέννηση των πόλεων και αναφέρουν ως παράδειγμα τις πρώην βιομηχανικές συνοικίες όπου εδώ και λίγα χρόνια ξεκίνησε να στήνεται ένα σκηνικό με χώρους τέχνης, ακριβά φαγάδικα, trendy clubs και χλιδάτα loft-διαμερίσματα, τα παλιά λιμάνια γίνονται πολιτιστικά κέντρα και τα ντοκ κατοικίες για γιάπηδες, τα Grand Cherokee παρκάρουν εκεί όπου πριν λίγα χρόνια έδεναν οι μαούνες. Οι πόλεις γίνονται “μαγικές εικόνες” όπου τίποτα πια δεν είναι προφανές ή αυτονόητο πέραν του ότι αποτελούν το μοναδικό τόπο επιβίωσης αφού είναι αδύνατον πλέον να εννοήσουμε τον εαυτό μας έξω από αυτό το τεχνητό περιβάλλον. Ισως μάλιστα έτσι να αφήσουμε και τη φύση στην ησυχία της αποκαθιστώντας την από καιρό χαμένη ισορροπία της.

Με το έναν ή τον άλλο τρόπο, ως “Mεγαπόλεις” ή ως εικονικές πολιτείες, οι πόλεις θα συνεχίσουν να αναπτύσσονται. Το μεγάλο στοίχημα του 21ου αιώνα είναι να διατηρήσουν το βασικό τους χαρακτηριστικό που είναι η προσφορά επιλογών. Για να συμβεί κάτι τέτοιο, θα πρέπει να βρεθεί ο τρόπος ώστε, όπως υποστηρίζει ο αρχιτέκτονας Παύλος Λέφας, «ο ίδιος ο άνθρωπος να έχει τη δυνατότητα να θέτει τα όρια πλέον εσωτερικά της πόλης του».

Σχόλια